Στον μεταπολεμικό κόσμο τα πράγματα ήταν απλά. Οχι πως δεν είχε και εκείνος τα δικά του βάσανα και ένα φάντασμα – των πυρηνικών – να πλανιέται πάνω από το κεφάλι του. Αλλά αφενός ήταν διπολικός. Και, αφετέρου, το όριο ανάμεσα στους δύο πόλους ήταν η γεωγραφία. Από εδώ η Δύση, από εκεί η Ανατολή. Οπως και να διέσχιζε ένας Ευρωπαίος τον Ατλαντικό – από τον αέρα ή τη θάλασσα, ακόμη και με ανεμόπτερο ή με κανό για να ανεβάσει την αδρεναλίνη του – ήξερε πως από την άλλη πλευρά τον περίμενε ο αμερικανός φίλος.
Ο μεταψυχροπολεμικός κόσμος έγινε ακόμη πιο ασφαλής. Καθώς η Ανατολή εισέπνεε τις πρώτες ριπές ελευθερίας στα ερείπια των ολοκληρωτικών καθεστώτων της, η Δύση βίωνε ένα είδος δημοκρατικής θαλπωρής. Οι μόνοι που συνέχιζαν να βασανίζονται με τις πιο ευαίσθητες από τις χορδές τους ήταν οι άνθρωποι της τέχνης και της διανόησης. Ο Πασκάλ Μπρικνέρ, ας πούμε, άφηνε τις φαντασιώσεις των ηρώων του στα «Μαύρα φεγγάρια του έρωτα» για να εκδώσει, μόλις έναν χρόνο μετά την πτώση του Τείχους του Βερολίνου, τη «Μελαγχολική Δημοκρατία». Ο Μίλαν Κούντερα, σε έναν καπιταλιστικό κόσμο που του φαινόταν αφύσικα φρενήρης, καλούσε στη χαρά της «Βραδύτητας». Και μπορεί εκείνο να μην ήταν ακριβώς το «Τέλος της Ιστορίας» – έτσι όπως το εννοούσε ή δεν το εννοούσε ο Φράνσις Φουκουγιάμα –, ήταν όμως οπωσδήποτε το τέλος του πολιτικού σινεμά. Ούτε «Τρεις μέρες του κόνδορα», ούτε «Ο κατάσκοπος που γύρισε από το κρύο», ούτε «SOS Πεντάγωνο καλεί Μόσχα». Αλλά «Pulp Fiction», «Μεγάλος Λεμπόφσκι» και blockbusters.
Η Ευρώπη φοβόταν άφοβα τότε με τα αμερικανικά θρίλερ και μαγευόταν – ως πιο ψαγμένη – με τα «Τρία χρώματα» του Κισλόφσκι και το «Δαμάζοντας τα κύματα» του Τρίερ. Σήμερα όμως ανησυχεί, με τις παλιές της αναζητήσεις να μοιάζουν πια με προβλήματα πολυτελείας. Ακόμη χειρότερα, και παραδόξως για τα ήθη του μεταπολεμικού κόσμου, η ανησυχία δεν προέρχεται μόνο από την Ανατολή και τα αυταρχικά καθεστώτα της. Ως βασική πηγή ανησυχίας προβάλλει ο αμερικανός φίλος. Η ίδια η πηγή ασφάλειας, δημοκρατίας και ευημερίας του δυτικού κόσμου, ως πολιτισμικής οντότητας, μετατρέπεται στον κυριότερο παράγοντα αστάθειας ολόκληρου του πλανήτη.
Ετσι πλέον λογίζεται και από την πλειονότητα των Ελλήνων, όπως προκύπτει από τη δημοσκόπηση που διεξήγαγε η Metron Analysis για λογαριασμό του «Βήματος». Δεν πρόκειται για τον παλαιάς κοπής αντιαμερικανισμό που στα καλύτερά μας χρόνια – οπωσδήποτε καλύτερα από αυτά που ζούμε σήμερα – προσφερόταν για ασφαλή επαναστατική γυμναστική στους μισούς, ενώ από τους άλλους μισούς αποδομούνταν ως «σοσιαλισμός των ηλιθίων». Δεν είναι μια κονσέρβα βγαλμένη από τα παλιά. Αλλά η ανάγνωση μιας νέας και γι’ αυτό άδηλης πραγματικότητας. Ισως αυτό το άδηλο του πράγματος να εξηγεί γιατί – ειδικά στις μεγαλύτερες ηλικίες που δεν βασανίζονται από τις αγωνίες του προσωπικού τους μέλλοντος – η ανησυχία για τα εσωτερικά προβλήματα της χώρας εξισούται σχεδόν με εκείνη για τους εξωτερικούς κινδύνους που αντιμετωπίζουμε. Θα πάνε στον πόλεμο τα παιδιά μας;
Στην ίδια δημοσκόπηση, οι Ελληνες στη μεγάλη τους πλειονότητα επιλέγουν ως πιο στενό σύμμαχο την οικογένεια στην οποία ανήκουν. Η Ευρώπη, με όλους τους κλυδωνισμούς της, τις αρρυθμίες της και τις διαφωνίες της, είναι το σπίτι μας, ο γεωγραφικός και πολιτισμικός χώρος τον οποίο μοιραζόμαστε. Δεν αγαπάμε να τη μισούμε, όπως άλλοτε την Αμερική. Την αγαπούσαμε για να την βαριόμαστε πολυτελώς και να της γκρινιάζουμε ακαταπαύστως.
Εντάξει, συμβαίνει και στις καλύτερες οικογένειες. Αλλά τώρα ξέρουμε. Ξέρουμε πως εξαρτάται από όλους εμάς στην Ευρώπη εάν θα γίνουμε μια ευτυχισμένη οικογένεια ή δυστυχισμένη «με τον δικό μας τρόπο».



