από metereologos.gr
Δευτέρα 16 Ιουλίου 2018
 
 

Ηρώ Μπέζου: «Κάθε εποχή εκδικείται τους αληθινά ρομαντικούς»

Η ηθοποιός απαντά σε τέσσερις ερωτήσεις σχετικά με την παράσταση Lenz της πολλά υποσχόμενης νεανικής θεατρικής ομάδας Kursk
Ηρώ Μπέζου: «Κάθε εποχή εκδικείται τους αληθινά ρομαντικούς»
εκτύπωσημικρό μέγεθος  μεγάλο μέγεθος

 

Είναι εκλεκτά τα μέλη της ομάδας Kursk, η οποία δημιουργήθηκε το 2012 και ανέβασε πριν από δύο χρόνια την παράσταση «Ο Άρντεν πρέπει να πεθάνει» στο Θέατρο της Οδού Κυκλάδων και στο Θέατρο Τέχνης (Φεστιβάλ Αθηνών 2015). Πριν από μερικές εβδομάδες επανήλθαν μεταφέροντας στη σκηνή του bios τη μικρής έκτασης νουβέλα «Λεντς», το μόνο διήγημα του Γκέοργκ Μπίχνερ, ένα κείμενο που συγκαταλέγεται στα αριστουργήματα της γερμανικής λογοτεχνίας. Μία από τις ηθοποιούς που παίζουν στην παράσταση, η Ηρώ Μπέζου, μας μίλησε για την ουσία του ποιητικού αυτού έργου και για τη δυναμική μιας ομάδας που παλεύει να αφήσει το δικό της στίγμα στον χάρτη του σύγχρονου ελληνικού θεάτρου.
--------------------------------------

Γιατι επιλέξατε αυτό το διήγημα για τη νέα παρασταση της ομάδας σας;

«Είναι η δεύτερη φορά που ασχολούμαστε με κείμενο του Μπύχνερ, είχαμε κάνει και τον Βόυτσεκ το 2012. Η επιλογή έγινε από τον Χάρη Φραγκούλη (σ.σ. ο ραγδαία ανερχόμενος ηθοποιός υπογράφει τη σκηνοθεσία της παράστασης). Και εκείνος και εμείς θελήσαμε να συναντηθούμε με τον Μπύχνερ, όπως ο συγγραφέας προσπάθησε να συναντηθεί με τον Λεντς γράφοντας την ιστορία του. Και όπως ο Λεντς συναντήθηκε με τον πάστορα Ομπερλιν αναζητώντας ανακούφιση και μάτια που να τον καταλαβαίνουν και να απαλύνουν τον πόνο του. Προσπαθούμε να "μεγαλώσουμε" μέσα από αυτό το έργο και την υπέροχη ποίησή του, για να κατανοήσουμε την ψυχή και το μυαλό αυτού του ανθρώπου, να πλησιάσουμε αυτό το μεγαλειώδες "άνοιγμά" του στα πάντα».

Συνθλιβει η εποχή μας τους ρομαντικούς, εκείνους δηλαδή που διακρίνονται από ιδιαίτερη ευαισθησία;

«Νομίζω κάθε εποχή καταπίνει ή εκδικείται με κάποιον τρόπο τους αληθινά ρομαντικούς. Είναι χαρακτηριστικό του ανθρώπου γενικά, όχι του σύγχρονου ανθρώπου, του Έλληνα, του Ισπανού ή του Αμερικάνου. Ο άνθρωπος δεν αντέχει να βλέπει αυτό που ο ίδιος δεν έχει, είτε πρόκειται για ένα είδος ιδιοφυΐας, είτε για την γενναιότητα να εκθέσεις τον εαυτό σου στην αλήθεια. Δηλαδή στο άγνωστο, στο ότι δεν υπάρχει τρόπος να "γίνουν" τα πράγματα, δεν υπάρχει "πατέντα", είμαστε, θέλοντας και μη, ευάλωτοι, τρωτοί, φθαρτοί και αυτή η αποδοχή είναι η αληθινή  δύναμή μας. Όταν κάποιος μας υπενθυμίζει αυτό με όλη του την ύπαρξη και δεν παλεύει να οχυρωθεί και να κρυφτεί πίσω από μια ταυτότητα-πράγμα εξαιρετικά σπάνιο- μας πανικοβάλλει και σπεύδουμε να τον χαρακτηρίσουμε τρελό, επικίνδυνο, βλάκα, να τον αποκλείσουμε, να τον περιφρονήσουμε, να τον σκοτώσουμε».

