Από καιρού εις καιρόν δημιουργείται κάποια ευκαιρία για να επανέλθουν εις το ζήτημα του όρκου. Να επανέλθουν ποιοι; Μα είναι γνωστοί αυτοί. Πρόκειται για τους κομμουνιστές, για τους αριστερούς, για τους imitation αριστερούς και διαφόρους άλλους, παγκοσμίως αγνώστους, οι οποίοι θέλουν να βγάλουν τους εαυτούς των από την αφάνεια και να δηλώσουν, διά του τρόπου αυτού, την ύπαρξή τους.

Το ζήτημα ετέθη και πάλι αυτές τις ημέρες με αφορμή την ορκωμοσία των νεοεκλεγέντων βουλευτών. Το τι ελέχθη και το τι εγράφη στον ημερήσιο Τύπο επί του θέματος αυτού δεν λέγεται. Και επειδή πολλά από αυτά που ελέχθησαν ήταν τραγικά λάθη, με αποτέλεσμα να παραπληροφορείται ο απλός λαός, σκέφθηκα να γράψω το παρόν κείμενο.

Πολλοί βουλευτές είπαν ότι δεν θέλουν να ορκισθούν κατά τρόπον θρησκευτικό διότι με τον τρόπον αυτόν καταπιέζεται η θρησκευτική συνείδησή τους. Εις όσους προέβαλαν τον ισχυρισμόν αυτόν ο πρώην Πρόεδρος της Βουλής και αγαπητός φίλος κ. Δημ. Σιούφας απήντησεν ότι όλοι οφείλουμε σεβασμό στο Σύνταγμα το οποίο προβλέπει, με το άρθρο 59, την υπό του βουλευτού δόση όρκου. Η βουλευτής του ΚΚΕ κυρία Λιάνα Κανέλλη, η οποία έδωσε (μόνη αυτή από όλους τους κομμουνιστές) θρησκευτικό όρκο, δήλωσε ότι «εάν δεν ορκισθεί στο θρήσκευμά της είναι σαν να μην αναγνωρίζει το θρήσκευμα των άλλων» και έλαβε από τον κ. Αλ. Τσίπρα την εξής ακατανόητη απάντηση: «Εδώ δεν είναι Ιράν». Οταν δε ωρισμένοι επεσήμαναν ότι ο θρησκευτικός όρκος προβλέπεται από το Σύνταγμα ο αυτός κ. Τσίπρας είπεν ότι «είναι πλέον ώριμο να βρούμε και χωρίς συνταγματική αναθεώρηση ένα βηματισμό προς κατάργηση του θρησκευτικού όρκου» και προς τούτο προέτεινε… την υπό της Βουλής «τροποποίηση» του Κανονισμού της, αναγνωρίζοντας έτσι εις αυτήν την εξουσία τροποποιήσεως του Συντάγματος διά του Κανονισμού!!! Αλλοι είπαν ότι ο θρησκευτικός όρκος παραβιάζει την αρχήν των «διακριτών ρόλων Εκκλησίας και Κράτους». Η κυρία Μαρία Δαμανάκη εδήλωσε ότι την κατάργηση του θρησκευτικού όρκου επιβάλλουν «η ανεξιθρησκία και η αναγκαιότητα επιλογής για εκείνους οι οποίοι το επιθυμούν».

Ολα αυτά τα γραφικά και περίεργα εδημοσιεύθησαν διά του ημερησίου Τύπου (βλ. ιδίως την έγκριτη εφημερίδα «Το Βήμα της Κυριακής» της 18ης Οκτωβρίου 2009 εις την οποίαν υπάρχει σχετικό άρθρο του κ. Ν. Χασαπόπουλου εις το οποίον αναφέρονται όλα αυτά).

Ας δούμε όμως τι είναι σωστό από όλα αυτά και τι είναι λάθος.

Κατ΄ αρχάς το Σύνταγμά μας (άρθρον 59) ορίζει ότι «1. Οι βουλευτές πριν αναλάβουν τα καθήκοντά τους δίνουν στο βουλευτήριο και σε δημόσια συνεδρίαση τον ακόλουθο όρκο: “Ορκίζομαι στο όνομα της Αγίας και Ομοούσιας και Αδιαίρετης Τριάδας να είμαι πιστός στην Πατρίδα και το δημοκρατικό πολίτευμα, να υπακούω στο Σύνταγμα και τους νόμους και να εκπληρώνω ευσυνείδητα τα καθήκοντά μου”. 2. Αλλόθρησκοι ή ετερόδοξοι βουλευτές δίνουν τον ίδιο όρκο με τον τύπο της δικής τους θρησκείας ή του δικού τους δόγματος».

