• Αναζήτηση
  • Η «κόκκινη γραμμή» της νεωτερικότητας

    Ενας τρόπος κατανόησης των πολύπλοκων επιχειρημάτων γύρω από την επέμβαση στη Συρία είναι η εξέταση του βασικού προσανατολισμού της κάθε πλευράς. Τρεις είναι κατά τη γνώμη μου οι βασικές προσεγγίσεις.

    Η «κόκκινη γραμμή» της νεωτερικότητας | tovima.gr
    Ενας τρόπος κατανόησης των πολύπλοκων επιχειρημάτων γύρω από την επέμβαση στη Συρία είναι η εξέταση του βασικού προσανατολισμού της κάθε πλευράς. Τρεις είναι κατά τη γνώμη μου οι βασικές προσεγγίσεις.

    Η δογματική προσέγγιση
    Σε αυτή την περίπτωση υπάρχει λιγότερη ανάλυση και περισσότερο δόγμα. Από την άποψη πως οι θέσεις που αναπτύσσονται είναι απόλυτα προβλεπτές – αφού δεν βασίζονται σε μια προσεκτική διερεύνηση των ραγδαίων εξελίξεων στη Συρία και στη διεθνή γεωπολιτική σκακιέρα. Ετσι, για παράδειγμα, η κομμουνιστική Αριστερά έχει έτοιμες, προκατασκευασμένες εξηγήσεις που βασίζονται στον αντιαμερικανισμό, στον δυτικό ιμπεριαλισμό, στο κεφάλαιο που είναι πίσω από ό,τι σημαντικό συμβαίνει στην υφήλιο, στον λαό που έχει πάντα δίκιο κτλ. Αυτή η γενική συνωμοσιολογική φόρμουλα, με μικρές παραλλαγές, εξηγεί τα πάντα, ή μάλλον εξηγεί αυτόματα κάθε κατάσταση όπου δυτικές δυνάμεις επεμβαίνουν σε χώρες της καπιταλιστικής περιφέρειας και ημιπεριφέρειας. Στη συγκεκριμένη περίπτωση το ΚΚΕ βλέπει πίσω από την επερχόμενη επέμβαση τα γεωπολιτικά συμφέροντα των χωρών που ανήκουν στο ΝΑΤΟ, καθώς βέβαια και τα οικονομικά συμφέροντα των πολυεθνικών εταιρειών – ιδίως αυτών που εμπορεύονται οπλικά συστήματα στα αντιμαχόμενα στρατόπεδα.
    Βέβαια δεν είναι μόνο η άκρα Αριστερά αλλά και η φασιστική Δεξιά που έχει έναν παρόμοιο δογματικό προσανατολισμό. Με τη διαφορά πως στην ακροδεξιά περίπτωση ο παγκόσμιος σιωνισμός και το Ισραήλ είναι οι κύριες δυνάμεις που κινούν τα νήματα και καθορίζουν κάθε εξέλιξη στη Συρία και στον κόσμο πιο γενικά.
    Η πραγματιστική προσέγγιση


    Σε αυτόν τον προσανατολισμό μπορεί κανείς να εντάξει έναν μεγάλο αριθμό αναλυτών που βλέπουν την επέμβαση σαν δίκοπο μαχαίρι. Κατ’ αυτούς από τη μια μεριά η ανατροπή του Ασαντ μπορεί να οδηγήσει σε έναν σχετικό εκδημοκρατισμό, δηλαδή σε μια «συριακή ανάπτυξη». Από την άλλη μεριά όμως μπορεί να οδηγήσει και στο αντίθετο. Οπως και σε άλλες μουσουλμανικές χώρες, μπορεί να οδηγήσει όχι στη λεγόμενη «αραβική άνοιξη» αλλά σε έναν «αραβικό χειμώνα» φονταμενταλιστικού ή στρατοκρατικού τύπου.
    Αυτού του είδους η αμφιταλάντευση εξαφανίζεται στον λόγο αυτών που θεωρούν πως μια αμερικανική επέμβαση στη Συρία σίγουρα θα έχει αρνητικά αποτελέσματα και για τον αραβικό αλλά και για τον δυτικό κόσμο. Θα εντείνει τις πολύπλοκες διαμάχες και ανταγωνισμούς, θρησκευτικούς και κοσμικούς, μεταξύ Αράβων που ζουν σε ένα πλαίσιο τη δυναμική του οποίου καμιά δύναμη δεν μπορεί να ελέγξει. Επιπλέον θα εμπλέξει τις ΗΠΑ και μερικούς από τους συμμάχους της σε στρατιωτικές επιχειρήσεις που θα έχουν ιρακινού τύπου αποτελέσματα: «παράπλευρες απώλειες», κατασπατάληση πόρων και μείωση του κύρους της δυτικής συμμαχίας. Κατά τον Αλέξη Παπαχελά, π.χ., η αμερικανική επέμβαση γίνεται ακόμα πιο δονκιχωτική όταν συνδυάζεται ως περιορισμένη, «χειρουργική» κίνηση.
    Κατ’ αυτόν πρόκειται για ένα τελείως αναποτελεσματικό ημίμετρο. Από τη μια μεριά δεν στοχεύει στην ανατροπή του συριακού δικτάτορα. Από την άλλη «τα ημιχτυπήματα, οι δισταγμοί δίνουν την εικόνα μιας Δύσης σε στρατηγική παρακμή» («Καθημερινή», 1.9.2013).
    Η αποτρεπτική προσέγγιση


