Ακατάτακτες, ασταμάτητες, ανώνυμες. Η ακτιβιστική απόδοση των Guerrilla Girls είναι σταθερή μέσα στα χρόνια, από όταν ξεκίνησαν με την αφορμή της διοργάνωσης της έκθεσης «An International Survey of Recent Painting and Sculpture» το 1984 στο ΜοΜΑ της Νέας Υόρκης και βάλθηκαν να καταδείξουν τις χρόνιες παθογένειες (σεξισμός, ρατσισμός και λοιποί -ισμοί) στον χώρο της τέχνης. Η γνωστή κολεκτίβα έρχεται στην Αθήνα, στο πλαίσιο του Φεστιβάλ WOW – Women of the World, το οποίο παρουσιάζεται για πρώτη φορά στην Ελλάδα στο Κέντρο Πολιτισμού Ιδρυμα Σταύρος Νιάρχος (ΚΠΙΣΝ). Μια έκθεση με τίτλο «The art of Βehaving Βadly» (από τις 27/3) με έργα τους (βίντεο, αφίσες και άλλες μορφές τέχνης), αλλά και μια διάλεξη (στις 3/4) από τη Φρίντα Κάλο και την Κέτε Κόλβιτς, με ψευδώνυμα δανεισμένα από καλλιτέχνιδες που δεν βρίσκονται εν ζωή (η δεύτερη είναι μια γερμανίδα εικαστικός που έκανε ακτιβιστική δουλειά το πρώτο μισό του 20ού αιώνα), επικεντρωμένη στο εύρος της δουλειάς και της σκέψης τους. Η διοργάνωση πραγματοποιείται σε συνεργασία με το WOW Foundation, τoν μεγαλύτερο θεσμό διεθνώς «αφιερωμένο σε γυναίκες, κορίτσια και non-binary άτομα». Εχει έδρα το Ηνωμένο Βασίλειο και ιδρύθηκε το 2010 από τη σκηνοθέτρια και παραγωγό θεάτρου Τζουντ Κέλι. Στην αθηναϊκή του απόβαση, το Wow Festival, ως Wow Αθήνα, παρουσιάζεται σε συνεργασία με το British Council και με την υποστήριξη της βρετανικής πρεσβείας στην Αθήνα και έχει βέβαια ως στόχο να ενδυναμώσει τις γυναίκες και τις θηλυκότητες, ενώ περιλαμβάνει πληθώρα εκδηλώσεων όπως συζητήσεις, εκθέσεις, εργαστήρια, mentoring sessions, εκπαιδευτικά προγράμματα, συναυλίες.

Οι Guerilla Girls, πάντα κρυμμένες πίσω από τις μάσκες με τη μορφή γορίλα. Σύμφωνα με τον αστικό μύθο, ένα από τα μέλη τους έγραψε κάποτε ότι η δράση τους ήταν «gorilla» αντί για «guerilla» (αντισυμβατική, αντάρτικη) και έτσι τους μπήκε η ιδέα για τη συγκεκριμένη μεταμφίεση.
©Jack Mitchel
Courtesy of guerrillagirls.com

Πώς έχει εξελιχθεί ο κόσμος της τέχνης σε σχέση με το πώς ήταν όταν ξεκινούσατε στα μέσα της δεκαετίας του ’80;

«Οι άνθρωποι στα μουσεία, οι κριτικοί και οι ιστορικοί πίστευαν ότι οι γυναίκες και οι άνθρωποι από μειονότητες δεν έκαναν τέχνη ικανή να συμπεριληφθεί στην Ιστορία της Τέχνης, υπήρχε κόσμος που το δήλωνε δημοσίως, ενώ σήμερα δεν θα γινόταν κάτι τέτοιο. Πλέον συνειδητοποιούμε όλοι ότι αυτό το αφήγημα ήταν ελλιπές, δεν μπορείς να πεις την ιστορία ενός πολιτισμού χωρίς να συμπεριλάβεις όλες τις φωνές. Τα πρότυπα ήταν μεροληπτικά από την αρχή. Παρόλο που έχει εμπλουτιστεί το αφήγημα δεν υπάρχει ισότητα, οι γυναίκες και οι άνθρωποι από μειονότητες δεν έχουν τις ίδιες ευκαιρίες, δεν κερδίζουν τα ίδια χρήματα, ακόμα και όσες δουλεύουν στον κόσμο των μουσείων δεν έχουν τις ίδιες ευκαιρίες με τους λευκούς άνδρες, κάτι που είναι ιδιαίτερα εμφανές όταν μιλάμε για επιμελητικές και διευθυντικές θέσεις».

Δεν έχουν γίνει βήματα προόδου προς αυτή την κατεύθυνση;

«Δεν μιλάω για εκπροσώπηση αλλά για ισοτιμία. Αν κοιτάξετε τις στατιστικές, το υψηλότερο ποσό που δόθηκε για έργο λευκού καλλιτέχνη εν ζωή σε σύγκριση με το αντίστοιχο που έχει διατεθεί για μαύρη γυναίκα εν ζωή είναι 95% φορές μεγαλύτερο. Δεν νομίζω ότι κάτι τέτοιο θα ήταν αποδεκτό στον εργασιακό χώρο γενικότερα. Πείτε μου εσείς αν το θεωρείτε αρκετό».

