• Αναζήτηση
  • Νίκος Παναγιωτόπουλος Σκηνοθέτης, 69 ετών

    Γεννήθηκε στη Μυτιλήνη. Σπούδασε κινηματογράφο στην Αθήνα και στο Παρίσι. Ταινίες του έχουν συμμετάσχει σε διεθνή φεστιβάλ – «Οι τεμπέληδες της εύφορης κοιλάδας», «Delivery», «Αθήνα-Κωνσταντινούπολη» – και έχουν τιμηθεί με σημαντικές διακρίσεις (Χρυσή Λεοπάρδαλη στο Φεστιβάλ του Λοκάρνο, βραβείο FIPRESCI κ.ά.).

    Γεννήθηκε στη Μυτιλήνη. Σπούδασε κινηματογράφο στην Αθήνα και στο Παρίσι. Ταινίες του έχουν συμμετάσχει σε διεθνή φεστιβάλ – «Οι τεμπέληδες της εύφορης κοιλάδας», «Delivery», «Αθήνα-Κωνσταντινούπολη» – και έχουν τιμηθεί με σημαντικές διακρίσεις (Χρυσή Λεοπάρδαλη στο Φεστιβάλ του Λοκάρνο, βραβείο FIPRESCI κ.ά.).

    Η πρώτη ανάμνηση της ζωής μου είναι ένα κόκκινο παλτό που μου έραψε η μητέρα μου όταν ήμουν δύο χρόνων. Αυτό το παιδικό παλτουδάκι έχει καταντήσει ένα κόκκινο φωτάκι, που ανάβει κάθε φορά που χώνομαι στον εαυτό μου, για να μου υπενθυμίζει ίσως ότι η πρώτη εικόνα, όσο ασήμαντη και αν είναι, μπορεί να αποκτήσει τρομακτικές διαστάσεις και σημασίες. 

    Μεγάλωσα σε μια μικροαστική οικογένεια σαν «παιδί-βασιλιάς», με γονείς που μου έδιναν αγάπη να φάν’ κι οι κότες. Από εκεί ίσως προέρχεται η υπερήφανη στάση μου, να μην αποζητήσω πάση θυσία την αγάπη των θεατών. 

    Αυτό που σίγουρα καθόρισε την κλίση μου στον κινηματογράφο είναι οι μυθικές βραδιές που πέρασα ως παιδί στα θερινά σινεμά. Προτιμούσα τα γουέστερν, που τότε τα λέγαμε «καουμπόικα». Δεν είχα ιδέα για το τι δουλειά κάνει ο σκηνοθέτης, και έτσι απολάμβανα τις ταινίες στο εκατό τοις εκατό. Η αθωότητα και η γενναιοδωρία είναι, πιστεύω, ακόμη και σήμερα, απαραίτητες συνθήκες για να απολαύσεις ένα θέαμα. 

    Στη γαλλική ταινιοθήκη ανακάλυψα τον κινηματογράφο των δημιουργών, με ταινίες που δεν ήταν πια καουμπόικες. Αυτές τις απώθησα κάπου μέσα μου, για να τις ξαναβγάλω αργότερα, με όλες τις τιμές που τους αρμόζουν. Μέχρι να ξαναγίνω ένας απλός, «επαρκής θεατής», χρειάστηκε να περάσω από όλες τις πόζες του ειδικού. 

    Νέος, διάβασα το καταπληκτικό βιβλίο ενός διάσημου γάλλου ερευνητή της κυτταρικής βιολογίας, του Jacques Monot, που αναφέρεται στις συμπεριφορές των σωματιδίων του μικρόκοσμου, με τίτλο: «Η τύχη και η αναγκαιότητα». Από τότε, μεταφέροντας τις ανακαλύψεις του στην καθημερινή ζωή και στη διαγωγή των ανθρώπων, έχω την ακλόνητη πεποίθηση ότι όλα είναι ζήτημα τύχης και αναγκαιότητας. Κάπως έτσι γνώρισα τη γυναίκα μου τη Μαριάννα, αλλάζοντας χωρίς λόγο τη συνήθη διαδρομή που ακολουθούσα καθημερινά. Απροσδόκητα συνάντησα έναν γνωστό που με έγραψε, χωρίς καν να το καταλάβω, σε μια σχολή κινηματογράφου και εντελώς από τύχη, ένα βράδυ που έπρεπε να πάρω μια σπουδαία απόφαση για το μέλλον μου, πέρασε από το σπίτι ένας φίλος και μου άλλαξε κυριολεκτικά τη ζωή. Γι’ αυτό, όταν γυρίζω τις ταινίες μου, αφήνω πάντα μεγάλα κενά για να δώσω χώρο στην τύχη να παίξει τον ρόλο της. 

