Τον Μάιο του 2010, έναν χρόνο και οκτώ μήνες μετά την πτώση της Lehman Brothers και την είσοδο της παγκόσμιας οικονομίας στη χειρότερη κρίση μετά το Κραχ του 1929, ο Μπιλ και η Μελίντα Γκέιτς, από κοινού με τον Γουόρεν Μπάφετ, προέβησαν σε μια ανακοίνωση που τάραξε τα νερά της ειδησεογραφίας.

Ούτε λίγο ούτε πολύ, οι άνθρωποι πίσω από τη Microsoft και τη Berkshire Hathaway, κάτοχοι τότε συνολικά 100 δισ. δολαρίων, δήλωναν ότι δεσμεύονταν να διαθέσουν το ήμισυ της περιουσίας τους σε μη κερδοσκοπικούς σκοπούς. Δεν επρόκειτο μάλιστα για απλή ατομική πρωτοβουλία, για μια εξαίρεση.

Στα σκαριά βρισκόταν μια ευρύτερη συνεννόηση με το όνομα The Giving Pledge, η οποία θα είχε τη στήριξη πλήθους ομολόγων τους: «Μιλάμε για τρισεκατομμύρια σε βάθος χρόνου», έλεγε ο Γουόρεν Μπάφετ, «αυτό που θέλουμε είναι να καθιερώσουμε μια νέα κανονικότητα».

Ως το τέλος εκείνης της χρονιάς τη δέσμευση είχαν υπογράψει 57 άτομα και οικογένειες, το 14% των δισεκατομμυριούχων των Ηνωμένων Πολιτειών. Τις πυκνές εμφανίσεις στα μέσα ενημέρωσης διάνθιζαν επισκέψεις στον Λευκό Οίκο του Μπαράκ Ομπάμα και στην ατμόσφαιρα πλανιόταν η αίσθηση πως στην εποχή της ύφεσης ο καπιταλισμός μπορούσε να μεταρρυθμιστεί ακόμα μία φορά, ενστερνιζόμενος τη φιλανθρωπία σε μεγάλη κλίμακα. Fast forward 16 χρόνια μετά, την αισιοδοξία έχει διαδεχθεί ο σκεπτικισμός – όχι της κοινής γνώμης, αλλά μιας νεότερης γενιάς πλουσίων που μοιάζουν να προτιμούν τα ίδια τα υλικά αγαθά από τις άυλες ηθικές ανταμοιβές της οικειοθελούς διανομής τους.

Οι πρώτοι διδάξαντες και η νέα γενιά δισεκατομμυριούχων

Αρχικά, η πρωτοβουλία των Γκέιτς και Μπάφετ υπήρξε πράγματι ιδιαίτερα επιτυχημένη. Μεταξύ των ονομάτων που έσπευσαν να την αποδεχθούν ήταν ο Ντέιβιντ Ροκφέλερ, αρχαιότερος της οικογένειας και εγγονός του Τζον Ντ. Ροκφέλερ, ο Μάικλ Μπλούμπεργκ του ομώνυμου ομίλου, ο συνιδρυτής της Microsoft Πολ Αλεν, η πρώην σύζυγος του Τζεφ Μπέζος, Μακένζι Σκοτ, o ιδρυτής των CNN και TNT Τεντ Τέρνερ, o συνιδρυτής του Fox Μπάρι Ντίλερ και η σύζυγός του Νταϊάν φον Φίρστενμπεργκ, ο σκηνοθέτης του «Star Wars» Τζορτζ Λούκας, ο ιδιοκτήτης του περιοδικού «Time» Μαρκ Μπένιοφ, o ρώσος ολιγάρχης Βλαντίμιρ Ποτάνιν, η Ντάγκμαρ Ντόλμπι των ηχητικών συστημάτων Dolby Laboratories, o Μπάρον Χίλτον της φημισμένης αλυσίδας ξενοδοχείων, ο Σαμ Αλτμαν της Open AI, ο Ντρoυ Χιούστον του Dropbox, ο Λάρι Ελισον της Oracle, o Μαρκ Ζάκερμπεργκ της Μeta, ο Ιλον Μασκ των SpaceX και Tesla.

