Η πορεία του Γιάννη Βακαρέλη στο πολιτιστικό management ξεκίνησε το 1991. Ο διεθνώς καταξιωμένος πιανίστας έκανε τότε ένα βήμα διαφορετικό, ανεξάρτητο από τη σολιστική διαδρομή του: ίδρυσε το Φεστιβάλ Ναυπλίου, το οποίο εξελίχθηκε σε έναν από τους πιο επιτυχημένους πολιτιστικούς θεσμούς της ελληνικής περιφέρειας. Από εκείνο το πρώτο του εγχείρημα, που συνδύαζε την αγάπη για τη μουσική με την πίστη στη δύναμη της αποκέντρωσης του πολιτισμού, ξεκίνησε ουσιαστικά μια δεύτερη «καριέρα».

Για τον Βακαρέλη, εκείνα τα χρόνια το Ναύπλιο ήταν ένα «εργαστήρι εμπειρίας» που θα αποδεικνυόταν καθοριστικό για το επόμενο βήμα του. Οταν το 2017 ανέλαβε τη θέση του καλλιτεχνικού διευθυντή του Μεγάρου Μουσικής Αθηνών, βρέθηκε μπροστά σε μια νέα πρόκληση, με ευθύνη πολύ μεγαλύτερης κλίμακας: τη διαχείριση ενός θεσμού με ιστορία, αλλά και με την ανάγκη να ανταποκριθεί στις απαιτήσεις του σύγχρονου κοινού. Το Μέγαρο, αν και χρειάστηκε να αντιμετωπίσει πρωτοφανείς δυσκολίες – από την πανδημία μέχρι τις διαρκείς διεθνείς αναταράξεις –, συνέχισε δυναμικά. Προσφάτως, η θητεία του Γιάννη Βακαρέλη ανανεώθηκε για τρίτη φορά. Επομένως, η διαδρομή συνεχίζεται και για τα τρία επόμενα χρόνια.

Ποιες είναι οι πρώτες σκέψεις και τα συναισθήματα για την τριετή ανανέωση της θητείας σας;

«Δεν θα το κρύψω, χάρηκα πάρα πολύ. Είναι η τρίτη φορά που ανανεώνεται η θητεία μου και θέλω να ευχαριστήσω θερμά το υπουργείο Πολιτισμού για την εμπιστοσύνη που μου δείχνει. Και για τη στήριξή του όλα αυτά τα χρόνια. Είναι κάτι πολύ σημαντικό για εμένα, γιατί ξεκινήσαμε σε μια δύσκολη περίοδο – με την COVID-19. Τα τρία χρόνια της πρώτης θητείας μου, λόγω της κατάστασης, έγιναν τελικά δύο, αλλά προσπαθήσαμε να κρατήσουμε το στίγμα μας, να είμαστε παρόντες και δημιουργικοί. Επειτα ήρθε ο πόλεμος στην Ουκρανία, με όλη την αναστάτωση και την αβεβαιότητα που δημιούργησε. Συνεχίζουμε σε έναν κόσμο με επιδεινούμενα προβλήματα που μας ανησυχούν – όπως όλους – αλλά και που μας πεισμώνουν. Θεωρώ ότι το Μέγαρο έχει γίνει ένας πυλώνας αισιοδοξίας και ελπίδας για τον κόσμο. Και θέλω να συνεχίσουμε έτσι».

