Στο πέρασμα του χρόνου το όνομά της πιθανόν να ξεχάστηκε, όμως η Αν Λι (1736-1784) αποτελεί μία κάθε άλλο παρά τυχαία περίπτωση γυναίκας. Γεννημένη στο Μάντσεστερ της Αγγλίας, η Λι μετανάστευσε στις ΗΠΑ, όπου κατάφερε να γίνει γνωστή επειδή με πάθος και τρομερή αφοσίωση κήρυττε την κοινοβιακή ζωή, την αγαμία, την ισότητα των φύλων και των φυλών μέσω της θρησκευτικής σέκτας των Shakers, της οποίας ηγείτο, και ήταν ιδιαίτερα σεβαστή από τους οπαδούς της, οι οποίοι την αντιμετώπιζαν σαν θηλυκή εκπρόσωπο του Θεού επί Γης.
Η ιστορία της Αν Λι, αυτής της ακατάβλητης γυναίκας που ήταν πολύ μπροστά από την εποχή της και καταδιώχθηκε με φανατισμό από το πατριαρχικό κατεστημένο των καιρών της, επανήλθε προσφάτως στην επικαιρότητα μέσω της ταινίας «Η διαθήκη της Αν Λι» (The Τestament of Ann Lee), που σκηνοθέτησε η Μόνα Φάστβολντ, με την Αμάντα Σέιφριντ στον κεντρικό ρόλο. Η ταινία προβάλλεται εδώ και λίγο καιρό και στις ελληνικές αίθουσες (σε διανομή Feelgood Entertainment), μήνες μετά την πρεμιέρα της στο τελευταίο Φεστιβάλ Κινηματογράφου της Βενετίας, όπου προβλήθηκε στο πλαίσιο του διαγωνιστικού τμήματος.
Οπως η Φάστβολντ είπε στη συνάντηση που είχε το ΒΗΜΑgazino μαζί της και με την Αμάντα Σέιφριντ στη Βενετία, η ιδέα για αυτό το φιλμ τής ήρθε κατά τη διάρκεια της δημιουργίας της ταινίας της «Ο κόσμος μετά» (The World to Come, 2020), με τη Βανέσα Κίρμπι και τον Κέισι Αφλεκ. «Αναζητούσα ένα μουσικό θέμα και έπεσα τυχαία σε έναν κομμάτι, έναν υπέροχο ύμνο ονόματι «Pretty Mother’s Home» ανέφερε η νορβηγή σκηνοθέτρια. Εμαθε ότι το τραγούδι ήταν γραμμένο από έναν πρώην σκλάβο που έγινε εξέχον στέλεχος της κοινότητας των Shakers στο Κεντάκι. Ετσι ένιωσε την ανάγκη να μάθει ακόμα περισσότερα πράγματα για αυτή τη σέκτα. Ξετυλίγοντας σιγά-σιγά το νήμα της ιστορίας, η Φάστβολντ έφτασε στην ιδρυτική ηγέτιδα Αν Λι, η πορεία της οποίας δεν είχε αποτυπωθεί ποτέ στο παρελθόν στον κινηματογράφο.
«Ηταν δική μου!» είπε με ενθουσιασμό η δημιουργός. Βεβαίως, η δεδομένη δυσκολία «πλασαρίσματος» του θέματος φάνηκε στην προσπάθειά της να βρει υποστήριξη: «Ηταν δύσκολο, αλλά τελικά τα καταφέραμε». Και σε αυτό καταλυτικό ρόλο έπαιξε η απόφαση της Αμάντα Σέιφριντ να πρωταγωνιστήσει στην ταινία. Το γεγονός ότι η Σέιφριντ και η Φάστβολντ ήδη γνωρίζονταν από μια προηγούμενη συνεργασία τους, στην τηλεοπτική σειρά «The Crowded Room», όπου η Σέιφριντ πρωταγωνίστησε και η Φάστβολντ ήταν συμπαραγωγός, έκανε τα πράγματα πιο εύκολα.
Ωστόσο, ήταν η πρωτοτυπία του θέματος ο βασικός λόγος για τον οποίο η Αμάντα Σέιφριντ έδειξε ενδιαφέρον προς το κινηματογραφικό εγχείρημα της «Διαθήκης της Αν Λι» όταν της έγινε η πρόταση από τη Φάστβολντ. «Ως καλλιτέχνις, νιώθω συχνά την ανάγκη να αναλάβω κάτι που πραγματικά με συγκινεί και αυτός ο ρόλος ήταν μια πρόκληση που δεν είχα έως τώρα δεχθεί» είπε η αμερικανίδα ηθοποιός, που το 2008 είδε την καριέρα της να εκτοξεύεται στα ουράνια μετά την επιτυχία της κινηματογραφικής μεταφοράς του μιούζικαλ «Mamma Mia!». Εκτοτε, η Σέιφριντ έχει πρωταγωνιστήσει σε πολλές ταινίες, μερικές εκ των οποίων τη βοήθησαν να ανιχνεύσει περιοχές του εσωτερικού της κόσμου ασυνήθιστες και σκοτεινές. Πάντοτε επιδείκνυε τόλμη μπροστά στις προκλήσεις, όπως για παράδειγμα το 2013, όταν δέχθηκε να υποδυθεί την πορνοστάρ Λίντα Λάβλεϊς στην ταινία «Το βαθύ λαρύγγι» (Lovelace).