Εγώ προσωπικά όχι, αλλά το αντεπιχείρημα ορισμένων είναι πως το ζητούμενο πρέπει να είναι η αξία της τέχνης και όχι το αν πληροί κριτήρια συμπερίληψης.

«Θα έλεγα ότι πρέπει να δούμε ποιοι μιλούν και να εξετάσουμε τα προνόμια που έχουν στη ζωή τους, να δούμε αν υπάρχει κάποιος λόγος που δεν θέλουν να ενισχύσουν την αλλαγή. Η «αξία» κατασκευάζεται από την εξουσία, αυτές οι αποφάσεις λαμβάνονται από ισχυρούς ανθρώπους οι οποίοι κρίνουν ανάλογα με τις δικές τους αξίες. Οποιος ισχυρίζεται κάτι τέτοιο είναι σίγουρα ένας λευκός άνδρας, κάποιος που εκπροσωπεί το κατεστημένο».

Εσείς ως Guerrilla Girls πώς πιστεύετε ότι έχετε συμβάλει προς την κατεύθυνση της αλλαγής;

«Δεν είμαι σε θέση να το κρίνω. Εμείς απλώς είμαστε σε επιφυλακή και όταν δούμε κάτι που πιστεύουμε ότι είναι άδικο, το επισημαίνουμε. Νομίζω ότι δεν είμαστε οι μόνες που το κάνουμε, απλώς έχουμε βρει έναν τρόπο που μένει στη μνήμη του κόσμου. Νομίζω ότι βοηθήσαμε να αλλάξει η συνείδηση του κόσμου της τέχνης, αν και δεν το κάναμε μόνες μας, οι λόγιοι δουλεύουν προς αυτή την κατεύθυνση αποδομώντας τον δυτικό κανόνα εδώ και καιρό, προτού ξεκινήσουμε κι εμείς. Εμείς το κάναμε με πολλούς τρόπους. Γράψαμε ένα βιβλίο Ιστορίας της Τέχνης, μιλήσαμε για τα γυναικεία στερεότυπα, κάναμε αφίσες, newsletters, μας προσκάλεσαν να κάνουμε πρότζεκτ μέσα στα μουσεία για να προσεγγίσουμε με κριτικό τρόπο τη συλλογή τους. Νομίζω όλα αυτά μαζί συνοψίζονται στο ότι επισημάναμε πως δεν μπορείς να αφηγηθείς μια ιστορία δίχως να ακουστούν όλες οι φωνές της».

Και η δική σας κολεκτίβα έχει πολλές φωνές. Πώς μπορείτε να εξακολουθείτε να λειτουργείτε χωρίς ιεραρχία;

«Η ιδέα ότι ένα κίνημα, μια κολεκτίβα χρειάζεται αρχηγό, είναι προβληματική. Υπάρχουν πολλοί οργανισμοί που λειτουργούν με ομοφωνία και θα έλεγα ότι το να έχεις αρχηγό είναι ένα σήμα κατατεθέν της πατριαρχίας. Αν έχετε δουλέψει με γυναίκες θα γνωρίζετε ότι διευκολύνουν η μία την άλλη, όχι πάντα και όχι με τέλειο τρόπο, αλλά ξέρουν να κάνουν συμβιβασμούς, είναι μέρος του τρόπου που μεγαλώνουν. Θα έλεγα ότι μέρος του προβλήματος είναι ο τρόπος που εκπαιδεύονται οι καλλιτέχνες: για να είναι ατομιστές και να θεωρούν τους εαυτούς τους μοναδικούς και ιδιαίτερους αντί να είναι εργάτες του πολιτισμού και αυτή η νοοτροπία καθιστά δύσκολη τη συνεργασία με άλλους ανθρώπους. Είμαστε κολεκτίβα και αυτό δεν σημαίνει ότι δεν έχουμε δυσκολίες, διαφωνίες ή ότι κάποια από εμάς δεν ηγείται με κάποιον τρόπο σε ορισμένες καταστάσεις. Ομως δεν είμαστε οργανωμένες γύρω από μια ιεραρχία».

Η εκπαίδευση του καλλιτέχνη ως ένα μοναδικό ον, όπως το περιγράφετε, είναι φαινόμενο των καιρών μας;

«Συμβαίνει από την περίοδο της Αναγέννησης, θα έλεγα. Ο καλλιτέχνης ως ο φορέας της αλήθειας, ως το ον που ξεχωρίζει από τους άλλους ανθρώπους, είναι αντιλήψεις που προωθούνται από τις Σχολές Τέχνης. Αν κοιτάξετε άλλες μορφές τέχνης όπως ο κινηματογράφος ή η μουσική, είναι περισσότερο πολυσυλλεκτικές. Η ιδέα ενός γλύπτη ή ενός ζωγράφου που δημιουργούν ένα αντικείμενο το οποίο μπορεί να υπάρξει μόνο σε ένα μέρος μία συγκεκριμένη χρονική στιγμή, είναι η επιτομή του καπιταλισμού».

