• Αναζήτηση
  • Προοπτική μακρόχρονης σταθερότητας

    Προοπτική μακρόχρονης σταθερότητας Τ. ΓΙΑΝΝΙΤΣΗΣ Η ένταξη στο ενιαίο νόμισμα θα έχει πολύπλευρες επιδράσεις στην οικονομία και κυρίως στο κόστος χρηματοδότησης τόσο του κράτους όσο και των ιδιωτών. Από την άποψη αυτή θα ενισχύσει την ανταγωνιστικότητα. Πρέπει όμως να τονιστεί ότι η ΟΝΕ δεν είναι απλώς μια ιστορία πληθωρισμού, ελλειμμάτων και επιτοκίων. Η ΟΝΕ επίσης δεν είναι απλώς μια σημαντική αλλαγή

    Προοπτική μακρόχρονης σταθερότητας | tovima.gr






    Η ένταξη στο ενιαίο νόμισμα θα έχει πολύπλευρες επιδράσεις στην οικονομία και κυρίως στο κόστος χρηματοδότησης τόσο του κράτους όσο και των ιδιωτών. Από την άποψη αυτή θα ενισχύσει την ανταγωνιστικότητα. Πρέπει όμως να τονιστεί ότι η ΟΝΕ δεν είναι απλώς μια ιστορία πληθωρισμού, ελλειμμάτων και επιτοκίων. Η ΟΝΕ επίσης δεν είναι απλώς μια σημαντική αλλαγή στα εργαλεία της οικονομικής πολιτικής, με την έννοια της απώλειας της νομισματικής πολιτικής και του περιορισμού των βαθμών ελευθερίας στη δημοσιονομική και εισοδηματική πολιτική.


    Το καθοριστικό στοιχείο της αλλαγής που προκαλεί το ενιαίο νόμισμα εντοπίζεται στο επίπεδο της ίδιας της πολιτικής και ιδιαίτερα στον χαρακτήρα της οικονομικής πολιτικής. Πιο συγκεκριμένα, αυτό που έχει ακόμη μεγαλύτερη σημασία από τα παραπάνω είναι ότι περιορίζονται σημαντικά οι δυνατότητες της εκάστοτε κυβέρνησης να δημιουργεί παλινδρομήσεις, εκλογικούς κύκλους χαλάρωσης και οπισθοδρόμησης ή οικονομική κρίση για λόγους μικροκομματικούς. Η οικονομία και η κοινωνία θα λειτουργούν σ’ ένα περιβάλλον πολύ πιο σταθερό και βέβαιο απ’ ό,τι στο παρελθόν.


    Τη σταθερότητα αυτή συμπληρώνει εξ ορισμού η νομισματική σταθερότητα, η οποία ήταν ένα από τα μεγάλα ελλείμματα της μεταπολεμικής πορείας της οικονομίας μας. Ο συναλλαγματικός κίνδυνος, το κρατικά διευθυνόμενο τραπεζικό σύστημα, το τίμημα των υψηλών πραγματικών επιτοκίων, με το premium του κινδύνου, η αβεβαιότητα για τις προοπτικές της προσωπικής αποταμίευσης, για τη διαχείριση των ρευστών διαθεσίμων της επιχείρησης, που κυριάρχησαν για πολλές δεκαετίες στην οικονομική σκηνή της χώρας, περιορίζονται από πλευράς σημασίας θεαματικά.


    Ολα αυτά υποδηλώνουν αλλαγές με πολλαπλές συνέπειες για το οικονομικό περιβάλλον των νοικοκυριών και της επιχειρηματικής δραστηριότητας, για τις σχέσεις κράτους – αγοράς, για τις νέες δυνατότητες που διαμορφώνονται.


    Βεβαίως οι περιορισμοί στην άσκηση εργαλείων δεν σημαίνει ότι δεν δημιουργούν και προβλήματα. Κυρίως γιατί περιορίζονται οι κοινωνικές και πολιτικές επιλογές που μπορεί να απαιτούν μια διαφορετική ιεράρχηση στόχων και εργαλείων. Η πραγματικότητα όμως δεν κινείται στα ακραία όρια του μαύρου ή του άσπρου. Ετσι αυτό που έχει σημασία είναι αν σε τελευταία ανάλυση τα οφέλη είναι υψηλότερα από το κόστος. Πιστεύω ότι είναι. Μια τέτοια σύγκριση πάντως έχει εξαιρετικά ισχυρό αξιολογικό χαρακτήρα έτσι ώστε να είναι δύσκολη η συναγωγή συμπερασμάτων.