Μέσα στη ρευστή αυτή κατάσταση το κοινό του Μεγάρου πώς έχει αντιδράσει;

«Υπάρχει αυξανόμενη προσέλευση. Είναι εντυπωσιακό. Πολλές εκδηλώσεις είναι sold out· συχνά τα εισιτήρια εξαντλούνται στο λεπτό. Σύμφωνα με τα στοιχεία της προηγούμενης εξαετίας – μάλλον πενταετίας γιατί μεσολάβησε, είπαμε, η πανδημία –
που έχω στη διάθεσή μου, το σύνολο των ακροατών έχει ξεπεράσει το 1.000.000, πρόκειται για ένα πολύ ικανοποιητικό νούμερο. Εχουν γίνει γύρω στις 1.060 παραγωγές και έχουν εμφανιστεί πολλοί έλληνες καλλιτέχνες. Αυτά είναι στοιχεία που δείχνουν ζωντάνια και συνέχεια. Το Μέγαρο έχει ξεπεράσει προ πολλού τη φάση της “μόδας”, παραμένει ενεργό και δραστήριο, έχει πια μπει στη συνείδηση του κοινού ως σημείο αναφοράς για τις εξόδους του, για την πολιτιστική ζωή, για την ψυχαγωγία του. Αυτό μας δίνει κουράγιο και μας δημιουργεί διάθεση να γίνουμε ακόμη πιο τολμηροί».

Πώς το εννοείτε αυτό; Τι σημαίνει «πιο τολμηροί»;

«Για να φέρω ένα παράδειγμα, προσφάτως φιλοξενήσαμε τα Μπαλέτα του Μεγάλου Θεάτρου της Γενεύης και την ομάδα Eastman στο “Ihsane” του Σίντι Λαρμπί Σερκαουί. Ηταν μια παραγωγή διαφορετική για εμάς. Κάτι πολύ δυνατό, με υψηλή αισθητική και ποιότητα. Δεν ήταν κάτι που κάνει συχνά το Μέγαρο – ήταν όμως έντονο το αποτέλεσμα, συγκίνησε το κοινό. Θέλουμε τέτοιες στιγμές, που να αφήνουν αποτύπωμα».

Πώς θα περιγράφατε το εφετινό πρόγραμμα του Μεγάρου;

«Είναι μια γέφυρα ανάμεσα στη διεθνή σκηνή και το ελληνικό δυναμικό. Φέρνουμε στην Αθήνα μεγάλα διεθνή ονόματα και κορυφαίες παραγωγές – όπως την Ασμίκ Γκριγκοριάν, τον Θεόδωρο Κουρεντζή, τη Festival Strings Lucerne, την Camerata Salzburg, τη Philharmonia Orchestra με τον Λεωνίδα Καβάκο. Ταυτόχρονα, αναδεικνύουμε διαρκώς και το ελληνικό μουσικό κεφάλαιο, δίνοντας βήμα τόσο σε νέους όσο και σε καταξιωμένους έλληνες σολίστ. Αυτός ο συνδυασμός διεθνών και ελληνικών ονομάτων δείχνει ότι η Αθήνα μπορεί να λειτουργεί ως ζωντανό μουσικό κέντρο, που σέβεται την παράδοση αλλά ταυτόχρονα προωθεί και τη σύγχρονη σκηνή, την εγχώρια και τη διεθνή».

Ποιο είναι το όραμά σας για το μέλλον;

«Θέλω το Μέγαρο να παραμείνει αυτό που σας είπα προηγουμένως, ένας πυλώνας αισιοδοξίας, σημείο αναφοράς και ανάτασης. Η μουσική δεν “εξημερώνει” απλώς· σε βοηθά να ξεχαστείς, να σταθείς όρθιος μέσα στις δυσκολίες, να πάρεις δύναμη. Αν μπορούμε να προσφέρουμε αυτό το συναίσθημα, αξίζει όλη η προσπάθεια. Δουλεύουμε με αγάπη, ενθουσιασμό και πάθος – αυτά είναι τα στοιχεία που χρειάζεται και ένας καλλιτέχνης για να προοδεύσει. Ενίοτε μοιάζει με ρίσκο, αλλά ακόμα και η αίσθηση ότι ρισκάρουμε λειτουργεί ως κινητήριος δύναμη».