    Υπάρχουν τέλος και αυτοί που πιστεύουν πως σε ένα παγκοσμιοποιημένο πλαίσιο όπου η αλληλεξάρτηση μεταξύ κρατών και λαών αναπτύσσεται ραγδαία, στο λεγόμενο «παγκόσμιο χωριό», δεν μπορεί κανείς να παρατηρεί εξ αποστάσεως, αδιάφορος ως Πόντιος Πιλάτος, φαινόμενα όπως η γενοκτονία στη Ρουάντα ή η χρήση χημικών όπλων στη Συρία. Οι εθνικοί ανταγωνισμοί, τα συγκρουόμενα γεωπολιτικά και οικονομικά συμφέροντα πρέπει να παραμερίζονται όταν πρόκειται για εγκλήματα κατά της ανθρωπότητας. Αρα πρέπει κανείς να υποστηρίζει όποιον επεμβαίνει για να σταματήσει αυτού του είδους τις βαρβαρότητες – είτε αυτός εμπλέκεται για αλτρουιστικούς είτε για εργαλειακούς λόγους. Στην περίπτωση του Ομπάμα βέβαια οι κύριοι λόγοι δεν είναι αλτρουιστικοί. Ο κύριος στόχος του αμερικανού προέδρου έχει να κάνει λιγότερο με τις παγκόσμιες ανθρωπιστικές αξίες και περισσότερο με τη διάσωση του κύρους του που σίγουρα θα τρωθεί αν «ξεχάσει» την κόκκινη γραμμή για τη χρήση χημικών που είχε θέσει στη συριακή κυβέρνηση. Στην προκειμένη περίπτωση όμως αυτό που μετράει δεν είναι οι προθέσεις αλλά το αποτέλεσμα. Δηλαδή ένα σοβαρό χτύπημα που να κάνει τον Ασαντ, καθώς και τους μελλοντικούς Ασαντ να αντιληφθούν πως εγκλήματα κατά της ανθρωπότητας οδηγούν στη χρήση αποτρεπτικής βίας που έχει σαν αποτέλεσμα την αλλαγή των σχέσεων δύναμης υπέρ αυτών που υποστηρίζουν τα θύματα.
    Βέβαια η υποστήριξη μιας τέτοιας περιορισμένης/χειρουργικής επέμβασης νομιμοποιείται μόνο:
    (α) όταν υπάρχουν αναμφισβήτητα στοιχεία που να αποδεικνύουν ξεκάθαρα και την ύπαρξη χημικών όπλων και την ταυτότητα αυτών που τα χρησιμοποιούν,
    (β) όταν ο στόχος της σύντομης στρατιωτικής επέμβασης δεν είναι η ανατροπή ενός αυταρχικού καθεστώτος (όπως αυτού του Ασαντ) αλλά η οριστική παύση της χρήσης όπλων μαζικής καταστροφής. Αν αυτού του είδους η περιορισμένη, αποτρεπτική βία δεν είναι δυνατόν να νομιμοποιηθεί από τα Ηνωμένα Εθνη (λόγω της αντίρρησης μελών του Συμβουλίου Ασφαλείας), τότε κάθε δύναμη ικανή να σταματήσει το έγκλημα έχει όχι μόνο το δικαίωμα αλλά και το καθήκον να επέμβει.
    Πιο γενικά, σε θέματα εγκλημάτων κατά της ανθρωπότητας, η εθνοκεντρική αντίληψη πως κανείς δεν πρέπει να ανακατεύεται στα εσωτερικά προβλήματα μιας άλλης χώρας είναι ξεπερασμένη. Η αυτονομία του κράτους έθνους έχει τα όριά της. Οταν αυτή η αυτονομία δίνει τη δυνατότητα σε έναν ηγέτη να εξολοθρεύει, με ή και χωρίς τη χρήση όπλων μαζικής καταστροφής, ολόκληρους πληθυσμούς, αυτό δεν μπορεί να είναι πια αποδεκτό στο πλαίσιο της ύστερης, παγκοσμιοποιημένης νεωτερικότητας. Γιατί η παγκοσμιοποίηση έχει αρνητικά αλλά και θετικά στοιχεία. Ενα από τα τελευταία είναι η σταδιακή ανάδυση ανθρωπιστικών αξιών που ξεπερνούν τα εθνικά σύνορα μιας χώρας και αποκτούν έτσι έναν διεθνικό, παγκόσμιο χαρακτήρα.
    Για τους «ρεαλιστές» στον χώρο των διεθνών σχέσεων η αποτρεπτική προσέγγιση είναι ουτοπική – βασίζεται σε ηθικολογίες και όχι στη σιδηρά, νομοτελειακή λογική του raison d’ etat. Ισως όμως στη μεταμοντέρνα εποχή η λογική του Μακιαβέλι ή του Καρλ Σμιτ να μην είναι η μόνη που μπορεί να εξηγήσει την πορεία του κόσμου που έρχεται. Ισως στην ύστερη νεωτερικότητα τα συμφέροντα της ανθρωπότητας να καταστούν τόσο σημαντικά όσο και αυτά του κράτους έθνους.
    Ο κ. Νίκος Μουζέλης είναι ομότιμος καθηγητής Κοινωνιολογίας στην LSE.




    ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ

    Γνώμες