Οπότε κάπου εδώ νομίζω θα πρέπει να μιλήσουμε για τη σημερινή κατάσταση της αγοράς της τέχνης.

«Ηδη από το 1989 είχαμε μιλήσει για τη συμπαιγνία ανάμεσα στα μουσεία και την αγορά τέχνης. Δυστυχώς έχουμε εγκλωβιστεί σε ένα «κατασκευαστικό» πρόβλημα όπου οι καλλιτέχνες παράγουν αντικείμενα τα οποία μπορεί να είναι στην κατοχή ενός μόνο ατόμου και μπορούν να υπάρξουν μόνο σε ένα μέρος μία χρονική στιγμή, όπως σας είπα, οπότε γίνονται εργαλεία επένδυσης. Είμαστε περήφανες που η δουλειά μας δεν λειτουργεί έτσι. Οποιος έχει 30 δολάρια μπορεί να έχει την ίδια αφίσα που κρέμεται στο Μουσείο Μοντέρνας Τέχνης, η δουλειά μας μπορεί να αναπαράγεται. Η αγορά τέχνης σήμερα είναι προσαρμοσμένη πάνω στην ιδέα ότι οι δισεκατομμυριούχοι είναι σαν την αριστοκρατία του παρελθόντος. Το γούστο τους είναι το γούστο της επικρατούσας κουλτούρας και αυτό δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα, ζούμε σε δημοκρατικούς καιρούς».

Να σας πω, μετά από τόσα χρόνια ανωνυμίας, δεν κουραστήκατε να είστε ανώνυμη; Δεν θέλετε να σας αναγνωρίζουν;

«Μπορεί καμιά φορά να το νιώσεις γιατί ζούμε σε μια κουλτούρα όπου η ταυτότητα και η προσωπικότητα είναι πολύ σημαντικά, αλλά αν κοιτάξετε άλλους πολιτισμούς και άλλες περιόδους στην Ιστορία, η τέχνη δεν επένδυε τόσο στην προσωπικότητα. Ισως αυτό που κάνουμε είναι ότι επαναφέρουμε άλλες εποχές, οπότε δεν μπορούμε να επιλέγουμε όπως μας βολεύει τους κοινωνικούς μας ρόλους τη στιγμή που θέλουμε να γίνει ο κόσμος της τέχνης πιο δημοκρατικός, και να αφορά λιγότερο την «εξαιρετικότητα». Η τέχνη δεν είναι Ολυμπιακοί Αγώνες όπου κερδίζουν οι λίγοι και οι υπόλοιποι χάνουν. Γιατί υπάρχει ένα σύστημα που επενδύει στους νικητές, λευκούς άνδρες και μάλιστα συχνά νέους, που κερδίζουν την προσοχή και μετά εξαφανίζονται, οι οποίοι είναι νικητές από οικονομική άποψη. Εμείς δεν έχουμε εμπιστοσύνη σε αυτό το μοντέλο».

Ποιοι καλλιτέχνες αξίζουν τελικά να είναι μέρος της Ιστορίας της Τέχνης;

«Εμείς υποστηρίζουμε την ιδέα της τέχνης, όσον αφορά τους καλλιτέχνες ας αποφασίσουν οι επιμελητές και οι κριτικοί, αλλά και το κοινό. To πρόβλημα είναι ότι η τέχνη υπάρχει σε ένα ελίτ περιβάλλον αυτόν τον καιρό, συζητιέται με ένα δυσπρόφερτο ιδίωμα και δεν χρειάζεται να είναι έτσι. Η χρήση αυτής της γλώσσας είναι ένας τρόπος για να ελέγχεται το γούστο του κοινού».

Εχετε άποψη για την ελληνική τέχνη ή έστω για τους έλληνες συλλέκτες που είναι γνωστοί και εκτός των συνόρων της χώρας;

«Εγώ θα ρωτούσα τα εξής: Αγοράζουν ελληνική τέχνη ή μόνο έργα τέχνης που κοστίζουν; Αυτό είναι το ενδιαφέρον ερώτημα που πρέπει να θέσουμε. Αν η περιουσία τους προέρχεται από την ελληνική οικονομία δείχνουν ενδιαφέρον για τον ελληνικό πολιτισμό; Και αν όχι, γιατί; Φροντίζουν να υπάρχει diversity στη συλλογή τους; Αν όχι, γιατί; Ποιο αφήγημα χτίζουν τελικά γύρω από την ελληνική τέχνη;».

ΙΝFO

«The Αrt of Βehaving Βadly»: Αίθριο 4ου ορόφου, Εθνική Βιβλιοθήκη της Ελλάδος (ΚΠΙΣΝ), από τις 27 Μαρτίου έως τις 20 Απριλίου.

«Artist Talk: Guerrilla Girls»: Αίθουσα Σταύρος Νιάρχος, Εθνική Λυρική Σκηνή (ΚΠΙΣΝ), στις 3 Απριλίου.