Εχοντας ήδη πίσω σας μια μεγάλη καριέρα ως σολίστ στο πιάνο, τι σας έκανε να αναλάβετε μια διοικητική θέση; Και ακόμα περισσότερο, τι σας κάνει να θέλετε να συνεχίσετε έχοντας ήδη συμπληρώσει έξι χρόνια σε αυτή τη θέση;

«Η αίσθηση του ρίσκου, αυτό που λέγαμε πριν από λίγο. Ηταν μια πρόκληση. Δεν σπούδασα για να γίνω cultural manager, αλλά πάντα είχα την “πετριά”. Γι’ αυτό εξάλλου ασχολήθηκα με το Φεστιβάλ Ναυπλίου, μια διοργάνωση που κράτησα για 35 χρόνια και που με βοήθησε να μπω φυσικά σε αυτόν τον ρόλο, από ένα μικρό φεστιβάλ πολύ περιορισμένης διάρκειας να περάσω σε κάτι μεγάλο. Το διοικείν, όμως, ειδικά σε δημόσιο φορέα και μάλιστα στην Ελλάδα, μου ήταν κάτι άγνωστο. Το αντιμετώπισα με τη σκέψη ότι οι οργανισμοί αποτελούνται από ανθρώπους, και αν τους εμπνεύσεις, θα ξεπεράσουν τους κανονισμούς και τις ώρες, θα δώσουν κάτι περισσότερο».

Το έδωσαν;

«Ναι! Δεν θα μπορούσε να γίνει τίποτε χωρίς όλους αυτούς τους ανθρώπους που συχνά υπερέβησαν τις αντοχές τους».

Κάνοντας την αυτοκριτική σας, υπήρξαν στη μέχρι σήμερα θητεία σας επιλογές που εκ των υστέρων θα χαρακτηρίζατε «λάθη»;

«Ισως, σε κάποιες περιπτώσεις, να προτείναμε παραστάσεις για τις οποίες το κοινό δεν ήταν τότε έτοιμο. Ημασταν λίγο βιαστικοί. Ομως τώρα βλέπουμε ότι αυτό αποδίδει: έχουμε χτίσει εμπιστοσύνη και έτσι μπορούμε να προτείνουμε πιο τολμηρές επιλογές. Για παράδειγμα, ετοιμάζουμε ένα πρόγραμμα μπαρόκ μουσικής συνδυασμένο με αρωματικές νότες: ένας μηχανισμός θα εκπέμπει μυρωδιές που θα αντιστοιχούν στα μουσικά κομμάτια, δημιουργώντας μια πολυαισθητηριακή εμπειρία. Εχουμε και άλλα τέτοια σχέδια… Για να επιστρέψω στην ερώτησή σας, δεν θα μπορούσαν να μην έχουν γίνει λάθη σε ένα πρόγραμμα τόσο μεγάλο που τρέχει σχεδόν καθ’ όλη τη διάρκεια του χρόνου. Μαθαίνουμε όμως, θέλω να πιστεύω, από τα λάθη μας».

Πώς στέκεται το Μέγαρο σε σχέση με άλλες ευρωπαϊκές αίθουσες;

«Πολύ καλά. Οι προγραμματισμοί μας είναι στο ίδιο επίπεδο. Πολλοί ξένοι μού λένε ότι ακούν καλλιτέχνες στο Λονδίνο ή στο Βερολίνο και χαίρονται που τους βλέπουν και στο Μέγαρο λίγους μήνες μετά. Το κοινό μας πλέον είναι ενημερωμένο και απαιτητικό – δεν μπαίνει μέσα απλώς επειδή “είδε φως”. Και η αύξηση των νέων ακροατών είναι αισθητή».

Υπάρχει πάντα η κριτική που είχε ακουστεί παλαιότερα, πως το Μέγαρο είναι ελιτίστικο;

«Εχουμε αποδείξει το αντίθετο. Το Μέγαρο είναι ανοιχτό σε όλους, χωρίς αποκλεισμούς, είναι ανοιχτό για κάθε συνάνθρωπό μας. Μεταξύ άλλων, συμμετείχαμε για δύο χρονιές στην πιλοτική εφαρμογή του προγράμματος Πολιτιστική Συνταγογράφηση, με δράσεις για λήπτες υπηρεσιών ψυχικής υγείας. Επίσης, διοργανώνουμε συναυλίες φιλικές για άτομα με άνοια και τους συνοδούς τους. Ολα αυτά δεν είναι παράλληλες δράσεις, αλλά κομμάτι της ταυτότητάς μας».

