Η κληρονομιά μιας τραγωδίας του 20ού αιώνα

Του Μάρκου Καρασαρίνη

Σε αντίθεση με έναν διακρατικό, ένας εμφύλιος πόλεμος δεν έχει πάντοτε διακριτές ημερομηνίες που τον ορίζουν. Το στρατιωτικό πραξικόπημα του Φράνκο στις 17 Ιουλίου 1936 αποτελεί όντως την αδιαμφισβήτητη αφετηρία του ισπανικού εμφυλίου πολέμου.

Ο ιταλικός εμφύλιος του 1943-1945, αντίθετα, αν και χρονολογείται επίσημα από την υπογραφή της ανακωχής του καθεστώτος Μπαντόλιο με τους Συμμάχους στις 8 Σεπτεμβρίου 1943, επικυρώνεται τυπικά από την ανακήρυξη της «Ιταλικής Κοινωνικής Δημοκρατίας» του Μπενίτο Μουσολίνι δεκαπέντε ημέρες αργότερα, στις 23 Σεπτεμβρίου 1943. Στην ελληνική περίπτωση, η 31η Μαρτίου 1946, ημερομηνία των πρώτων μεταπολεμικών εκλογών και επίθεσης ανταρτών στον σταθμό Χωροφυλακής του Λιτοχώρου, θεωρείται συμβατικά η έναρξη του εμφυλίου πολέμου.

Ομως η πύκνωση της αντάρτικης δραστηριότητας παρατηρείται από τον Ιούνιο της ίδιας χρονιάς ενώ στην πράξη οι δύο παρατάξεις προχωρούν στην ολοκληρωτική σύγκρουση το φθινόπωρο του 1947. Το τελευταίο οχυρό του Δημοκρατικού Στρατού καταλαμβάνεται στις 30 Αυγούστου 1949, μία μέρα μετά την αποχώρηση των δυνάμεών του από τον Γράμμο προς την Αλβανία, αλλά το διάγγελμα της «προσωρινής κυβέρνησης» του ΚΚΕ με την αναφορά στο «όπλο παρά πόδα» εκδίδεται στις 15 Οκτωβρίου. Εκ των υστέρων η ιστοριογραφία επιχειρεί συχνά να προσδώσει σαφέστερα όρια σε αναμετρήσεις πιο ρευστές εκ φύσεως, στις οποίες μια κοινωνία μάλλον διολισθαίνει σταδιακά παρά εισέρχεται απότομα – και από τις οποίες βγαίνει αργά, κοπιαστικά, τραυματικά.

Ο ελληνικός εμφύλιος πόλεμος, άλλωστε, όπως και ο ισπανικός, έχει μια εκτεταμένη παρασκιά που αφορά το μετεμφυλιακό κράτος και τη μεταχείριση των ηττημένων.

Η σφοδρότητα του πλήγματος, ο απόηχός του στις επόμενες δεκαετίες ήταν τόσο ισχυρά ώστε να αφήσουν βαθύ αποτύπωμα στην ιστοριογραφία: ως θεματική αποτελεί μία από τις πιο διεξοδικά διερευνημένες της ελληνικής ιστορίας.

Το πολιτικό και κοινωνικό ρήγμα ήταν τέτοιο ώστε η κληρονομιά του να επηρεάζει ακόμη τη διαμόρφωση των διαχωριστικών γραμμών μεταξύ των παρατάξεων, να προσελκύει διαρκές ενδιαφέρον στη δημόσια σφαίρα, να προκαλεί πολωτικές προσλήψεις της δημόσιας ιστορίας. Στα 80 χρόνια από τη συμβατική ημερομηνία έναρξής του δεν αναμένεται ασφαλώς η ανάδυση ανατρεπτικών για τη θεώρησή του δεδομένων, αν και επιμέρους τεκμήρια και λεπτομέρειες χωρίς αμφιβολία θα συνεχίζουν να ανακύπτουν.

Προσφέρεται ωστόσο η στιγμή αυτή, τώρα που η εικόνα του Εμφυλίου ξεμακραίνει στον καθρέφτη του οχήματος της Ιστορίας, για τη νηφάλια αποτίμηση μιας τραγωδίας της Ελλάδας του 20ού αιώνα.

