«Τα ξημερώματα της Κυριακής γυρνάμε τους δείκτες των ρολογιών μας μία ώρα μπροστά έτσι ώστε στις τρεις να δείχνουν τέσσερις». Φαντάζομαι ότι θα έχετε διαβάσει τις τελευταίες μέρες πολλές φορές αυτή την πρόταση, που σκοπό είχε να μας προετοιμάσει για την αλλαγή της ώρας.

Η σύμβαση του χρόνου που μετράνε τα ρολόγια δεν μας ξενίζει. Μέσα στους ασφυκτικούς ρυθμούς της επαγγελματικής μας ημέρας, εξάλλου, μάλλον έχουμε ελάχιστο ελεύθερο χρόνο για να τον χαραμίσουμε σε αφηρημένες σκέψεις περί χρόνου. Και αυτή η χαμένη ώρα του ξημερώματος της Κυριακής, για παράδειγμα, δεν είναι παρά τα λύτρα για εκείνη την επιπλέον κερδισμένη τον Οκτώβρη, θα έλεγε κάποιος κυνικός.

Η Ταγγέρη

Είναι πιο πιθανό να σκεφτείς τα παράδοξα της προσπάθειας του ανθρώπου να συμβιβαστεί με τη σχετικότητα του χρόνου όταν είσαι σε πιο χαλαρή διάθεση, λόγου χάρη σε διακοπές. Οταν για παράδειγμα – κάθε ομοιότητα με υπαρκτά πρόσωπα είναι απλώς συμπτωματική – έχεις αποφασίσει να επισκεφτείς την Ταγγέρη μέσω Ισπανίας. Εκεί, με το πού πατάς το πόδι σου, έχεις τον χρόνο να σε περιμένει: η ώρα άφιξης στην Ταγγέρη μέσω φέρι είναι η ίδια με την ώρα αναχώρησης από το ισπανικό λιμάνι, την Ταρίφα. Οι διαφορετικές ζώνες ώρας έχουν καταστήσει το ταξίδι εκτός χρόνου.

Η Ταγγέρη πέραν του εκτός χρόνου προσφέρει και το εκτός χώρου – για όσους και όσες είναι εξοικειωμένοι με το λογοτεχνικό σύμπαν του Γουίλιαμ Μπάροουζ, π.χ., δεν λέω κάτι καινούργιο. Η Διαζώνη, μια περιοχή ο έλεγχος της οποίας μοιράζεται ανάμεσα σε διαφορετικά κράτη, δημιουργεί μια αίσθηση διαρκούς ανεστιότητας απαραίτητης για να αισθανθεί ένας άνθρωπος ελεύθερος – το αντίθετο δηλαδή από τη συνθήκη διαρκούς μετακίνησης του μεταμοντέρνου τουρίστα σε ένα ομογενοποιημένο περιβάλλον ιλουστρασιόν αρχιτεκτονικών και αρχαιολογικών μνημείων.

Και πουθενά αλλού ίσως δεν απεικονίζεται καλύτερα αυτός ο στροβιλισμός της σχετικότητας του χρόνου και του χώρου από όσο στην αραβική μουσική, γεμάτη κύκλους πάνω σε κύκλους χωρίς αρχή, μέση και τέλος, κάτι δηλαδή σαν τα καλντερίμια των μουσουλμανικών παλιών πόλεων στις οποίες είναι πιο εύκολο να χαθείς από όσο ο Κολόμβος που πηγαίνει στην Ινδία. Ή σαν την έρημο φυσικά, όπου η απόλυτη έλλειψη πινακίδων και χωρικών διαφοροποιήσεων καθιστά τον προσανατολισμό σχεδόν αδύνατο.

Αν θα μπορούσαμε να πούμε ότι υπάρχει μια ανθρώπινη δραστηριότητα που καταργεί τον χρόνο και τον χώρο, όταν γίνεται καλά, αυτή είναι ο έρωτας. Δεν είναι μάλλον τυχαίο που ο Τζιμ Τζάρμους στην απόλυτη ωδή του για τον έρωτα, την ταινία «Μόνο οι εραστές μένουν ζωντανοί» (Only Lovers Left Alive), τοποθετεί τη δράση ανάμεσα στην Ταγγέρη (που είναι μεταφερμένη όπως είναι, ρεαλιστικά σχεδόν) και στο Ντιτρόιτ (σε μια μετα-αποκαλυπτική όμως, ρημαγμένη εκδοχή). Οι δύο βρικόλακες ήρωες, ερωτευμένοι για πάντα και από πάντα, μετακινούνται ανάμεσα στις δύο περιοχές, αλλά με τη δυσφορία του ανθρώπου που ξέρει ότι κάθε μετακίνηση σε μη τόπους είναι χωρίς νόημα μεν, καθώς δεν αγγίζει τον έρωτα, αλλά απαραίτητη δε.

Η αμηχανία

Βέβαια, έχει προηγηθεί η μετακίνησή τους μεταξύ εποχών, με τη σύγχρονη εποχή να τους κάνει κάπως πιο αμήχανους σε σχέση με την ανάγκη τους για αίμα. Το χρειάζονται για την επιβίωσή τους, αλλά προτιμούν να το αποκτήσουν με έναν τρόπο λιγότερο σκληρό από τον παραδοσιακό. Κάπως σαν να ικανοποιεί κανείς σήμερα την πείνα του αποφεύγοντας τη θανάτωση κάποιου ζώου.

Ο,τι είναι το αίμα για τους βρικόλακες είναι τα μικρά σημάδια που βάζουν οι άνθρωποι στον χρόνο ώστε να ορίζουν την ύπαρξή τους. Ενας δείκτης που πότε-πότε κινείται μία ώρα μπροστά και σπάει κάπως τη μονοτονία της καθημερινότητας, ακόμα κι αν δεν τον καλοσκέφτεσαι – αρκεί που σε σκέφτεται αυτός.