«Οι άντρες, όταν έχουν ανάγκη να αισθανθούν νέοι, φεύγουν. Τα παλιά χρόνια έκαναν πόλεμο…» λέει ο Νίκος Χαλκίνης, φιλόλογος και ποιητής χωρίς μούσα- ποιος άλλωστε έχει μούσα τούτες τις μέρες- εξηγώντας την οργανωμένη δραπέτευση μιας παρέας σαρανταπεντάρηδων από τη βολεμένη ζωή και τις ευθύνες τους ένα καλοκαίρι, στα τέλη της πρώτης δεκαετίας της νέας χιλιετίας.

Στο νέο μυθιστόρημα του Ισίδωρου Ζουργού, με τον τίτλο Ανεμώλια , πέντε Θεσσαλονικείς, παλιοί συμμαθητές, γέννημα-θρέμμα του μεγάλου δρόμου της Αγίου Δημητρίου, αποφασίζουν έναν Ιούλιο να φύγουν από τις οικογένειές τους και την πληκτική ή επαχθή καθημερινότητά τους και να αναζητήσουν το ταξίδι, την περιπέτεια, την ελευθερία και τα νιάτα τους που χάθηκαν, πάνω σε ένα ιστιοπλοϊκό με ρότα προς την Ανατολή: Ο χημικός Δημήτρης Χριστοδούλου, με το παρατσούκλι «Μυκηναίος», ο μικρότερος αδελφός του Χρήστος, ένας καλοβαλμένος νευρολόγος με σπίτι στο Πανόραμα, ο θηριώδης Στάθης, ένα λαϊκό παιδί, νυν άνεργος και πρώην πορτιέρης σε νυχτερινά μαγαζιά, ο Νικηφόρος, κοσμήτορας της Πολυτεχνικής Σχολής, και ο φιλόλογος Χαλκίνης.

Παιδιά της Αλλαγής

Ενα ταξίδι με πλοίο στο Αιγαίο, η αναζήτηση της ωραίας Ελένης- ενός νεανικού έρωτα του Χρήστου- ένας ανοϊκός γέρος-μάντης στον Αϊ-Στράτη, χρησμοί. Οι παραλληλισμοί με τα ομηρικά έπη είναι άφθονοι και πολλαπλώς διασταυρούμενοι. Ο «Μυκηναίος» Δημήτρης, ο «άναξ ανδρών», και ο ξανθός Χρήστος διαβάζονται ως οι σύγχρονοι Αγαμέμνονας και Μενέλαος. Ο Νικηφόρος, με το παρατσούκλι «Γέρος», είναι ο σοφός γέροντας Νέστορας. Ο πανύψηλος ευρύστερνος Στάθης, με την πλάτη στιγματισμένη από τα τατουάζ για να τον προφυλάσσουν από το κακό σαν άλλη ασπίδα, παραπέμπει στον κραταιό Αχιλλέα. Ο Νίκος, ο λόγιος της παρέας, παρατηρεί και καταγράφει την ιστορία τους, την οποία αργότερα θα αφηγηθεί ως άλλος Οδυσσέας στην αυλή των Φαιάκων.

Ιn medias res, με τον τρόπο του Ομήρου, ο Νίκος αφηγείται πώς τα βρόντηξαν όλα κι έφυγαν, πώς σαλπάρισαν χωρίς γυναίκες, με κλειστά κινητά, παρέα με το αλκοόλ και τις καύτρες των τσιγάρων τους, με παλιές επιθυμίες, κρυφά κρίματα, αναμνήσεις και συνένοχα μυστικά. Μέσα από τις κουβέντες του παρόντος αναδύονται σταδιακά τα συμβάντα του παρελθόντος: οι ατελέσφοροι έρωτες, οι υπαρξιακές ανησυχίες και οι κοινωνικές ανασφάλειες, ο ανταγωνισμός με το άλλο φύλο, οι οικογενειακές τραγωδίες, οι ζωές που πλέκονται η μια με την άλλη.