Ποιον ενδιαφέρει τελικά η Κλειώ;

Του Στράτου Ν. Δορδανά

Τις τελευταίες εβδομάδες το Νέο Κτίριο της Φιλοσοφικής Σχολής στο Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης είναι γεμάτο (και) με αφίσες του ΚΚΕ που προαναγγέλλουν ομιλία του ΓΓ της ΚΕ στην πλατεία του Λιτόχωρου με τον υπέρτιτλο να αναφέρεται στα «80 χρόνια από την ίδρυση του Δημοκρατικού Στρατού Ελλάδας» και τον υπότιτλο να συμπληρώνει: «Θυσία και Τόλμη για τη Νίκη! Κρατάμε τη σημαία ψηλά για τον ΣΟΣΙΑΛΙΣΜΟ». Δύο μαχητές πλαισιώνουν μια μαχήτρια του ΔΣΕ με το βλέμμα να ατενίζει στο μέλλον. Σε αυτό το μέλλον είναι αφιερωμένο το παρόν κείμενο, που δεν έχει καμία διάθεση να συζητήσει για την εργαλειοποίηση του εμφυλίου πολέμου ή για τον τρόπο με τον οποίο διαβάζει και ερμηνεύει κανείς σήμερα τα γεγονότα της περιόδου 1946-1949 ανάλογα με το κομματικό μετερίζι ένταξής του. Και αυτό το μέλλον δεν μπορεί παρά να συνδέεται με τους νέους/νέες και τον ιστορικό εγγραμματισμό τους σε σχέση συνολικότερα με τα τεκταινόμενα της δεκαετίας του ’40.

Είναι λίγο-πολύ γνωστό ότι η συγκεκριμένη δεκαετία είναι από τις καλύτερα μελετημένες της σύγχρονης ελληνικής ιστορίας. Από τη «μακρινή» δεκαετία του 1980 έως σήμερα έχουν διοργανωθεί δεκάδες διεθνή συνέδρια, με το κέντρο βάρους να μετατοπίζεται σταδιακά στις εμφύλιες συγκρούσεις, συλλογικοί τόμοι και μονογραφίες έχουν επικεντρωθεί πέρα από τα καθεαυτό στρατιωτικά γεγονότα στις κοινωνικές, πολιτικές, οικονομικές και διεθνείς διαστάσεις του Εμφυλίου, το ίδιο το ερώτημα έχει μετατοπιστεί από το παραδοσιακό για το ποιος ευθυνόταν (οι εγχώριες δυνάμεις, η ξένη παρέμβαση ή και τα δύο) στο τι τελικά ήταν ο Εμφύλιος, η αντίστοιχη περιοδολόγηση επιχειρεί να συνδέσει την επίσημη έναρξη των συγκρούσεων (1946) με τις ενδοελληνικές συγκρούσεις της κατοχικής περιόδου (1943), μελέτες απαντούν με πειστικότητα πλέον για τον διαφορετικό τρόπο πρόσληψης του Εμφυλίου από τα αστικά κέντρα και τους πληθυσμούς της υπαίθρου, οι ίδιοι οι στρατοί (Εθνικός και Δημοκρατικός) έχουν αναλυθεί ως προς τα ποσοτικά και ποιοτικά χαρακτηριστικά τους.

Τρεις άλλες σημαντικές θεματικές έχουν επίσης βρεθεί στο επίκεντρο της έρευνας χάρη στα νέα δεδομένα που προέκυψαν κυρίως μετά το 1990 και επέτρεψαν την απάντηση σε καίρια ερωτήματα για τα οποία μέχρι τότε εικασίες – κατ’ αντιπαραβολή με την ευρέως γνωστή αμερικανική παρέμβαση – μπορούσαν να γίνουν: α) η εμπλοκή των λαϊκών δημοκρατιών, με προεξάρχουσα τη Μόσχα, ήταν αποφασιστικής σημασίας για τη χρονική παράταση του Εμφυλίου, η ήττα δε του ΔΣΕ δεν οφειλόταν στην «πισώπλατη μαχαιριά» του Τίτο αλλά στην έλλειψη εφεδρειών και στην αδυναμία αναπλήρωσης των απωλειών. Ο ΔΣΕ ηττήθηκε στο πεδίο της μάχης, διατηρώντας ωστόσο ακέραια τη δυναμική του στην αναμέτρηση των ιδεών για να τοποθετήσει «το όπλο παρά πόδα», β) οι πολιτικοί πρόσφυγες και τα χιλιάδες παιδιά βρέθηκαν στη διελκυστίνδα της σύγκρουσης μεταξύ των δύο κόσμων, ταυτόχρονα ταλανίστηκαν από τις εξελίξεις εντός του διεθνιστικού κομμουνισμού μετά τον θάνατο του Στάλιν, έγιναν αντικείμενο αποδοχής αλλά και καχυποψίας από τις χώρες αποδοχής, γ) οι συνέπειες ήταν βραχυπρόθεσμες (περισσότεροι από 40.000 νεκροί, 70.000 πολιτικοί πρόσφυγες, 3.500 εκτελεσθέντες πολιτικοί κρατούμενοι, συνέχιση των διώξεων και των κοινωνικών αποκλεισμών, εσωτερική προσφυγοποίηση άνω των 700.000 ατόμων) και μακροπρόθεσμες (το τραύμα του εμφυλίου πολέμου, πολιτική προσφυγιά, διαίρεση σε «εθνικόφρονες» και «κομμουνιστές»).

