• Αναζήτηση
  • Πώς θα πετύχουμε την ανάπτυξη

    Αγωνιούμε όλοι σήμερα για το πώς η Ελλάδα θα κατορθώσει να χαράξει και να υλοποιήσει μια επιτυχή στρατηγική εξόδου από την κρίση. Υπάρχουν τουλάχιστον δύο αλληλένδετες θεμελιώδεις οικονομικές προϋποθέσεις εξόδου από την κρίση: η επίτευξη υψηλών ρυθμών ανάπτυξης και ο μετασχηματισμός της οικονομίας από ένα κρατικοκεντρικό μόρφωμα σε σύγχρονη ανοικτή οικονομία αγοράς, με μικρό αλλά επιτελικό και παραγωγικό δημόσιο τομέα.

    Πώς θα πετύχουμε  την ανάπτυξη | tovima.gr
    Αγωνιούμε όλοι σήμερα για το πώς η Ελλάδα θα κατορθώσει να χαράξει και να υλοποιήσει μια επιτυχή στρατηγική εξόδου από την κρίση. Υπάρχουν τουλάχιστον δύο αλληλένδετες θεμελιώδεις οικονομικές προϋποθέσεις εξόδου από την κρίση: η επίτευξη υψηλών ρυθμών ανάπτυξης και ο μετασχηματισμός της οικονομίας από ένα κρατικοκεντρικό μόρφωμα σε σύγχρονη ανοικτή οικονομία αγοράς, με μικρό αλλά επιτελικό και παραγωγικό δημόσιο τομέα.
    Η ανάπτυξη είναι ο καθοριστικός παράγοντας για τον περιορισμό των δημοσιονομικών ελλειμμάτων, την ταχεία μείωση του λόγου δημοσίου χρέους προς ΑΕΠ, τη βελτίωση της ανταγωνιστικότητας και τη μείωση της ανεργίας. Η οικονομία της αγοράς και η μείωση του κράτους είναι καθοριστικοί παράγοντες για την επικράτηση οικονομικού ορθολογισμού και πειθαρχίας, κοινωνικής και οικονομικής αποτελεσματικότητας και βέλτιστης κατανομής των οικονομικών πόρων.
    Ολοι συμφωνούμε ότι η μεγάλη πρόκληση μπροστά μας είναι η ανάπτυξη. Δηλαδή, το πώς θα μεταφέρουμε ομαλά χρηματοοικονομικούς πόρους από τη μη διατηρήσιμη (92% του ΑΕΠ) ιδιωτική και δημόσια κατανάλωση και τον ευρύτερο δημόσιο τομέα στις ιδιωτικές και δημόσιες επενδύσεις που καταρρέουν (ιδιωτικές επενδύσεις από 24% του ΑΕΠ το 2007 σε 14,7% το 2011) και την οικονομική εξωστρέφεια, με ενίσχυση των εξαγωγών και υποκατάσταση των εισαγωγών. Οι εξαγωγές παραμένουν κοντά στο 8% του ΑΕΠ, το χαμηλότερο ποσοστό στην Ευρώπη των «27», που επιβεβαιώνει τον εσωστρεφή χαρακτήρα της ανάπτυξης και τον χαμηλό βαθμό ανταγωνιστικότητας της ελληνικής οικονομίας.
    Η άλλη πλευρά του ιδίου νομίσματος είναι να μεταφέρουμε πόρους από μη εμπορεύσιμους (π.χ. το εγχώριο και εισαγωγικό εμπόριο) στους διεθνώς εμπορεύσιμους κλάδους, με αναβάθμιση της γεωργίας και της βιομηχανίας, με εξωστρεφή προσανατολισμό, καθώς και των εξωστρεφών υπηρεσιών (π.χ. τουρισμός, ναυτιλία, μεταφορές). Η συμμετοχή της γεωργίας στο ΑΕΠ έχει συρρικνωθεί σε 4,6% του ΑΕΠ από 10% πριν από 20 χρόνια, με το εξωτερικό αγροτικό ισοζύγιο «ελλειμματικό» κατά 4 δισ. ευρώ, παρά τις δεκάδες δισεκατομμύρια των κοινοτικών επιδοτήσεων, που αντί για αναβάθμιση της παραγωγής έγιναν κατανάλωση, ενώ η βιομηχανία έχει περιοριστεί στο 10% του ΑΕΠ.
    Ετσι διαμορφώθηκε μια μη ανταγωνιστική οικονομική δομή, που στηριζόταν κυρίως στον εγχώριο τομέα των υπηρεσιών, την τελευταία δεκαπενταετία, τροφοδοτήθηκε από τις πολιτικές έντονης τόνωσης της εγχώριας ζήτησης και της κατανάλωσης, χωρίς βελτίωση των παραγωγικών δυνατοτήτων της χώρας. Αποτέλεσμα, η δραματική χειροτέρευση του ισοζυγίου τρεχουσών συναλλαγών (έλλειμμα 14,7% του ΑΕΠ το 2008) και του πληθωρισμού, σε περιβάλλον διαρκούς χειροτέρευσης της ανταγωνιστικότητας.
    Βρισκόμαστε αντιμέτωποι με έναν μεσοπρόθεσμο υφεσιακό φαύλο κύκλο σε εξέλιξη. Χρειαζόμαστε επειγόντως, παράλληλα και συμπληρωματικά με το μνημόνιο, ένα νέο αναπτυξιακό σχέδιο οικονομικής πολιτικής. Διεθνείς μελέτες έχουν καταδείξει ότι το 50% της βελτίωσης της παραγωγικότητας σε μια χώρα οφείλεται στα ποιοτικά χαρακτηριστικά, στη συνολική παραγωγικότητα, και μόνο το 50% στους συντελεστές της παραγωγής, κεφάλαιο και εργασία. Στα παραπάνω ποιοτικά χαρακτηριστικά οφείλονται τα σημαντικότερα αναπτυξιακά προβλήματα και όχι αναγκαστικά στο κόστος εργασίας.