Συνολικά, 256 πρόσωπα και οικογένειες έχουν δηλώσει συμμετοχή, εκ των οποίων οι 113 μέσα στην πρώτη πενταετία της ύπαρξης του Giving Pledge. Η χαλαρότητα της πρωτοβουλίας, η οποία θέτει ως προαπαιτούμενα μόνο την ανακοίνωση της σύμπραξης σε δελτίο Τύπου και την ανάρτηση μιας ανοιχτής επιστολής αποδοχής της στον ιστότοπό της, οπωσδήποτε βοήθησε στην εξάπλωσή της – το ίδιο και το γεγονός ότι η δέσμευση έχει ηθικό χαρακτήρα, οι σκοποί προς ενίσχυση αφήνονται στη διακριτική ευχέρεια του καθενός, η εκπλήρωση των όρων δεν παρακολουθείται. Στοιχεία που έχουν έρθει κατά καιρούς στη δημοσιότητα δείχνουν ότι «πρωταθλητές» των δωρεών έχουν αναδειχθεί οι Μπιλ και Μελίντα Γκέιτς (55 δισ. δολάρια), Γουόρεν Μπάφετ (51 δισ. δολάρια), Μάικλ Μπλούμπεργκ (25 δισ. δολάρια), Μαρκ Ζάκερμπεργκ (10 δισ. δολάρια). Για λίγα χρόνια η υπόσχεση του Μπάφετ για τα τρισεκατομμύρια που θα έρεαν όντως έμοιαζε πραγματοποιήσιμη.

Καθώς όμως το χρήμα κάνει τον κόσμο να γυρίζει, κάνει ταυτόχρονα και τους δικούς του κύκλους. Πλέον ο Μπιλ Γκέιτς δεν είναι ο δεύτερος πλουσιότερος άνθρωπος παγκοσμίως, όπως το 2010 – είναι ο δέκατος ένατος –, και ο Γουόρεν Μπάφετ δεν είναι ο τρίτος, είναι ο όγδοος στη σχετική real-time λίστα τού «Forbes». Αλλες γενιές, με άλλη προοπτική, εστιασμένη σε διαφορετικού ύφους επιχειρηματικότητα, έχουν έρθει στο προσκήνιο.

Σύμφωνα με έκθεση της ελβετικής επενδυτικής τράπεζας UBS από το 2025, την τελευταία δεκαετία ο αριθμός των δισεκατομμυριούχων αυξήθηκε κατά 50% φθάνοντας τους 2.891, ενώ το συνολικό τους κομπόδεμα αβγάτισε επίσης κατά 50%, αγγίζοντας τα 15,8 τρισ. δολάρια. Μεταξύ των ανερχόμενων υπερπλουσίων, έγραφε ο Θίοντορ Σλάιφερ στους «New York Times» της 15ης Μαρτίου, πολλοί σήμερα «απορρίπτουν τη φιλανθρωπία ως τίποτα παραπάνω από δημόσιες σχέσεις».

Η νοοτροπία τους περιγράφεται επιγραμματικά από τον κοινωνιολόγο Ααρον Χόρβατ, μεταδιδακτορικό ερευνητή του Πανεπιστημίου Χάρβαρντ: «Δεν χρειάζεται να ανέχομαι πλέον αυτή την κωμωδία της φιλανθρωπίας». Λιγότερο επιγραμματικά, αλλά εξίσου χαρακτηριστικά, έχει τεθεί το ζήτημα από τους ίδιους. Για παράδειγμα, ο Ιλον Μασκ έχει δηλώσει ορθά κοφτά ότι οι ίδιες οι επιχειρήσεις του «είναι η φιλανθρωπία».

Πιο μετριόφρων, ο Μαρκ Αντρίσεν, συνιδρυτής της Netscape του ομώνυμου πρωτοπόρου πλοηγού του Διαδικτύου και συνιδιοκτήτης της Andreessen Horowitz, προτιμούσε μια ψευδο-ωφελιμιστική προσέγγιση στο «Μανιφέστο του Τεχνο-αισιόδοξου» που δημοσιοποίησε το 2023: «Ποιος καρπώνεται περισσότερα από μια νέα τεχνολογία, η εταιρεία που την εισάγει ή τα εκατομμύρια ή δισεκατομμύρια των ανθρώπων που τη χρησιμοποιούν για να βελτιώσουν τη ζωή τους; Οπερ έδει δείξαι». Ο Πίτερ Τιλ της PayPal και της Palantir, από την πλευρά του, επικαλούνταν μια καινοτόμο ιδέα – την επικερδή φιλανθρωπία της επιχειρηματικότητας: το δικό του ίδρυμα εστιάζει στην επιχορήγηση ατόμων που εγκαταλείπουν το πανεπιστήμιο για να ιδρύσουν νεοφυείς επιχειρήσεις.

