Οι δημόσιες αντιπαραθέσεις πάνω στην ιστορία δεν είναι κάτι το ασυνήθιστο. Στην ηπειρωτική Ευρώπη συζητούν ακόμη, και συζητούν έντονα, για τον B´ Παγκόσμιο Πόλεμο, τον ναζισμό και το Ολοκαύτωμα, για τον χαρακτήρα του δωσιλογισμού και της Αντίστασης. Στην Αγγλία και στην Αμερική η αντιπαράθεση αφορά την κριτική του κανόνα της εθνικής ιστορίας σε σχέση με την μετα-αποικιακή ή την πολυπολιτισμική κριτική. Γύρω από αυτά τα δύο ζητήματα, δηλαδή τα τραύματα του 20ού αιώνα και το ερώτημα «ποιοι είμαστε», που υπονοεί το «πώς πρέπει να είμαστε», διεξάγονται συζητήσεις στις περισσότερες χώρες του κόσμου. Αν οι αντιπαραθέσεις των ιστορικών αντικατέστησαν τις ιδεολογικές αντιμαχίες, δεν είναι γιατί ενδιαφερόμαστε περισσότερο για το παρελθόν σε σχέση με το μέλλον, αλλά γιατί και οι τρεις διαστάσεις του χρόνου καθορίζουν μαζί και τις μνήμες και τις προσδοκίες μας. Συζητώντας δηλαδή για το παρελθόν διαμορφώνουμε στάσεις για το μέλλον. Αντίστοιχα, διαμορφώνοντας προσδοκίες, αναδιαπραγματευόμαστε τις εικόνες του παρελθόντος.


Στην Ελλάδα και οι δύο συζητήσεις δείχνουν ότι δεν βρισκόμαστε εκτός τροχιάς. Οπως και στις άλλες χώρες, η συζήτηση για το έθνος, στις κοινωνικές επιστήμες, είχε σχεδόν εγκαταλειφθεί, γιατί θεωρούνταν ως μια κατηγορία λιγότερο δυναμική σε σχέση με άλλες κοινωνικές πραγματικότητες. H δεκαετία του ’80 αποτέλεσε καμπή, καθώς κυκλοφόρησαν πολλές και αξιόλογες μελέτες οι οποίες άλλαξαν το επιστημονικό παράδειγμα αντίληψης του έθνους. H αναβίωση των εθνικισμών τη δεκαετία του 1990 επανέφερε το έθνος στην πρώτη γραμμή ακαδημαϊκής ζήτησης. Ασφαλώς η έννοια του έθνους είναι μια δύσκολη κατηγορία, γιατί ακόμη ζούμε μέσα σε έθνη, γιατί οι νοητικές κατηγορίες προσδιορίζονται από αυτό και επίσης γιατί η οργάνωση των σπουδών είναι σε μεγάλο βαθμό ακόμη εθνική. Ωστόσο δεν θα ‘πρεπε να υποτιμάμε το γεγονός ότι σήμερα μπορούμε να έχουμε ένα πανόραμα εθνικών περιπτώσεων σε όλον τον κόσμο που δεν περιορίζεται, όπως παλιότερα, στην Ευρώπη· ότι σήμερα βλέπουμε μια ροή σχηματισμού εθνών σε διαδοχικές φάσεις, από τα μεταναπολεόντεια έθνη, τα έθνη του 1848, εκείνα που σχηματίστηκαν καθώς έληγε ο A´ Παγκόσμιος Πόλεμος, στη μετα-αποικιακή εποχή, και ακόμη στη σημερινή μετακομμουνιστική εποχή· ότι έχουμε τη δυνατότητα άμεσης παρατήρησης, ιδίως μέσω της κοινωνικής ανθρωπολογίας, η οποία εμπλούτισε την οπτική των ιστορικών· τέλος ότι έχουμε ένα διεθνές δίκτυο και πεδίο σπουδών που απαιτεί μια κοινή γλώσσα, επομένως τη μετάφραση των εννοιών που χρησιμοποιούμε.