    Η επιτυχής υλοποίηση του παραπάνω οικονομικού μετασχηματισμού της χώρας έχει έξι βασικές «μακρο-» οικονομικές και πολιτικές προϋποθέσεις και όρους.

    α) Σταθερό διεθνές και ευρωπαϊκό περιβάλλον: Αν επικρατήσουν διεθνώς υψηλοί ρυθμοί ανάπτυξης και αποκατασταθούν η σταθερότητα και η αναπτυξιακή προοπτική της ευρωζώνης τα επόμενα χρόνια, θα διευκολυνθούν η ενίσχυση της στρατηγικής εξωστρέφειας της ελληνικής οικονομίας, η προσέλευση επενδύσεων και η επίτευξη υψηλών ρυθμών ανάπτυξης. Θυμίζω ότι περίπου 75% των εξαγωγών μας κατευθύνεται στην Ευρώπη των «27» και στη Νοτιοανατολική Ευρώπη. Ως προς αυτά, θα πρέπει να προετοιμαστούμε για αντιξοότητες στο διεθνές περιβάλλον, τουλάχιστον, για το ορατό μέλλον.

    β) Απομάκρυνση της πιθανότητας επιστροφής στη δραχμή: Οσο οι διεθνείς και οι εγχώριες αγορές κατακλύζονται από τέτοιες εκτιμήσεις ή φόβους, επενδύσεις στην Ελλάδα δεν θα γίνουν, οι ιδιωτικοποιήσεις θα καρκινοβατούν, η ρευστότητα και οι καταθέσεις θα μειώνονται, οι προσδοκίες και η εμπιστοσύνη των καταναλωτών και των επιχειρήσεων θα παραμένουν σε χαμηλά επίπεδα και η ύφεση θα παρατείνεται.