Το χάσμα, βέβαια, δεν είναι απλώς ηλικιακό. Εκείνοι που απορρίπτουν την πρωτοβουλία των Μπάφετ και Γκέιτς ανήκουν μεν στη γενιά των πενηντάρηδων (εξού και ο Πίτερ Τιλ λοιδόρησε το Giving Pledge ως «κάλπικο κλαμπ των Baby Boomers»), διάκεινται όμως επίσης λίαν ευμενώς προς τις πολιτικές της σημερινής αμερικανικής κυβέρνησης: ο Μασκ, ο Αντρίσεν, ο Τιλ υπήρξαν πρόθυμοι συνοδοιπόροι του MAGA στην πορεία της «δευτέρας παρουσίας» του Ντόναλντ Τραμπ. Οταν μάλιστα ο Τιλ θέλησε να πείσει τον Μασκ να αποσύρει την υπογραφή του από το Giving Pledge, δεν βρήκε καλύτερο επιχείρημα, σύμφωνα με τους «New York Times», από το να τον προειδοποιήσει ότι τα χρήματά του θα κατέληγαν «σε αριστερές μη κερδοσκοπικές οργανώσεις που θα επέλεγε ο Μπιλ Γκέιτς». Για τον ίδιο η πρωτοβουλία είναι προπέτασµα καπνού για την ενίσχυση woke σκοπών, γι’ αυτό και διεξάγει συστηµατική εκστρατεία μεταξύ των μελών της προκειμένου να τα κάνει να την εγκαταλείψουν – δήλωνε μάλιστα στον Θίοντορ Σλάιφερ πως «η αποχώρηση φαίνεται πολύ πολύ επικίνδυνη και κάποιοι αισθάνονται περίπου ότι εκβιάζονται [να παραμείνουν]»…

Η σκιά του Επστιν, οι παραβατικοί κροίσοι και τα ιδρύματα

Ωστόσο, ο λαλίστατος Τιλ, ο οποίος πέρα από τις woke ανησυχίες απέρριψε την πρόσκληση να ενταχθεί στο Giving Pledge για να μη συγχρωτιστεί με παρακατιανούς λεφτάδες (ισχυριζόμενος ότι ορισμένοι από όσους υπογράφουν δεν είναι καν δισεκατομμυριούχοι), υπήρξε εύστοχος όταν το αποκάλεσε «γειτονικό του Επστιν». Οχι από την άποψη ότι εντοπίζονται δοσοληψίες της πρωτοβουλίας με τον διαβόητο παιδόφιλο, αλλά ως προς τη ζημιά που εξ αντανακλάσεως προκαλούν στην εικόνα της οι διασυνδέσεις του τελευταίου με τον Μπιλ Γκέιτς.

Στο παρελθόν, σε περιπτώσεις σκανδάλων, η έξωση ήταν κανόνας. Τον Μάιο του 2023, ο Τόμας Ντένι Σάνφορντ, ο ιδιοκτήτης της First Premier Bank και πλουσιότερος άνδρας της Νότιας Ντακότα, είχε διαγραφεί εξαιτίας της συμμετοχής του σε σκάνδαλο παιδικής πορνογραφίας. Τον Μάιο της επόμενης χρονιάς, ήταν η σειρά του Αρίφ Νακβί, ιδρυτή της εταιρείας ιδιωτικών επενδυτικών κεφαλαίων Abraaj Group, ο οποίος κατηγορούνταν για υπεξαίρεση. Πρώτος από όλους, τον Δεκέμβριο του 2022, ο Σαμ Μπάνκμαν-Φριντ, ο 30χρονος τότε «Μπέρνι Μέιντοφ των κρυπτονομισμάτων», είχε προλάβει να παραιτηθεί προτού του δείξουν την πόρτα της εξόδου εξαιτίας της απάτης του ανταλλακτηρίου FTX. Προφανώς ο Γκέιτς δεν ανήκει στην ίδια κατηγορία, η σκιά του Επστιν, όμως, δεν παύει να ακολουθεί όλες τις δραστηριότητές του.

Στην πράξη, το πραγματικό πρόβλημα γύρω από το Giving Pledge είναι άλλο και αφορά τα αποτελέσματα αυτής της φιλανθρωπίας μεγάλης κλίμακας. Σύμφωνα με έκθεση της δεξαμενής σκέψης Institute for Policy Studies από τον Ιούλιο του 2025, 15 χρόνια μετά την εξαγγελία της πρωτοβουλίας, μόνο ένας δισεκατομμυριούχος, o Τζον Αρνολντ του αντισταθμιστικού κεφαλαίου Centaurus Advisors, έχει πλησιάσει τον στόχο, διαθέτοντας το 62% της περιουσίας του μέσω της εταιρείας Arnold Ventures. Οσον αφορά τους υπόλοιπους, ναι μεν τα 57 αρχικά μέλη έχουν δωρίσει έως τώρα συνολικά 206 δισ. δολάρια από τις περιουσίες τους, όμως το 79% από αυτά, δηλαδή 169 δισ. δολάρια, κατευθύνθηκαν σε ιδιωτικά ιδρύματα και ταμεία, παράγοντας άμεσα φοροαπαλλαγές για τους δωρητές, αλλά χωρίς να διοχετεύονται με ανάλογη ταχύτητα προς χρήση σε φιλανθρωπικούς οργανισμούς.