Η πρόκληση της «μεταμόρφωσης»
Στη «Διαθήκη της Αν Λι» η ηθοποιός βρήκε ιδιαίτερα ελκυστική την ιδέα των σκηνών της με τραγούδι και κίνηση, τόσο έντονων και τόσο «σωματικών», που σε ορισμένα σημεία νιώθεις ότι παρακολουθείς γοτθικό μιούζικαλ. «Η αλήθεια είναι ότι δεν ήξερα αν θα μπορούσα να τις βγάλω εις πέρας» είπε η 40χρονη ηθοποιός, που γεννήθηκε στην Αλενταουν της Πενσιλβάνια και βρίσκεται στον χώρο του θεάματος από το 2004, όταν έπαιξε στην καλτ κωμωδία «Τα κακά κορίτσια» (Mean Girls), εγκαταλείποντας μάλιστα την πανεπιστημιακή της εκπαίδευση για να την ολοκληρώσει.
«Με την Αν Λι αμφέβαλλα πραγματικά για τον εαυτό μου, για τις δυνατότητές μου» είπε η Σέιφριντ για το νέο της εγχείρημα. «Ομως εμπιστευόμουν τη Mόνα και πίστευα βαθιά στο σενάριο, έβλεπα μια σκηνοθέτρια που είχε στο μυαλό της αυτό το μωρό που ήθελε να φέρει στον κόσμο, αυτό το μεγάλο μωρό, την ιστορία της Αν Λι. Το πάθος τής Μόνα ήταν πολύ σπλαχνικό και αυτό μπορεί να είναι πολύ ελκυστικό για έναν καλλιτέχνη όπως είμαι εγώ, που επίσης πιστεύω στο πάθος. Ηξερα ότι στα χέρια των δημιουργών αυτής της ταινίας θα μπορούσα τελικά να εμπιστευθώ και τον εαυτό μου, ότι θα μπορούσα να γίνω μέλος του παράξενου αυτού κόσμου. Πίστεψα πραγματικά ότι μπορούσα να “ξαναφέρω κάποιον στη ζωή από τους νεκρούς”. Και αυτό είναι πάντα ένας καλός λόγος για να κάνεις κάτι».
Βεβαίως, η «μεταμόρφωση» της Αμάντα Σέιφριντ σε Αν Λι δεν έγινε από τη μία μέρα στην άλλη. Αντιθέτως, προηγήθηκε πολλή δουλειά και κόπος. Η ηθοποιός χρειάστηκε πάνω από έναν χρόνο προετοιμασίας, η οποία ξεκίνησε το 2024 με την προσπάθειά της να κατακτήσει τη βαριά προφορά της θρησκευτικής ηγέτιδας από το Μάντσεστερ.
Σε αυτό ζήτησε τη βοήθεια της Tανέρα Μάρσαλ, καθηγήτριας στο Πανεπιστήμιο του Ιλινόι στο Σικάγο και ειδικής στις προφορές γλωσσών και ιδιωμάτων, η πιο πρόσφατη δουλειά της οποίας ήταν στο «Train Dreams», που φέτος ήταν υποψήφιο για το Οσκαρ καλύτερης ταινίας. Η Φάστβολντ είχε συνεργαστεί μαζί της στο «The Brutalist» που σκηνοθέτησε ο σύζυγός της Μπρέιντι Κόρμπετ (και η ίδια ήταν παραγωγός). «Σε πρώτο στάδιο, βασική προϋπόθεση ήταν να συνηθίσω την προφορά του Μάντσεστερ και στη συνέχεια, μέσω της συνεργασίας μου με την Τανέρα, να καταλάβω και να κατανοήσω τις συνθήκες εκείνης της εποχής, από την οποία δεν υπάρχει κανένα στοιχείο, πόσω μάλλον ηχογραφήσεις, γιατί μιλάμε για τη δεκαετία του 1770» είπε η Σέιφριντ.
Για την ίδια, «η Αν Λι είναι μια γυναίκα που θέλει να δημιουργήσει. Θέλει να χτίσει κάτι που, θεωρητικά, δείχνει ακατόρθωτο. Και αυτό είναι να φτιάξει έναν χώρο όπου θα μπορεί, μαζί με άλλους ανθρώπους, γυναίκες και άνδρες, να οικοδομήσει έναν αρμονικό κόσμο ψυχικής ευφορίας. Θέλει να δημιουργήσει μια ουτοπία, όχι ένα παιχνιδάκι, όχι κάτι εφήμερο, όχι κάτι για τα χρήματα ή τη δόξα και τη φήμη. Εναν χώρο ασφάλειας, ευδαιμονίας και ειρήνης. Στον κόσμο έτσι όπως τον ξέρουμε, αυτό ήταν πάντοτε κάτι σχεδόν ανέφικτο και η φιλοδοξία κάποιου να το καταφέρει, να κατορθώσει το αδύνατο, αυτό για εμένα ήταν αρκετό. Γι’ αυτό ήθελα να πω την ιστορία αυτής της γυναίκας. Γιατί, στο τέλος της ημέρας, μιλάμε για το πού και το πώς θα αφιερώσω τον χρόνο μου, το αίμα, τον ιδρώτα και τα δάκρυά μου» κατέληξε η Σέιφριντ. «Για εμένα, αυτό θα αξίζει πάντα τον κόπο, γιατί βάζω τη ζωή μου στη δουλειά μου, μου είναι αδύνατο να διαχωρίσω αυτά τα δύο. Βεβαίως, αυτή η συναισθηματική εμπλοκή μπορεί να έχει συνέπειες στην ψυχική μου κατάσταση. Εχει συμβεί στο παρελθόν. Σε αυτή την περίπτωση, ένιωσα πολύ ασφαλής στα χέρια τής Μόνα. Ισως επειδή είναι γυναίκα».