Μιλήσατε για αύξηση των νέων ακροατών. Υπάρχει πράγματι ανανέωση κοινού στην Ελλάδα;

«Θεωρώ πως υπάρχει. Ενώ στην Ευρώπη παρατηρείται κάποια κόπωση, εμείς ζούμε μια εποχή ανανέωσης του κοινού. Είναι η εποχή όπου αποδίδουν και οι προσπάθειες που είχαν ξεκινήσει στο παρελθόν. Ας πούμε, η Καμεράτα είναι πλέον μια καταξιωμένη ορχήστρα που το κοινό την εκτιμά, την εμπιστεύεται, έρχεται στο Μέγαρο για να απολαύσει τα προγράμματά της. Την ίδια στιγμή και εμείς προσπαθούμε να διαμορφώσουμε το κοινό του αύριο. Γι’ αυτό επενδύουμε πολύ σε εκπαιδευτικά και οικογενειακά προγράμματα, σε καινοτόμες συναυλίες για βρέφη και παιδιά έως 4 ετών, επιδιώκοντας την πρώτη βιωματική επαφή τους με τη μουσική.

Δεν είναι όμως μόνο το κοινό που ανανεώνεται, είναι και οι μουσικοί μας που βελτιώνονται συνεχώς. Το επίπεδο έχει ανέβει θεαματικά τα τελευταία χρόνια, έχουμε πλέον εξαιρετικές ορχήστρες και σολίστες. Και αυτό δεν το λέω μόνο εγώ».

Υπάρχει κάποια κατηγορία καλλιτεχνών που θαυμάζετε περισσότερο;

«Τους τραγουδιστές. Θεωρώ τη φωνή το πιο δύσκολο όργανο. Είναι μέσα σου, εξαρτάται από τη διάθεση, τη σωματική κατάσταση, ακόμα και τον καιρό. Να μπορείς να ξεπερνάς όλα αυτά και να δίνεις το καλύτερο, είναι θαύμα».

Τελικά, ποιος χρειάζεται ταλέντο, ο καλλιτέχνης ή το κοινό;

«Και οι δύο! Είναι σχέση πομπού και δέκτη. Αν το βέλος φθάσει στην καρδιά του ακροατή, τότε επιτυγχάνεται η συγκίνηση. Δεν έχει σημασία αν ξέρεις τη βιογραφία του συνθέτη· αυτό που μετράει είναι να συγκινηθείς. Η “ώσμωση” ανάμεσα στον καλλιτέχνη και το κοινό είναι κάτι μοναδικό».

Ποιες είναι οι σκέψεις σας για την Καμεράτα Ορχήστρα των Φίλων της Μουσικής και τον ρόλο της;

«Θέλω να έχει ενεργή παρουσία σε όλη την Ελλάδα. Οπως τότε που πρωτοδημιουργήθηκε, θέλω να πηγαίνει στην επαρχία, να δίνει παραστάσεις και να επιστρέφει στην Αθήνα πιο ώριμη, για μία-δύο μεγάλες συναυλίες που θα συμπυκνώνουν όλη την εμπειρία που θα έχει αποκτήσει. Με αυτή τη δραστηριότητα θα κερδίζουν και οι τοπικές κοινωνίες, αλλά και το ίδιο το σύνολο μέσα από τη συνεχή τριβή και τις πρόβες. Ενα σύνολο που απαρτίζεται εξάλλου από εξαιρετικούς μουσικούς!».