Ο προβληματισμός που εξέφρασε στη «USA Today» τον περασμένο Αύγουστο ο Τσακ Κόλινς, ειδικός επί των οικονομικών ανισοτήτων και ένας από τους συντάκτες της έκθεσης της IPS, είναι ενδεικτικός: «Θα δημιουργήσουμε δυναστικά οικογενειακά ιδρύματα; Θα παραμείνουν τα χρήματα τελικά παραμερισμένα, σε ενδιάμεσους, επί δεκαετίες;». Το γεγονός ότι η δέσμευση του Giving Pledge δεν ρυθμίζεται από συγκεκριμένους κοινούς κανόνες και διατάξεις σημαίνει πως οι περισσότεροι, όπως έλεγε στους «New York Times» με βάση την προσωπική του εμπειρία ο Τομ Τίρνεϊ, σύμβουλος δωρητών στην εταιρεία Bridgespan, σκοπεύουν να παραχωρήσουν την περιουσία τους μετά θάνατον.

Μπορεί να δει κανείς τόσο το Giving Pledge όσο και ανάλογες άλλες δράσεις από δύο διακριτές οπτικές γωνίες. Η μία είναι αυτή του Αμίρ Πάσιτς, πολιτικού επιστήμονα και καθηγητή Φιλανθρωπικών Σπουδών στο Πανεπιστήμιο της Ιντιάνα στην Ινδιανάπολη, ο οποίος δήλωνε στο CNBC στις 7 Αυγούστου 2025 ότι είχε σημαντικό αντίκτυπο στον τρόπο σκέψης των πλουσίων γύρω από την έννοια της δωρεάς. Η άλλη είναι εκείνη του Θίοντορ Σλάιφερ των «New York Times», που επισημαίνει ότι η είσοδος στη χορεία των Γκέιτς και Μπάφετ έγινε για τους υπερπλούσιους «ένα είδος απόδειξης της επιτυχίας τους».]

Κυνική, αλλά ενδιαφέρουσα, είναι και η παρατήρηση του Μαρκ Αντρίσεν σε ένα podcast με τη διευθύντρια του CBS News, Μπάρι Γουάις, το 2024: η φιλανθρωπία ως πρόσφατα οριζόταν από μια άρρητη συνθήκη – οι δισεκατομμυριούχοι πλούτιζαν και κατόπιν χάριζαν χρήματα προκειμένου να απολαύσουν τον έπαινο των μέσων ενημέρωσης και την αποδοχή της κοινωνίας. «Ετσι ξεπλένεις τις αμαρτίες σου», έλεγε χαρακτηριστικά, «περνάς από την κατηγορία του ύποπτου μεγιστάνα σε εκείνη του δίκαιου φιλάνθρωπου». Το πρόβλημα, με άλλα λόγια, οφείλεται στο καχύποπτο κοινό.

Είναι κι αυτή μια στάσις, νιώθεται – κατά τον καβαφικό στίχο. Στο μεταξύ, με τους τρέχοντες υπολογισμούς, μόνο οι 110 αμερικανοί δισεκατομμυριούχοι που συμπεριλαμβάνονται στις τάξεις του Giving Pledge είναι κάτοχοι πλούτου αξίας 1,7 τρισ. δολαρίων – υψηλότερου από το ΑΕΠ της Ινδονησίας, της Ολλανδίας, της Σαουδικής Αραβίας ή της Πολωνίας. Οι 32 από τους 57 πρώτους υπογράφοντες που βρίσκονται ακόμη εν ζωή και παραμένουν στο club των δισεκατομμυριούχων έχουν γίνει τα τελευταία 15 χρόνια πλουσιότεροι κατά 283%. Αν εκπλήρωναν την υπόσχεσή τους σήμερα, θα όφειλαν να καταθέσουν 370 δισ. δολάρια. Πώς να μην ξυπνά ο Σκρουτζ Μακ Ντακ μέσα τους;