    Για να αντιμετωπιστούν όμως επιτυχώς οι «δραχμολάγνοι», απαιτείται να ικανοποιηθούν δύο βασικές προϋποθέσεις:

    Πρώτον, έργα και μετρήσιμα αποτελέσματα στην οικονομική πολιτική και τις μεταρρυθμίσεις, που βελτιώνουν την αξιοπιστία μας και ανεβάζουν το κόστος της κερδοσκοπίας στην καταστροφική εκδοχή. Κυρίως όμως, να δουν οι πολίτες μετρήσιμα οφέλη από τις μεταρρυθμίσεις.

    Δεύτερον, ενίσχυση των ευρωπαϊκών θεσμών στενότερης συνεργασίας και, κυρίως, το σαφές πολιτικό στίγμα κορυφής από τους ευρωπαίους ηγέτες, με δέσμευση για την παραμονή της Ελλάδας στον ευρωπαϊκό πυρήνα, χωρίς αστερίσκους και υποσημειώσεις.

    γ) Ανάταξη του τραπεζικού τομέα και βελτίωση της ρευστότητας στην ελληνική αγορά: Σημαντική προϋπόθεση επανεκκίνησης της οικονομίας είναι η διαμόρφωση ενός λειτουργικού και ισχυρού χρηματοπιστωτικού συστήματος, η αποκατάσταση της πιστωτικής ροής χρηματοδότησης της οικονομίας και το άνοιγμα των διεθνών αγορών χρήματος και κεφαλαίου στον ελληνικό κίνδυνο. Η επικείμενη επανακεφαλαιοποίηση των ελληνικών τραπεζών και η ενίσχυση της αξιοπιστίας τους, στο πλαίσιο της εφαρμογής του νέου μνημονίου, πρέπει να συνδυαστούν με σημαντική ενίσχυση της ρευστότητας στην αγορά.

    Με αρνητικούς τους ρυθμούς πιστωτικής επέκτασης, ανάκαμψη της οικονομίας δύσκολα θα σημειωθεί.

    δ) Αναβάθμιση του πολιτικού συστήματος: Το ζητούμενο για την ανάπτυξη σήμερα είναι η διαμόρφωση μιας πολιτικής ηγεσίας: 1) που θα ενστερνίζεται τη λειτουργική αποτελεσματικότητα της οικονομίας αγοράς στο πλαίσιο της ευρωζώνης, μετατρέποντας το μνημόνιο σε ευκαιρία ανάπτυξης, 2) θα προωθήσει, συνειδητά και χωρίς ακρότητες, ένα γενναίο πρόγραμμα μεταρρυθμίσεων στους θεσμούς, την κοινωνία και την οικονομία, 3) θα στηρίζει την υγιή επιχειρηματικότητα, τον ανταγωνισμό και την αποτελεσματική εποπτεία στις αγορές, 4) θα εποπτεύει μια μικρότερη, λιτή, πειθαρχημένη, λειτουργική και αποτελεσματική δημόσια διοίκηση, 5) θα πρεσβεύει την ιδιωτική αλληλεγγύη, τον κοινωνικό ρόλο και την κοινωνική ευθύνη των επιχειρήσεων και των οικονομικά ισχυρών, 6) θα βλέπει την κοινωνική πολιτική σαν ένα ευρύ πλέγμα ευκαιριών για τους ασθενέστερους, σε συνδυασμό με ένα σύγχρονο και αποτελεσματικό δίκτυο κοινωνικής προστασίας και δικαιοσύνης, 7) θα αποκαταστήσει την αξιοκρατία, την αξιολόγηση, τη διαφάνεια και τη λογοδοσία στις λειτουργίες του ευρύτερου δημόσιου τομέα.