Πόσο έχει αλλάξει το μοντέλο λειτουργίας του Μεγάρου μετά την οικονομική κρίση; Ο οικονομικός προγραμματισμός πώς παραμένει βιώσιμος;

«Είναι πράγματι απαιτητικός, γιατί οι διεθνείς παραγωγές είναι δαπανηρές. Ευτυχώς, έχουμε σταθερή στήριξη από το υπουργείο Πολιτισμού. Την ίδια στιγμή, όσο περισσότερη εμπιστοσύνη μάς δείχνει το κοινό, όσο περισσότερα sold-out πετυχαίνουμε, τόσο πιο πρόθυμες είναι και οι μεγάλες εταιρείες να συνεισφέρουν ως χορηγοί. Οι χορηγίες αυξάνονται συνεχώς, κάτι που βοηθά και το Μέγαρο και το κράτος. Χάρη σε αυτές τις βοήθειες μπορούμε να επεξεργαζόμαστε ήδη το πρόγραμμα για τις περιόδους μεταξύ 2027 και 2029. Οι μεγάλοι καλλιτέχνες προγραμματίζουν περιοδείες πενταετίας, οπότε πρέπει να είμαστε έγκαιροι για να εξασφαλίσουμε τα μεγάλα ονόματα και να έχουμε ευελιξία και στα οικονομικά».

Επειτα από έξι χρόνια και με τρία ακόμα μπροστά, νιώθετε κούραση ή ενθουσιασμό;

«Ειλικρινά, ενθουσιασμό! Το “μικρόβιο” έχει περάσει για τα καλά μέσα μου. Είναι μια πολύ ενδιαφέρουσα δημιουργική πρόκληση, κάθε μέρα διαφορετική».

Σας ζητάει ο κόσμος να παίξετε ξανά;

«Ναι, μου το ζητούν συχνά. Ο κύριος λόγος που δεν το κάνω τόσο όσο θα ήθελα είναι η έλλειψη χρόνου. Για να ανέβεις στη σκηνή, πρέπει να μελετάς πολλές ώρες την ημέρα – 7, 8, 9 ώρες. Αν δεν μπορείς να το κάνεις αυτό, νιώθεις ότι δεν είσαι έτοιμος. Επίσης, δεν θα ήθελα να πουν πως χρησιμοποιώ την ιδιότητα του καλλιτεχνικού διευθυντή για να προωθώ την καριέρα μου».

Σας λείπει όμως η αίσθηση της σκηνής;

«Πολύ. Μερικές φορές ζηλεύω όταν ζω μια συναυλία από την πλευρά του ακροατή. Θέλω να ξαναζήσω αυτή την απόλυτη ταύτιση με τον κόσμο, εκείνη τη στιγμή που νιώθεις ότι αναπνέετε μαζί. Κάποια στιγμή θα το ξανακάνω».

Κάνατε ποτέ τη σκέψη να τα αφήσετε όλα πίσω; Να σταματήσετε και να επιστρέψετε στο πιάνο σας;

«Οχι. Ηθελα να κάνω ένα προσωρινό διάλειμμα από το πιάνο, σαν ένα sabbatical, να πάρω απόσταση και να ανασυνταχθώ. Δεν σκοπεύω να επιστρέψω στο άμεσο μέλλον. Το πιάνο υπάρχει πάντα στη ζωή μου, μελετώ όσο μπορώ, επιθυμούσα όμως να ανοίξω και ένα νέο κεφάλαιο».

Πώς θα θέλατε α σας θυμούνται από τη θητεία σας στο Μέγαρο;

«Οταν βλέπω τον κόσμο να φεύγει χαρούμενος και συγκινημένος από μια συναυλία, είναι η μεγαλύτερη ανταμοιβή. Μου λένε “τι ωραία πράγματα μας ετοιμάσατε” – και ας μην ήμουν εγώ στη σκηνή. Εγώ απλώς φέρνω τους καλλιτέχνες, εκείνοι παίζουν. Ο κόσμος το αναγνωρίζει· αυτό με συγκινεί πολύ».