Τρεις από τους ηθοποιούς μοιράζεστε τον κεντρικό ρόλο. Ηταν δύσκολο να βρεθεί αυτή η ισορροπία;

 «Ο Λεντς ερμηνεύεται πράγματι από τρεις ηθοποιούς στην παράστασή μας. Αλλά και οι πέντε προσπαθούμε να ακολουθούμε την διαδρομή του και να αφηγηθούμε την πορεία του προς αυτό το "τίποτα" στο οποίο φαίνεται να φτάνει στο τέλος. Η αλλαγή του ήρωα προκύπτει από κάποιες συνθήκες που όντως, και στο βιβλίο, τον μετακινούν, ή αποκαλύπτουν μια άλλη πτυχή της προσωπικότητάς του, οπότε δραματουργικά νομίζω ότι δεν υπάρχει τόση δυσκολία ως προς αυτό. Ο καθένας ακολουθεί τον ήρωα, λιγότερο ή περισσότερο, σε όλη την ροή της παράστασης, είτε τον ερμηνεύει άμεσα εκείνη την στιγμή είτε όχι».

Πώς θα περιγράφατε τη δυναμική της ομάδας σας;

«Θα έλεγα ότι μας ενώνει η επιθυμία για το ίδιο πράγμα, μια κοινή ανάγκη, να καταλάβουμε κάτι για μας και τους ανθρώπους που μας βλέπουν, να γνωριστούμε πιο ουσιαστικά, να χρησιμοποιήσουμε τα κείμενα πάνω στα οποία κάθε φορά δουλεύουμε, να χρησιμοποιήσουμε τους θεατές, ο ένας τον άλλον, ώστε να μάθουμε κάτι στ αλήθεια, είτε ευχάριστο, είτε δυσάρεστο. Ο καθένας κάνει την δουλειά του, ο Χάρης σκηνοθετεί, εμείς παίζουμε, ο Κορνήλιος Σελαμσής συνθέτει μουσική, ο καθένας έχει την ευθύνη που του αναλογεί και μαθαίνουμε πώς να δουλεύουμε μέσα στα χρόνια, μεγαλώνουμε μαζί. Δεν είναι δεδομένη η σχέση μας, δοκιμάζεται και προχωράει».

Lenz
Bios Main
Μετάφραση: Μένης Κουμανταρέας
Σκηνοθεσία: Χάρης Φραγκούλης
Μουσική: Κορνήλιος Σελαμσής
Παίζουν: Σοφία Κόκκαλη, Αντρέας Κοντόπουλος, Ηρώ Μπέζου, Γιάννης Παπαδόπουλος, Μιχάλης Τιτόπουλος
έως την Κυριακή 14 Μαΐου
Παραστάσεις: Πέμπτη έως Κυριακή
Ώρα έναρξης: 21.00
Τιμή Εισιτηρίου: 10 ευρώ (ενιαίο)



Πολιτισμός περισσότερες ειδήσεις

εκτύπωσημικρό μέγεθος  μεγάλο μέγεθος

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ

 
 
σχόλια (1)
 
 
απομένουν 700 χαρακτήρες
Τα πεδία που είναι σημειωμένα με * είναι υποχρεωτικά
 
Τα μηνύματα που δημοσιεύονται στο χώρο αυτό εκφράζουν τις απόψεις των αποστολέων τους. Το ΒΗΜΑ δεν υιοθετεί καθ’ οιονδήποτε τρόπο τις απόψεις αυτές. Ο καθένας έχει δικαίωμα να εκφράζει την γνώμη του, όποια και να είναι αυτή. Δεν δημοσιεύονται συκοφαντικά ή υβριστικά σχόλια και όσα είναι γραμμένα με κεφαλαία γράμματα. Τέτοια μηνύματα θα διαγράφονται όποτε εντοπίζονται.
     
    Ο ΝΕΠΟΤΙΣΜΟΣ ... ΚΑΛΑ ΚΡΑΤΕΙ ΚΑΙ ΣΤΟ ΘΕΑΤΡΟ! | 07/05/2017 09:15
    Αν δεν απατώμαι, η Ηρώ Μπέζου είναι η κόρη του Γιάννη Μπέζου. Δεν θέλω να αμφισβητήσω την υποκριτική της ικανότητα. Εξάλλου, δεν την έχω δει πάνω στη σκηνή. Αυτά όμως που με προβληματίζουν είναι τα εξής: Θα είχε αυτή την προβολή, αν δεν είχε τον εν λόγω πατέρα; Πόσοι άλλοι νέοι με την ίδια υποκριτική δεινότητα ή και ψηλότερη αγνοούνται, γιατί απλά δεν είναι παιδιά ή ανίψια κάποιου διακεκριμένου; Ο νεποτισμός στην Ελλάδα έχει πια κυριαρχήσει παντού, ώστε δεν υπάρχει σωτηρία για αυτή τη χώρα; Οι άξιοι που έχουν να προσφέρουν τόσα σε όλους τους τομείς, επιστήμη, πολιτική, τέχνη, θα βρίσκονται απλά στο περιθώριο; Ποιος είναι ο ρόλος των ΜΜΕ σε όλο αυτό;
    Ανώνυμος / η
    απάντηση75