Τι από τα παραπάνω αποτελεί σήμερα κτήμα της νέας γενιάς; Σε ποιον βαθμό είναι σε θέση να παρακολουθήσει την ανανέωση του ιστοριογραφικού ενδιαφέροντος και, όταν έρθει η στιγμή της επιστημονικής ωρίμανσής της, να θέσει τα επίκαιρα ερωτήματα που θα οδηγήσουν σε μια επανερμηνεία του Εμφυλίου με βάση τις αναζητήσεις και τα ενδιαφέροντα της εποχής της; Υπό το πρίσμα αυτό θα είχε πολύ μεγάλο ενδιαφέρον να εντρυφήσει κανείς στην επίδοση των μαθητών στις πανελλήνιες εξετάσεις (2022), όταν κλήθηκαν να διαπραγματευτούν θέμα σχετικά με το μάθημα της Ιστορίας και την αξία της ιστορικής γνώσης, αντλημένο από βιβλίο για τον Εμφύλιο. Στο σημείο αυτό, η διάσταση μεταξύ των πανεπιστημιακών εδράνων και των σχολικών αιθουσών ίσως να μην είναι τελικά τόσο ευδιάκριτη όσο θα αναμενόταν. Μήπως αυτός ο πόλεμος χωρίς τέλος εξακολουθεί να είναι ταυτόχρονα και ένας «άγνωστος» εμφύλιος πόλεμος για τους σημερινούς μαθητές και φοιτητές, όπως ξετυλίγεται μέσα από την εκπαιδευτική διαδικασία και τις αίθουσες διδασκαλίας σε σχολεία και πανεπιστήμια; Ποιον ενδιαφέρει τελικά η Κλειώ και η μελέτη του παρελθόντος;

Ο κ. Στράτος Ν. Δορδανάς είναι αναπληρωτής καθηγητής Ιστορίας, Τμήμα Ιστορίας και Αρχαιολογίας του ΑΠΘ.

Οι κινηματογραφήσεις ενός τραύματος

Της Ελλης Λεμονίδου

Είναι γνωστό πως ο κινηματογράφος έχει διαχρονικά μια στενότατη σχέση με την ιστορία, καθώς οι ταινίες με άμεσες ή έμμεσες, κύριες ή παρεμπίπτουσες αναφορές στο ιστορικό παρελθόν αποτελούν προσφιλή επιλογή παραγωγών και σκηνοθετών. Παράλληλα, οι ταινίες αυτές προσελκύουν κατά κανόνα το ενδιαφέρον μεγάλου αριθμού θεατών και, όχι σπάνια, συμβάλλουν καθοριστικά στη διαμόρφωση συλλογικών αντιλήψεων για συγκεκριμένα γεγονότα ή ιστορικές εποχές. Αν ληφθεί υπόψη το επίμονα ισχυρό αποτύπωμα της δεκαετίας του 1940 στην ελληνική κοινωνία, τόσο στο επίπεδο της ιστορίας όσο και – ακόμα περισσότερο, ίσως – σε εκείνο της μνήμης, παρουσιάζει ιδιαίτερο ενδιαφέρον να εξεταστεί η διαχείριση της εμφύλιας διαμάχης, που σφράγισε ανεξίτηλα εκείνη τη δεκαετία, από τον ελληνικό κινηματογράφο.

