από metereologos.gr
Παρασκευή 20 Ιουλίου 2018
 
 

Η σύγχρονη ελληνική παθογένεια

Μια εναγώνια αναζήτηση απαντήσεων στα προβλήματα μιας χώρας όπου, όπως ο συγγραφέας υπαινίσσεται, αφτιά υπάρχουν μόνο για τις κραυγές και όχι για τις έλλογες εκφορές του Λόγου
Η σύγχρονη ελληνική παθογένεια
εκτύπωσημικρό μέγεθος  μεγάλο μέγεθος

 

Γιώργος Σταμάτης
«Ελληνοπάθεια»
Εκδόσεις EMG, Αθήνα, 2013,
σελ. 432, τιμή 15 ευρώ

Πάμπολλα είναι τα ελλείμματα τα οποία, τόσο ως αιτίες όσο και ως εκφράσεις της, αποτυπώνουν την πολύμορφη κρίση που βιώνει η χώρα μας κατά τα τελευταία χρόνια. Ατυχώς τα πιο σημαντικά από αυτά, και τα πιο πρωτογενή ως αιτίες, είναι τα λιγότερο μνημονευόμενα: έλλειμμα πολιτικού πολιτισμού, έλλειμμα αίσθησης του συμφέροντος του όλου όχι απλά ως υπέρτερου αλλά και ως μεσομακροπρόθεσμα καθορίζοντος τα συμφέροντα και την ευμάρεια των επί μέρους κοινωνικών κατηγοριών, έλλειμμα θεσμικής φαντασίας, διορατικότητας και ορθοφροσύνης, έλλειμμα προνοητικότητας και αποτελεσματικής λειτουργίας του κράτους, έλλειμμα, σε τελική ανάλυση, ρεαλισμού και κοινού νου. Αντιθέτως, υπάρχει πλεονασματική ικανότητα μετάθεσης ευθυνών, πλεόνασμα επιπολαιότητας και επιφανειακής προσέγγισης των πραγμάτων, πλεόνασμα κοινωνικού εγωισμού (που κάποτε εκδηλώνεται με μεθόδους δηλωτικές κοινωνικού τραμπουκισμού), πλεόνασμα λαϊκισμού και δυσλειτουργίας - ή εγωιστικής λειτουργίας - βασικών θεσμών του πολιτεύματος, όπως π.χ. τα κόμματα αλλά και η Δικαιοσύνη, πλεόνασμα με άλλα λόγια νοσηρών και νοσογόνων εστιών που μολύνουν την κοινωνία μας.

Εύλογα, επομένως, ο Γιώργος Σταμάτης, φωτισμένος σύμβουλος επιχειρήσεων και πνευματικός άνθρωπος με βαθιές ευαισθησίες, ξεκινά με όρους κλινικούς την προσέγγιση της ελληνικής κοινωνίας, με άλλα λόγια τη βλέπει ως έναν μεγάλο ασθενή, και αναζητεί μεθόδους θεραπείας της.  Αφού, λοιπόν, «ακτινοσκοπεί» πάμπολλες πτυχές της σύγχρονης ελληνικής παθογένειας ή «ελληνοπάθειας» (π.χ., τον ρόλο των ΜΜΕ, την Εκκλησία, τη δημόσια διοίκηση, το συνδικαλιστικό κίνημα, τον επεκτατισμό του κράτους που δημιουργεί ασφυξία, την κοινωνική αντιδραστικότητα και αντίδραση ακόμη και στις πιο αναγκαίες μεταρρυθμίσεις, όπως π.χ. το Ασφαλιστικό κτλ.), αναζητεί με αγωνία λύσεις ωφέλιμες και ανορθωτικές για τον τόπο. Αυτό δε το κάνει συχνά με διορατικότητα, κάποτε όμως και αναπαράγοντας «κοινοτοπίες» απαραίτητες (μια και στην Ελλάδα πάντα είναι προς κατάκτηση η επανάσταση του αυτονόητου, ενώ «ο κοινός νους δεν είναι τόσο κοινός όσο κοινά πιστεύεται»), όπως π.χ. η ανάγκη σύστασης Συνταγματικού Δικαστηρίου για ενιαίο, ασφαλή και συγκεντρωτικό έλεγχο της συνταγματικότητας των νόμων. Ταυτόχρονα, προφανώς ακολουθώντας την προσέγγιση των Ατζέμογλου και Ρόμπινσον στο ήδη κλασικό τους έργο Γιατί αποτυγχάνουν τα έθνη, αναδεικνύει με ένταση την ανάγκη έστω και καθυστερημένης δημιουργίας στη χώρα μας ανοικτών και ανταγωνιστικών θεσμών, μια και το δικό τους έλλειμμα - ή η νόθευσή τους στην πράξη: «Δεν μου φταίνε οι θεσμοί και τα συστήματα, μου φταίει το δαιμόνιο που έχουμε να εξευτελίζουμε τον κάθε θεσμό και το κάθε σύστημα» έγραφε κάποτε ο Σεφέρης στον Θεοτοκά - πολλαπλασιάζει, διευρύνει και εμβαθύνει τις κάθε λογής εθνικές μας νοσηρότητες. Αν όμως από τα προαναφερόμενα μάλλον αβίαστα συνάγεται πως το βιβλίο αυτό του Σταμάτη είναι χρήσιμο και από ορισμένες πλευρές πολύτιμο, τι θα μπορούσε ενδεχομένως να του προσαφθεί ως αδυναμία (αφού, ευλόγως, «δεν υπάρχει άξιος έπαινος χωρίς κριτική);