Είναι όλοι τους παιδιά της δεκαετίας του ΄60, νέοι της Αλλαγής, μέλη της μεσοαστικής τάξης στην καλύτερή της ώρα, κάποιοι έγιναν και νεόπλουτοι. Εζησαν τρεις δεκαετίες σταδιακής ευμάρειας, με τις «στίλβουσες αξίες ενός κύκλου και μιας εποχής: πολιτικός προοδευτισμός και ίντριγκα, διακριτικό πάρε-δώσε με τα πολιτικά κόμματα και φιλοδοξίες, συγκρατημένος ερωτισμός, ανθρωπισμός μιας χρήσης και ευπρέπεια». Ως την οικονομική κρίση, όταν οι βεβαιότητες καταρρίφθηκαν και η παλιά αισιοδοξία έγινε νέα καχυποψία. Με δηλώσεις μεγαλόστομες αναχωρούν κυνηγώντας χιμαιρικά νεανικά όνειρα ενός κόσμου καινούργιου και άφθαρτου. Φεύγουν κουρασμένοι και επιστρέφουν ηττημένοι από τον θάνατο. Τα καυχησιάρικα λόγια τα πήρε ο άνεμος. Κρατούν για παρηγοριά τη φιλία τους και την ανδρική αλληλεγγύη.

Ο Ζουργός επιδίδεται και σε αυτό το μυθιστόρημα σε εκείνο που ξέρει καλά: αναπτύσσει με δεξιοτεχνία ένα πλήθος χαρακτήρων που γίνονται συμπαθείς με τις ανθρώπινες ατέλειές τους. Εχοντας πλέον βρει έναν σταθερότερο βηματισμό στην πλοκή και έχοντας δουλέψει την έκφρασή του, συναρμόζει ιστορίες όπου το καθημερινό εναλλάσσεται με το τραγικό σε ένα μυθιστόρημα μελαγχολικό, αλλά τρυφερό και συγκινητικό, για τις μεγάλες προσδοκίες, τις σκληρές ματαιώσεις και τις μικρές χαρές της ζωής.

Σαν τον Οδυσσέα…

«Ανεμώλια»,λέξη ομηρική που σημαίνει «λόγια του ανέμου».Το βιβλίο χωρίζεται σε είκοσι τέσσερα κεφάλαια,όσες και οι ραψωδίες των επών.Αριθμούνται με τα γράμματα του αλφαβήτου, μικρά σαν της Οδύσσειας, και τιτλοφορούνται «Πατρόκλεια» ή «Νέκυια» ή «Καλυψώ» ή «νόστος»,αλάθητες αναφορές στα έπη.Στο μότο φράσεις από την Οδύσσεια του Ομήρου και εκείνη του Καζαντζάκη,αλλά και από τον Οδυσσέα του Τζέιμς Τζόις. Στο τέλος του βιβλίου- κατά την πάγια συνήθεια του συγγραφέαοι πηγές του: εκδόσεις και μελέτες για τον κόσμο των επών,η Πηνελοπιάδα της Μάργκαρετ Ατγουντ,η Τηλεμάχου Οδύσσεια του Δημήτρη Μίγγα, γλωσσάρι ομηρικών λέξεων και επεξηγήσεις.Οι προφανείς συμβολισμοί και οι αντιστοιχίες με τα ομηρικά έπη στο κείμενο πλαισιώνονται σφιχτά από ρητές διακειμενικές αναφορές στο παρακείμενο.Προς τι τόση έγνοια; Τι προσφέρει ουσιαστικά αυτός ο παραλληλισμός με τα έπη πέρα από μια έτοιμη σκαλωσιά για τη δόμηση της αφήγησης; Διότι η αφήγηση έχει ύπαρξη και ένταση και χωρίς αυτόν.

Ηταν στις προθέσεις του συγγραφέα να υπογραμμίσει εμμέσως τη σχέση του μυθιστορήματος με τον αλλοτινό πρόγονό του, το έπος; Ή μήπως να αντιπαραβάλει την τέχνη με τη ζωή;

«Χαλκίνη, παράτα τα βιβλία κι έλα μαζί μου.Η ζωή είναι πόλεμος!» λέει ο «Μυκηναίος» στον φίλο του, «ό,τι διάβασες διάβασες.Θα σε κάνω Οδυσσέα εγώ,θα δεις…».

ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