    Η εμπειρία πάντως δείχνει ότι οι μεγάλοι οικονομικοί ή κοινωνικοί στόχοι μπορούν τελικώς να επιτευχθούν μέσα από συστηματικές και ολοκληρωμένες πολιτικές και έξω από βραχυχρόνιες κινήσεις εντυπωσιασμού. Το νέο πλαίσιο δημιουργεί εμπόδια σε τέτοιες κινήσεις, αλλά αφήνει σημαντικούς βαθμούς ελευθερίας στον προσδιορισμό και στην υλοποίηση σημαντικών κοινωνικών επιλογών και αξιών.


    Αυτά όλα σημαίνουν πάντως ότι για πρώτη φορά εδώ και αρκετές δεκαετίες η ελληνική οικονομία έχει την προοπτική μιας μακρόχρονης σταθερότητας, ενός αυξημένου βαθμού βεβαιότητας στο πεδίο της οικονομικής πολιτικής. Επιπλέον το νέο αυτό στοιχείο συνδυάζεται με μια επίσης ιστορικά νέα περίοδο βελτίωσης της συνεργασίας και της θέσης της χώρας στη ΝΑ Ευρώπη. Οι δύο αυτές εξελίξεις από μόνες τους θα είναι πηγή μιας αναπτυξιακής πορείας που θα εξασφαλίζει έναν σίγουρο ρυθμό μεγέθυνσης για ορισμένα χρόνια, ο οποίος βεβαίως θα επηρεάζεται προς τα πάνω ή προς τα κάτω από άλλους συγκυριακούς ή διαρθρωτικούς παράγοντες.


    Με τα νέα αυτά δεδομένα η απάντηση στα νέα προβλήματα και στα νέα ζητούμενα περνάει μέσα από το στοιχείο της διαρθρωτικής αλλαγής· μιας διαρθρωτικής αλλαγής που αφορά τόσο τον δημόσιο όσο και τον ιδιωτικό τομέα. Οι διαρθρωτικές αλλαγές που είναι αναγκαίο να γίνουν υπακούουν σε τρεις διαφορετικές λογικές:


    1 Αναδιαρθρώσεις που στοχεύουν στον εξορθολογισμό, στην αύξηση της παραγωγικότητας και στη μείωση της σπατάλης στη χρήση των πόρων. Στην κατηγορία αυτή εντάσσονται οι πολιτικές για την υγεία, τους δημόσιους οργανισμούς ή τις δημόσιες υπηρεσίες.


    2 Αναδιαρθρώσεις που στοχεύουν στην ενσωμάτωση στο παραγωγικό σύστημα ­ δημόσιο ή ιδιωτικό ­ στοιχείων που καθορίζουν είτε τη διεθνή ανταγωνιστικότητα, την ικανότητα βιώσιμης παρουσίας στην αγορά και άντλησης οφελών από αυτήν είτε την ικανότητα προσφοράς προϊόντων ή υπηρεσιών που να ανταποκρίνονται στις πραγματικές σημερινές ανάγκες του κοινωνικού συνόλου. Στην κατηγορία αυτή εντάσσονται οι αναδιαρθρώσεις σε επίπεδο επιχείρησης και η αναδιάρθρωση ευρύτερων παραγωγικών συστημάτων, όπως του αγροτικού τομέα, της μεταποίησης, της ενέργειας, αλλά και των υπηρεσιών του Δημοσίου.


    3 Θεσμικές αναδιαρθρώσεις που αποβλέπουν στο να προσαρμόσουν θεσμικές σχέσεις που έχουν δημιουργηθεί στο παρελθόν στα νέα δεδομένα, στο μέτρο που η αδράνεια θα κινδύνευε να δημιουργήσει καταστάσεις με πολύ υψηλό κόστος και αρνητικές επιδράσεις σε ειδικές ομάδες πληθυσμού ή στην οικονομία και κοινωνία συνολικά. Κύριο παράδειγμα στην κατηγορία αυτή, η αναμόρφωση του συστήματος κοινωνικής ασφάλισης. Επίσης όμως μπορούν να αναφερθούν οι θεσμικές αλλαγές σε τομείς που αφορούν το νέο παραγωγικό πρότυπο και την απασχόληση καθώς και το εκπαιδευτικό σύστημα με την ευρεία έννοια.


    Ο κ. Τάσος Γιαννίτσης είναι καθηγητής του Πανεπιστημίου Αθηνών και οικονομικός σύμβουλος του Πρωθυπουργού.

    Οικονομία