Εν πρώτοις, υπάρχει υπερβολικός «ετεροκαθορισμός», εφόσον τόσο στις επισημάνσεις των νοσηρών πτυχών της πραγματικότητας όσο και στις προτεινόμενες μεταρρυθμίσεις ο συγγραφέας ζητεί συχνά, σαν ένα είδος prêt-a-penser,  έτοιμες συνταγές από καταξιωμένους συγγραφείς, διανοητές και άλλους παρατηρητές-σχολιαστές της σύγχρονης κοινωνικής μας πραγματικότητας. Μάλιστα δε, κάνοντας αυτό, αναμειγνύει μεγάλα πνευματικά μεγέθη (π.χ., Καστοριάδης, Κονδύλης, Ράμφος, Γιανναράς, Αξελός, Μουζέλης, Τσουκαλάς κ.ά.) με άλλα ελάσσονα ή ενίοτε και εκπροσώπους του πνευματικού νανισμού.

Δεύτερον, υπεισέρχεται σε μελέτη αρκετά τεχνητών θεμάτων, π.χ. των εκλογικών συστημάτων, τα οποία προσεγγίζει αρκετά επιφανειακά και κάποτε με στερεότυπα, όπως η ανάγκη για μονιμότητα του εκλογικού συστήματος (το οποίο όμως πρέπει να μεταβάλλεται ανάλογα με τη μεταβαλλόμενη δομή της πολιτικής πραγματικότητας - άλλο θέμα η ορθή, και ήδη από δεκαετίας υφιστάμενη στη χώρα μας, συνταγματική απαγόρευση προεκλογικής αλλαγής του).

Τρίτον, δείχνει να υποβαθμίζει την εγγενή στη φύση του κοινοβουλευτικού συστήματος αστάθεια του εκλογικού κύκλου (εφόσον στέρηση της εμπιστοσύνης του Κοινοβουλίου προς την κυβέρνηση είναι εξαιρετικά δύσκολο να μην οδηγήσει σε πρόωρες εκλογές). Αυτό βέβαια δεν αναιρεί την ανάγκη σταθεροποίησης και επιμήκυνσης - και για οικονομικούς λόγους - του πολιτικού κύκλου (που μπορεί να γίνει είτε με υιοθέτηση εναλλακτικής εκδοχής του δημοκρατικού πολιτεύματος είτε με θέσπιση της εποικοδομητικής πρότασης μομφής είτε με το σουηδικό μοντέλο πρόωρης διάλυσης της Βουλής είτε με άλλες θεσμικές μεθοδεύσεις).

Οποιες και αν είναι, ωστόσο, οι κάθε λογής επί μέρους επιφυλάξεις, το βιβλίο του Σταμάτη είναι μια βροντώδης φωνή αγωνίας και μια εναγώνια αναζήτηση ποιοτικών απαντήσεων στα προβλήματα μιας χώρας όπου, όπως ο συγγραφέας ήδη από την αφιέρωση υπαινίσσεται, αφτιά υπάρχουν μόνο για τις κραυγές και όχι για τις έλλογες εκφορές του Λόγου.     

Ο κ. Θανάσης Διαμαντόπουλος είναι καθηγητής Πολιτικής Επιστήμης στο Πάντειο Πανεπιστήμιο.



ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ
Βιβλία + ιδέες περισσότερες ειδήσεις

εκτύπωσημικρό μέγεθος  μεγάλο μέγεθος

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ

 
 
σχόλια (0)
 
 
απομένουν 700 χαρακτήρες
Τα πεδία που είναι σημειωμένα με * είναι υποχρεωτικά
 
Τα μηνύματα που δημοσιεύονται στο χώρο αυτό εκφράζουν τις απόψεις των αποστολέων τους. Το ΒΗΜΑ δεν υιοθετεί καθ’ οιονδήποτε τρόπο τις απόψεις αυτές. Ο καθένας έχει δικαίωμα να εκφράζει την γνώμη του, όποια και να είναι αυτή. Δεν δημοσιεύονται συκοφαντικά ή υβριστικά σχόλια και όσα είναι γραμμένα με κεφαλαία γράμματα. Τέτοια μηνύματα θα διαγράφονται όποτε εντοπίζονται.