Σε κοιτούν με εκείνα τα στρογγυλά, σχεδόν ανθρώπινα μάτια, γέρνουν το κεφάλι τους με απορία που θυμίζει παιδί και, πριν το καταλάβεις, σε έχουν κερδίσει. Είναι οι μικρές τους πατούσες που μοιάζουν με χεράκια; Ο τρόπος που αγκαλιάζουν τα μικρά τους; Ή εκείνη η αδέξια, σκανταλιάρικη ενέργεια που τις κάνει να πηδούν από κλαδί σε κλαδί σαν να παίζουν σε μια δική τους παιδική χαρά; Τις παρατηρείς να καθαρίζουν η μία την άλλη με προσήλωση κομμωτή σε σαλόνι ομορφιάς, να κλέβουν φρούτα με την ταχύτητα πορτοφολά, να κάνουν γκριμάτσες που θα ζήλευε και ο πιο εκφραστικός κωμικός. Εχουν – ή έτσι θέλουμε να πιστεύουμε – χιούμορ. Εχουν τρυφερότητα. Εχουν κυρίως εκείνη την ανατριχιαστική οικειότητα που μας θυμίζει ότι κάπου βαθιά στο εξελικτικό παρελθόν μας υπήρξαμε συγγενείς. Ισως γι’ αυτό τις βρίσκουμε τόσο χαριτωμένες: μέσα στη φασαρία και τη ζωηράδα τους βλέπουμε έναν πρώιμο άνθρωπο να μας κοιτά σαν να λέει «σε ξέρω». Είναι ενδιαφέρουσες και αστείες στα ντοκιμαντέρ ή στους ζωολογικούς κήπους. Για ορισμένες κοινωνίες, όμως, αποτελούν σοβαρό πρόβλημα.

Μακάκοι εκτός ορίων

Επίκεντρο της κρίσης είναι η επαρχία Λοπ Μπουρί στην Ταϊλάνδη και οι μακάκοι που ζουν εκεί, και που παραδοσιακά θεωρούνται ιεροί και αποτελούν τουριστικό αξιοθέατο. Κατά τη διάρκεια της πανδημίας, η απουσία τουριστών που τους τάιζαν συστηματικά έκανε τον ήδη μεγάλο πληθυσμό τους πιο ορατό και πιο επιθετικό. Αρχισαν επιδρομές σε καταστήματα, κλοπές τροφίμων από περαστικούς, προκάλεσαν ακόμα και φθορές σε κτίρια. Επιχειρήσεις που λειτουργούσαν στο κέντρο έκλεισαν ή μεταφέρθηκαν σε άλλες γειτονιές. Σήμερα το φαινόμενο δεν περιορίζεται στη Λοπ Μπουρί. Στο Πουκέτ, οι μακάκοι είναι μόνιμοι «θαμώνες» σε παραλίες και σε σημεία δημοφιλή για τους τουρίστες: ανοίγουν τσάντες, κλέβουν κινητά και γυαλιά ηλίου για να τα ανταλλάξουν με φαγητό. Στην επαρχία Πρατσούαπ Κίρι Χαν εισβάλλουν σε σπίτια και ξενοδοχεία, ανοίγοντας ψυγεία και ντουλάπες. Στο νησί Πι Πι Ντον, όπου βρίσκεται και η γνωστή Monkey Beach, η στενή επαφή με τουρίστες έχει οδηγήσει σε συχνούς τραυματισμούς από δαγκώματα που απαιτούν άμεση ιατρική φροντίδα και αντιλυσσικά εμβόλια. Επιπλέον, άρρωστοι μακάκοι έχουν μεταδώσει σε ανθρώπους που τους πλησίασαν παρασιτικές νόσους, όπως ψώρα, προκαλώντας τους δερματικά και αναπνευστικά προβλήματα.

Τα απαραίτητα μέτρα

Από το 2024, η κυβέρνηση της Ταϊλάνδης εφαρμόζει εκτεταμένο σχέδιο διαχείρισης της κρίσης. Προβλέπει στείρωση μεγάλου μέρους του πληθυσμού των μακάκων (στην πραγματικότητα αυτή η πρακτική έχει αρχίσει να εφαρμόζεται ήδη από το 2014) και τη μεταφορά χιλιάδων ζώων σε ειδικά διαμορφωμένους, περιφραγμένους χώρους, μακριά από τον αστικό ιστό. Το τάισμα έχει πλέον απαγορευτεί σε πολλές περιοχές, με αυστηρά πρόστιμα. Ενημερωτικές πινακίδες προειδοποιούν ότι αυτή η δημοφιλής στους τουρίστες συνήθεια «σκοτώνει» την άγρια φύση του ζώου. Στην επαρχία Λοπ Μπουρί δημιουργήθηκαν ειδικές μονάδες που περιπολούν με σφεντόνες – δίχως πέτρες, μόνο για εκφοβισμό μέσω θορύβου – ώστε να απομακρύνουν τις μαϊμούδες από πεζούς και καταστήματα. Παράλληλα, θεσπίστηκαν αποζημιώσεις για πολίτες που τραυματίζονται από επίθεση μαϊμούς.