* Ασυμφωνίες και παραδοχές


Αν και δεν υπάρχει καθόλου ομοφωνία στις νεότερες προσεγγίσεις για το έθνος, εν τούτοις όλες μοιράζονται δύο παραδοχές. H πρώτη είναι μια κριτική στάση απέναντι στους αυτο-ορισμούς του έθνους. Παράδειγμα: είναι εκτός συζήτησης πλέον το να παίρνει κανείς τους ισχυρισμούς της γενιάς του ’30 για την «ελληνικότητα» ως πραγματικότητα, αλλά είναι εντός το να τους εξετάζει ως κατασκευή (βλ. λ.χ. Γιώργος Γιαννουλόπουλος, Διαβάζοντας το Μακρυγιάννη, Πόλις, 2003). H δεύτερη παραδοχή αφορά την ικανότητα να μην ταυτίζουμε την ιστορία, το παρελθόν, με την εθνική ιστορία και το εθνικό παρελθόν. Για τον περισσότερο κόσμο η ιστορία ταυτίζεται με την πατριδογνωσία. Οταν, π.χ., στο άρθρο του ο κ. N. Βαγενάς ρωτά «αν τα έθνη τα δημιουργεί ο εθνικισμός, τότε ποιος δημιουργεί τον εθνικισμό;» δείχνει ότι δεν μπορεί να κατανοήσει αυτή τη διάκριση. Να αντιληφθεί δηλαδή ότι μπορεί να υπάρχουν δυνάμεις και διαδικασίες ευρύτερες από εκείνες τις οποίες μπορεί να περικλείσει ένα έθνος, και οι οποίες μπορούν να οδηγήσουν στην ανάγκη συγκρότησης εθνών ως τρόπων κοινωνικής οργάνωσης. Αλλωστε τον εντοπισμό αυτών των δυνάμεων αφορά το μεγαλύτερο μέρος της σύγχρονης βιβλιογραφίας για το έθνος (και η οποία εσφαλμένα ονομάζεται μεταμοντέρνα).


* Το φολκλόρ των αντιδράσεων


Οι δημόσιες συζητήσεις για την ιστορία μπορεί να φαίνονται ακαδημαϊκές, αλλά κατά κανόνα έχουν μείζονες συνέπειες. Π.χ., το 1955, η δημοσίευση από τον N. Σβορώνο της Επισκόπησης της νεοελληνικής ιστορίας, σε μια δημοφιλή σειρά στα γαλλικά, του στοίχισε την αφαίρεση του ελληνικού διαβατηρίου. Το επεισόδιο αυτό δεν είναι μοναδικό. Το όνομα Φαλμεράυερ χρησιμοποιήθηκε συχνά ως επίθετο με τη σημασία του μισέλληνα. Λίγοι ξένοι ελληνιστές, που είχαν μια διαφορετική οπτική στην ελληνική ιστορία από την κάθε φορά επικρατούσα στην Ελλάδα, γλίτωσαν από την κατηγορία αυτή. Ακόμη και διδακτορικές διατριβές, που αργότερα αποτέλεσαν βιβλία αναφοράς, απορρίφθηκαν επειδή υπαινίσσονταν κοινωνικές αιτίες του «1821». Οταν κάτι τέτοιο είχε υποστηρίξει ο Γιάννης Κορδάτος, στο ομώνυμο βιβλίο του, προκάλεσε την αγανάκτηση ακόμη και της Ιεράς Συνόδου. Μια καταδικαστική παράγραφος εναντίον του μαρξιστή ιστορικού ήταν απαραίτητη σε κάθε έργο νεοελληνικής ιστορίας που επιδίωκε πιστοποιητικό εθνικοφροσύνης. Οι μικροαπάτες ήταν συχνά μέρος αυτού του φολκλόρ. Π.χ., στα μέσα του περασμένου αι. ο Κυριάκος Πιττάκης ενεχείρισε στον Φαλμεράυερ ένα παραχαραγμένο χρονικό που υποτίθεται ότι περιείχε πληροφορίες που ενίσχυαν τις θέσεις του, και όταν εκείνος ανύποπτος το χρησιμοποίησε, ο αθηναίος λόγιος τον κατάγγειλε ότι βασίστηκε σε πλαστές πηγές! Ακολουθώντας την παράδοση και ο κ. Βαγενάς υποστήριξε ότι υπάρχουν ιστορικοί που γράφουν ότι δεν υπάρχουν Ελληνες πριν από τον 18ο αιώνα. Οταν του ζητήθηκε να προσκομίσει την παραπομπή, μας είπε ότι δεν το γράφουν ακριβώς έτσι, αλλά συνάγεται από άλλα που έχουν πει. Βέβαια αυτές οι λαθροχειρίες δεν είναι τόσο αθώες και παιγνιώδεις όσο φαίνονται, αν και ενίοτε είναι πολύ διαφανείς, για να ληφθούν σοβαρά υπόψη.