    ε) Νέα εξωστρεφής επιχειρηματική τάξη: Ηγεσία δεν απαιτείται μόνο στην πολιτική. Η έξοδος από την κρίση προϋποθέτει εξίσου ηγετική επιχειρηματική παρουσία στην οικονομία και στην κοινωνία, για να μην κυριαρχήσει το ξένο κεφάλαιο στην αναπτυξιακή ανάταξη της χώρας. Χρειαζόμαστε την αναβάθμιση και κινητοποίηση της εγχώριας επιχειρηματικής τάξης και, κυρίως, του δυναμικού εξωστρεφούς και μη κρατικοδίαιτου κομματιού της.

    Μια επιχειρηματική τάξη που θα έχει κοινωνικές αναφορές και, αφενός, αναλαμβάνει ηγετικές επενδυτικές πρωτοβουλίες, με εμπιστοσύνη στις προοπτικές της χώρας, χωρίς να απαιτεί διαρκώς προνόμια και ευνοϊκές ρυθμίσεις, και αφετέρου, δεν βολεύεται στο εύκολο κέρδος της κρατικής προστασίας και των κρατικών προμηθειών.

    στ) Εθνικό σχέδιο εξόδου από την κρίση: Τέλος, η χώρα χρειάζεται να διαμορφώσει το δικό της σχέδιο εξόδου από την κρίση, στο πλαίσιο της νέας συμφωνίας με την τρόικα. Να αποκτήσει μια ολοκληρωμένη στρατηγική ανάπτυξης και μελλοντικής ευημερίας, που θα στηρίζεται στην αναβάθμιση των θεσμών, τον ριζικό εκσυγχρονισμό του ευρύτερου δημόσιου τομέα, ώστε να είναι φιλικός για την ανάπτυξη και αποτελεσματικός για τον πολίτη, τη βαθιά μεταρρύθμιση των πυλώνων του κοινωνικού μισθού, με έμφαση στην οικονομική και κοινωνική αποτελεσματικότητα των πόρων, το άνοιγμα των αγορών στον ανταγωνισμό και την ενίσχυση των εποπτικών αρχών, την άνθηση της εξωστρέφειας και των ιδιωτικών και δημόσιων επενδύσεων ως βασική στρατηγική επιλογή της επόμενης δεκαετίας.

    Ενα αναπτυξιακό πρόγραμμα που θα αξιοποιεί τα συγκριτικά μας πλεονεκτήματα σε κλάδους όπως ο τουρισμός, η ναυτιλία, οι εναλλακτικές πηγές ενέργειας, οι υποδομές, οι μεταφορές, οι αγροτο-επιχειρήσεις, τα τρόφιμα και ποτά, οι τραπεζικές υπηρεσίες, τα φάρμακα, τα εξειδικευμένα βιομηχανικά προϊόντα. Ενα αναπτυξιακό πρόγραμμα που αξιοποιεί αποτελεσματικά το ΕΣΠΑ, αλλά και νέους πόρους που μπορεί να προκύψουν από τη διαμόρφωση ενός νέου Ευρωπαϊκού Ταμείου Ανάπτυξης και Ανασυγκρότησης.
    Με δυο λόγια: Η φυγή προς τα εμπρός απαιτεί να πνεύσει στη χώρα ένας ισχυρός άνεμος οικονομικής ελευθερίας και επιχειρηματικότητας, μακριά από τον κρατισμό και την εσωστρέφεια, ένα δημιουργικό σοκ αναβάθμισης των θεσμών και ευρύτατων και βιώσιμων μεταρρυθμίσεων, που θα αναμορφώσουν ριζικά τη χώρα και θα βελτιώσουν τις παραγωγικές της δυνατότητες και τις κοινωνικές ευκαιρίες.

    Ο κ. Νικόλαος Β. Καραμούζης, είναι αναπληρωτής διευθύνων σύμβουλος του ομίλου Eurobank EFG, καθηγητής του Τμήματος Χρηματοοικονομικής και Τραπεζικής Διοικητικής στο Πανεπιστήμιο Πειραιώς.

    ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ

    Γνώμες