Είδος «εν κινδύνω»

Παρά την εικόνα υπερπληθυσμού σε πόλεις και θέρετρα, οι μακάκοι με μακριά ουρά (long-tailed macaques) έχουν ταξινομηθεί αρχικά ως «ευάλωτο» (vulnerable) και στη συνέχεια ως «εν κινδύνω» (endangered) είδος. Το παράδοξο εξηγείται εύκολα: ενώ σε ορισμένες αστικές περιοχές συγκεντρώνονται σε μεγάλους αριθμούς, οι άγριοι πληθυσμοί στα δάση μειώνονται λόγω απώλειας βιοτόπων, αποψίλωσης και επέκτασης της γεωργίας. Καθώς οι ζούγκλες συρρικνώνονται, τα ζώα χάνουν τις φυσικές πηγές τροφής και στρέφονται σε καλλιέργειες και κατοικημένες περιοχές, όπου ενίοτε συγκρούονται με τους ανθρώπους. Παράλληλα, η ζήτηση για χρήση τους σε ιατρικά πειράματα τροφοδοτεί την παράνομη παγίδευση και διακίνησή τους, απειλώντας σοβαρά την επιβίωσή τους στο φυσικό περιβάλλον. Επιπλέον, ο τουρισμός άλλαξε ριζικά τη συμπεριφορά τους. Αντί να αναζητούν καρπούς και έντομα, έμαθαν να περιμένουν πατατάκια και αναψυκτικά. Πολλές μαϊμούδες στις τουριστικές ζώνες υποφέρουν πλέον από παχυσαρκία και διαβήτη λόγω της υψηλής κατανάλωσης ζάχαρης. Και όταν οι τουρίστες σταματούν να τις ταΐζουν (όπως έγινε στην πανδημία), οι μαϊμούδες βιώνουν κάτι σαν στερητικό σύνδρομο και γίνονται βίαιες για να βρουν την επόμενη δόση έτοιμης τροφής.

Ο αγώνας για την επιβίωση

Κάπως έτσι, η ιστορία παύει να είναι μια χαριτωμένη καρτ ποστάλ από εξωτικό προορισμό. Δεν είναι μόνο το viral βίντεο με τον μακάκο που κλέβει γυαλιά ηλίου και ποζάρει σαν influencer της ζούγκλας, περιτριγυρισμένος από τουρίστες που θαυμάζουν τη χάρη, την εξυπνάδα και το θράσος του. Είναι ένας καθρέφτης που αν τον κοιτάξουμε προσεκτικά, θα δούμε μέσα του κάτι πολύ πιο άβολο από ένα ζώο που κάνει σκανταλιές. Θα δούμε εμάς: τους ανθρώπους που εισβάλαμε στα δάση, τα μετατρέψαμε σε αξιοθέατο, ταΐσαμε την άγρια φύση με ζάχαρη και, όταν η ισορροπία διαταράχθηκε, απορήσαμε πώς προέκυψε το χάος. Στην πραγματικότητα οι μακάκοι δεν κάνουν «πόλεμο». Αγωνίζονται για να επιβιώσουν. Προσαρμόζονται. Μαθαίνουν από εμάς – ίσως πιο γρήγορα από όσο θα θέλαμε. Αντί να ψάχνουν καρπούς, έμαθαν να ξεκλειδώνουν τσάντες. Αντί να φοβούνται τον άνθρωπο, έμαθαν να παζαρεύουν μαζί του. Το ερώτημα δεν είναι αν είναι χαριτωμένοι ή ενοχλητικοί. Είναι αν μπορούμε να συνυπάρξουμε μαζί τους χωρίς να μετατρέπουμε καθετί άγριο σε θεματικό πάρκο και κάθε οικοσύστημα σε σκηνικό για selfies. Αν μπορούμε να αφήσουμε ένα ζώο να παραμείνει ζώο – όχι τουρίστας της ίδιας του της πατρίδας. Και αυτή η ερώτηση δεν αφορά μόνο τις μαϊμούδες της Ταϊλάνδης. Αφορά τον τρόπο που στεκόμαστε απέναντι σε καθετί ζωντανό που δεν είναι εμείς.