* Το πολιτικό διακύβευμα


Ποιο είναι το διακύβευμα της τωρινής συζήτησης; Τι αλλάζει από τη μια προσέγγιση στην άλλη, και γιατί αυτό αφορά τους αναγνώστες; Τι αλλάζει δηλαδή στην αντίληψή μας αν δεχτούμε ότι τα έθνη δεν είναι αρχέγονα, αλλά σχηματίζονται στην εποχή της νεωτερικότητας; H απάντηση είναι ότι στρέφουμε την προσοχή μας από το επίπεδο της αναζήτησης των καταβολών στο επίπεδο της κατανόησης των διαδικασιών συγκρότησης σε έθνος. H αφετηριακή υπόθεση είναι ότι οι διαδικασίες αυτές πυροδοτούνται μέσα από τις αλλαγές που προκαλεί στην κοινωνία ό,τι ονομάστηκε νεωτερικότητα. Μας ενδιαφέρουν επομένως αυτές οι διαδικασίες συγκρότησης και όχι τα στοιχεία που χρησιμοποιήθηκαν και τα οποία μπορούσαν να ανήκουν σε παλαιότερα πολιτισμικά σχήματα, όπως ο Ελληνισμός, η Ορθοδοξία, η παράδοση της Αυτοκρατορίας κτλ. Μας ενδιαφέρουν αυτές οι διαδικασίες συγκρότησης, γιατί μέσα από αυτές το παλαιότερο πολιτισμικό υλικό ανασημασιοδοτήθηκε, μπήκε σε νέα συμφραζόμενα, σε διαφορετικές συστοιχίες από εκείνες στις οποίες ως τότε ανήκε. Με αυτόν τον τρόπο και στην ιστορία του έθνους διαπιστώθηκε αυτό το οποίο αναζητούνταν αναδρομικά. Αυτές τις διαδικασίες συγκρότησης δεν πρέπει να τις δούμε μόνο ως προς το εσωτερικό της κοινότητας που δημιούργησαν, αλλά και ως προς το εξωτερικό, ως προς τη διεθνή δημόσια σφαίρα. Δηλαδή η ελληνική εθνική ιστορία ακολούθησε έναν τύπο ευρωπαϊκού ιστορικού αφηγήματος το οποίο ονομάστηκε εθνική ιστορία. Γι’ αυτό και κανείς δεν διανοήθηκε να γράψει ιστορία του ελληνικού έθνους πριν από τη συγκρότηση του ελληνικού εθνικού κράτους. Ταυτόχρονα όμως η ελληνική εθνική ιστορία διαφοροποιήθηκε από τα ευρωπαϊκά πρότυπα και τους απάντησε, προβάλλοντας τη δική της εκδοχή και διεκδικώντας τη δική της ερμηνεία των διαδοχικών παρελθόντων. Κατά καιρούς μάλιστα υπήρξαν έντονοι διαξιφισμοί ανάμεσα σε έλληνες και ξένους ελληνιστές και βυζαντινολόγους για τη γενεαλογία στην οποία θα όφειλαν να ενταχθούν περιοχές της ιστορίας όπως η αρχαιότητα ή το Βυζάντιο. Δεν είναι παράξενες αυτές οι έριδες διεκδίκησης. Αλλωστε ένα από τα χαρακτηριστικά κάθε εθνικής ιστορίας είναι η τάση να απορροφήσει στις δομές και στον εννοιολογικό της κορμό την ιστορία συνολικά. Ετσι βλέπουμε ακόμη και εθνικές εκδοχές της παγκόσμιας ιστορίας.


Και το πολιτικό διακύβευμα; Τι θα άλλαζε αν στρέψουμε την προσοχή μας από την εθνορομαντική, στη «διαδικασιακή» και «συγκροτησιακή» αντίληψη του έθνους; H πρώτη απάντηση είναι ότι έτσι μεταθέτουμε την προσοχή μας από τους αρχέγονους (primordial) στους πολιτικούς (civic) δεσμούς τού συνανήκειν. Αυτή η στροφή είναι αναγκαία για να καταλάβουμε τις διαδικασίες αλλαγής και επανασυγκρότησης των πολιτικών κοινοτήτων μέσα στις οποίες ζούμε σήμερα. Για να καταλάβουμε δηλαδή τη σχέση του ελληνικού συνανήκειν με το διαμορφούμενο ή διαμφισβητούμενο ευρωπαϊκό· για να καταλάβουμε αν και πώς μπορεί να δημιουργηθεί συνανήκειν με τους μετανάστες και αλλοεθνείς που ζουν μαζί μας· για να καταλάβουμε πως αλλάζει η κοινότητά μας αλλά και πως μπορεί να διατηρήσει την αλληλεγγύη της σε συνθήκες παγκοσμιοποίησης· για να καταλάβουμε ευρύτερα τη σχέση μεταξύ πολιτισμικής διαφοροποίησης και αλληλεγγύης στη συγκρότηση κοινοτήτων. H εθνική ταυτότητα έχει να κάνει με τους προσανατολισμούς και τις προτεραιότητες που θέλει να επιβάλει σε όσους τη μοιράζονται. Από καιρό έχει γίνει αισθητή η ανάγκη ανακαίνισής της.


Ο κ. Αντώνης Λιάκος είναι καθηγητής της Ιστορίας στο Πανεπιστήμιο Αθηνών.