Από την ως άνω διάταξη ερμηνευόμενη σε συνδυασμό με το άρθρο 13 του Συντάγματος συνάγονται τρία τινά: α) Οτι ο όρκος είναι υποχρεωτικός και εάν δεν δοθεί ο εκλεγείς ούτε τα καθήκοντά του επιτρέπεται να ασκήσει, ούτε την αποζημίωση δικαιούται να εισπράξει, ούτε στην αίθουσα της Βουλής επιτρέπεται να εισέρχεται. Αυτό εννοεί το άρθρο 59 όταν ορίζει ότι οι βουλευτές δίνουν τον όρκον «πριν αναλάβουν τα καθήκοντά τους». 2) Οποιος βουλευτής δεν είναι χριστιανός ορθόδοξος αλλά είναι αλλόθρησκος ή ετερόδοξος, θα ορκισθεί κατά τον τύπον της θρησκείας του και γι΄ αυτό οι μουσουλμάνοι το θρήσκευμα έλληνες βουλευτές ορκίζονται κατά τον τύπον της θρησκείας τους, δηλαδή επί του Κορανίου. 3) Το ζήτημα είναι κατά ποίον τύπον θα ορκισθεί ο βουλευτής εκείνος ο οποίος είναι- και έχει το αναφαίρετο δικαίωμα να είναι- άθεος. Αυτός δεν θα ορκισθεί κατά τύπον θρησκευτικό, αλλά κατά τύπον πολιτικόν ήτοι, επικαλούμενος την τιμή και την συνείδησή του, θα υποσχεθεί ότι θα είναι πιστός στην πατρίδα, το δημοκρατικό πολίτευμα κλπ. Το ότι δεν ορίζεται ρητά στο άρθρο 59 η δυνατότητα αυτή για τον άθεο ουδεμία σημασία έχει, διότι αυτή η δυνατότητα προκύπτει από το άρθρο 13 του Συντάγματος με το οποίο κατοχυρώνεται το δικαίωμα της θρησκευτικής ελευθερίας που περιλαμβάνει και το δικαίωμα της ελευθερίας της θρησκευτικής συνειδήσεως. Ουδεμία αμφιβολία υπάρχει περί αυτού και ουδεμία αναθεώρηση του άρθρου 59 χρειάζεται. Η ελευθερία δε της θρησκευτικής συνειδήσεως είναι αυτή η οποία απαγορεύει την κατάργηση του θρησκευτικού όρκου, διότι τέτοια κατάργηση θα προσέβαλλε τη θρησκευτική συνείδηση όλων αυτών που πιστεύουν στον θρησκευτικό όρκο και μόνον σ΄ αυτόν.

Συμπέρασμα: Οσοι βουλευτές απεχώρησαν από την αίθουσα της Βουλής και επέστρεψαν εις αυτήν μετά το πέρας της ορκωμοσίας και δεν ορκίσθηκαν εκ των υστέρων κατά πολιτικόν τρόπον, δεν έχουν ορκισθεί με αποτέλεσμα να μη δύνανται να ασκήσουν τα καθήκοντά τους, η δε υπ΄ αυτών υπογραφή του πρωτοκόλλου ορκωμοσίας των ορκισθέντων βουλευτών- διότι και αυτό ελέχθη ότι συνέβη, εάν πράγματι συνέβηόχι μόνον δεν αποτελεί ορκωμοσίαν, αλλά στοιχειοθετείται δι΄ αυτού το ποινικόν αδίκημα της ψευδούς βεβαιώσεως διά το οποίον δύνανται να διωχθούν ποινικώς διότι, εφ΄ όσον δεν ορκίσθηκαν, δεν απέκτησαν την ιδιότητα του βουλευτού και άρα δεν έχουν ασυλίαν. Τα ίδια ισχύουν και για τους βουλευτές αυτούς που ούτε θρησκευτικό ούτε πολιτικό όρκο έδωσαν, αλλά παρίσταντο ως απλοί ακροαταί και θεαταί εις την αίθουσα του βουλευτηρίου καθ΄ ον χρόνον έδιναν όρκο οι άλλοι βουλευτές. Εννοώ τους βουλευτές του ΚΚΕ.

Και κάτι τελευταίο: Ας πάψουμε επιτέλους να επαναλαμβάνουμε αυτό το οποίο είπε η κυρία Δαμανάκη, ότι δηλαδή πρέπει να λάβουμε υπ΄ όψιν ότι στην Ελλάδα ισχύει «ανεξιθρησκία». Αλίμονό μας εάν ήταν αυτό αλήθεια… Γιατί; Διότι στην Ελλάδα δεν ισχύει ανεξιθρησκία, αλλά κάτι άλλο. Το ποιο είναι αυτό «το άλλο» το είπα ήδη πιο πάνω και δεν έχω χρόνο για να το επαναλαμβάνω σε όλους αυτούς που δεν το καταλαβαίνουν και θα συνεχίσουν να κάνουν λόγο για ανεξιθρησκία. Ας ανοίξουν ένα εγχειρίδιο του Συνταγματικού Δικαίου για να ενημερωθούν ή ας ρωτήσουν ένα φοιτητή της Νομικής από αυτούς όμως που παρακολουθούν τα μαθήματα και μελετούν και όχι από τους άλλους, τους αποκαλούμενους «αιώνιους φοιτητές». Και κλείνω με την παρατήρηση ότι το ζήτημα του όρκου των βουλευτών ουδεμία σχέση έχει με τον χωρισμό Κράτους και Εκκλησίας, στον οποίο επανέρχονται, με κάθε ευκαιρία, όσοι επιδιώκουν τον θρησκευτικό αποχρωματισμό του ελληνικού λαού.

Ο κ. Αναστάσιος Ν. Μαρίνος είναι διδάκτωρ Νομικής, αντιπρόεδρος του Συμβουλίου της Επικρατείας ε.τ.