    Ερωτας είναι αυτό που συμβαίνει χωρίς λόγο. Πώς θα μπορούσε ένας άνθρωπος σαν εμένα να μην αφεθεί να παρασυρθεί σε μια τόσο ριψοκίνδυνη πιρουέτα; Η τύχη ευνοεί τους τολμηρούς. Φυσικά, ο κίνδυνος ενεδρεύει. Ο έρωτας δεν είναι ήρεμα νερά. Είναι τρικυμία και ανεμοστρόβιλος. Αλλά αν τίποτε δεν διακυβεύεται σε αυτήν τη ζωή, μιλάμε μόνο για επιβίωση. 

    Μου αρέσει να κυκλοφορώ στην Αθήνα, σε αντίθεση με την πλειονότητα των Αθηναίων που γκρινιάζουν και βρίσκουν την πόλη κακάσχημη. Σε κάθε γωνιά του δρόμου παραμονεύουν αναμνήσεις. Πίσω από ένα μηχανουργείο, μέσα σε ένα μισογκρεμισμένο νεοκλασικό… Δεν μου αρέσουν οι πόλεις-ντεκόρ ούτε οι πόλεις-μουσεία. Είναι αλήθεια ότι η Αθήνα είναι ασεβής, δεν εμπνέει σεβασμό, αλλά είναι αυτό που μου αρέσει. Προτιμώ την αγάπη από τον σεβασμό. Περιφέρεσαι χωρίς να πρέπει να είσαι κάπως, δεν χρειάζεται να κυκλοφορείς συνεχώς με τα καλά σου. 

    Κατά τη γνώμη μου, το ωραιότερο πράγμα στον κόσμο είναι η απόλυτη ξεγνοιασιά. Η εικόνα που με κάνει να ζηλεύω είναι μια γάτα που γουργουρίζει ξαπλωμένη στον ήλιο. 

    Δεν πιστεύω στην έννοια της «κατάλληλης στιγμής». Δεν εκμεταλλεύομαι τις περιστάσεις. Τις αφήνω να περάσουν. Ανάμεσα σε δύο ταινίες δεν είμαι ποτέ στην τσίτα. Η ραθυμία, η ραστώνη, είναι οι αγαπημένες μου λέξεις. Η «ταβανοθεραπεία» και τα λογοπαίγνια είναι οι αγαπημένες μου ενασχολήσεις. 

    Αγαπώ πολύ τις γάτες. Ο γάτος μου, ο κύριος Πουφ, δεν χορταίνει ποτέ τα χάδια. Μου δείχνει την αγάπη και την αφοσίωσή του με κάθε τρόπο, όμως αυτό δεν τον εμποδίζει να βγάζει νύχια όποτε νομίζει ότι τον παρενοχλώ. Εχει τον χαρακτήρα του. Είναι υπερήφανος, και αυτό είναι κάτι που εκτιμώ σε όλους τους ζώντες οργανισμούς. 

    Ο κινηματογράφοςκαι ο ελληνικόςέχει ανέκαθεν να αντιμετωπίσει δύο βασικούς εχθρούς. Το χρήμα και την προπαγάνδα. Δεν φτάνει το ταλέντο. Χρειάζεται και ήθος. 

    Η αρχή που διέπει τις επιλογές μου και αποτελεί οδηγό για τις περισσότερες σημαντικές αποφάσεις της ζωής μου είναι η αρχή της ματαιότητας και του πρόσκαιρου του βίου. Σε αυτόν τον κόσμο δεν υπάρχει η παραμικρή δυνατότητα αντίστασης. Εκείνο που μένει είναι να παραμένει κανείς ενάρετος από ιδιοτροπία. 

    Η πιο σημαντική απόφαση που έχω πάρει στη ζωή μου είναι να είμαι άπιστος, όχι μόνο στον Θεό αλλά και σε κάθε πίστη. Κάνω του κεφαλιού μου και έχω δεχτεί να πληρώνω τον λογαριασμό αγόγγυστα.

    Δημοσιεύτηκε στο BHMAMEN, τεύχος 58, σελ. 96-97, Ιανουάριος 2011.

    Αφιερώματα
    Σίβυλλα
    • Έντυπη έκδοση Μπροστά στον καθρέφτη Εκρυψα το πρόσωπό μου πίσω από το χειροποίητο, τούλινο πέπλο με τα μικρά διαμάντια και την κοραλλένια καρφίτσα, πολύτιμο... ΣΙΒΥΛΛΑ
    Helios Kiosk