Οι αποτυπώσεις του Εμφυλίου στην κινηματογραφική οθόνη προσδιορίζονται σε πολύ μεγάλο βαθμό από δύο παράγοντες: α) από τον ακραία και ανθεκτικά τραυματικό (και διχαστικό) χαρακτήρα του συγκεκριμένου γεγονότος, που δυσχεραίνει εκ των πραγμάτων κάθε προσπάθεια αποτύπωσής του μέσα από αναπαραστατικούς διαύλους και β) από τον καθοριστικό ρόλο των εκάστοτε πολιτικών και κοινωνικών συνθηκών στην Ελλάδα, οι οποίες επηρέασαν την πρόσληψη και τις παντοειδείς αφηγήσεις γύρω από τον Εμφύλιο. Στους ανωτέρω παράγοντες μπορούμε να προσθέσουμε, αναφορικά με την αμιγώς στρατιωτική διάσταση του Εμφυλίου, τη γενικότερη δυστοκία (με λιγοστές εξαιρέσεις) της ελληνικής κινηματογραφίας ως προς την παραγωγή πολεμικών ταινιών, γεγονός που συνδέεται κατά κύριο λόγο με το υψηλό κόστος τέτοιου τύπου έργου και, σε ένα άλλο επίπεδο, με την έλλειψη εμπειρίας των ελλήνων κινηματογραφιστών στο συγκεκριμένο είδος.

Οι πρώτες δύο δεκαετίες μετά τη λήξη του Εμφυλίου χαρακτηρίζονται από μια γενικότερη κινηματογραφική σιωπή σε σχέση με αυτό το γεγονός, η οποία συνάδει με μια γενικότερη διστακτικότητα ως προς την απεικόνιση της δεκαετίας του 1940 – δεν λείπουν βεβαίως οι κινηματογραφικές αναφορές, ορισμένες από αυτές είναι μάλιστα και ενδιαφέρουσες (από το Οι Γερμανοί ξανάρχονται του Αλέκου Σακελλάριου το 1948 στο Πρόσωπο με πρόσωπο του Ροβήρου Μανθούλη το 1966), ωστόσο δεν μπορούμε να μιλήσουμε για μια γενική τάση που θα χαρακτήριζε τη συγκεκριμένη περίοδο. Αυτό αποδίδεται αφενός στην άνωθεν επιβολή ενός συγκεκριμένου αφηγήματος για την επίμαχη περίοδο (με συνακόλουθα φαινόμενα λογοκρισίας και αυτολογοκρισίας), αφετέρου στη μικρή χρονική απόσταση από τα τραυματικά γεγονότα, που δυσχέραινε εκ των πραγμάτων την αποτύπωσή τους και απομείωνε τις προσδοκίες εμπορικής επιτυχίας οποιασδήποτε σχετικής παραγωγής.

Η περίοδος της στρατιωτικής δικτατορίας που ακολουθεί χαρακτηρίζεται από την πληθώρα παραγωγών με ιστορικό περιεχόμενο και σαφές εθνοπατριωτικό πρόσημο, με τις ευλογίες του τότε καθεστώτος. Ο Εμφύλιος δεν θα μπορούσε να αποτελέσει εξαίρεση, με πλήθος ταινιών προπαγανδιστικού χαρακτήρα, χωρίς καμιά καλλιτεχνική αξία, οι οποίες έχουν περάσει στη λήθη της ελληνικής κινηματογραφικής ιστορίας.

Η αποκατάσταση της δημοκρατίας αποτέλεσε τομή και για την κινηματογραφική διαχείριση του Εμφυλίου, με σημείο τομής τον εμβληματικό Θίασο του Θόδωρου Αγγελόπουλου. Από το 1974 και μέχρι το τέλος της δεκαετίας του 1980 παράγονται και προβάλλονται οι περισσότερες γνωστές ταινίες με άμεση ή έμμεση αναφορά στον Εμφύλιο, γεγονός που συνδέεται άρρηκτα με τη μεταπολιτευτική αύρα ελευθερίας και την ανάδυση στη δημόσια σφαίρα των αφηγήσεων των ηττημένων του Εμφυλίου. Αξίζει ωστόσο να σημειωθεί ότι οι περισσότερες από αυτές τις ταινίες εστιάζουν όχι στην ίδια τη σύγκρουση και τα χαρακτηριστικά της, αλλά στις άμεσες συνέπειές της στο ανθρώπινο επίπεδο (Η κάθοδος των 9, Χρίστος Σιοπαχάς, 1984), στη ζοφερή μετεμφυλιακή πραγματικότητα (Πέτρινα χρόνια, Παντελής Βούλγαρης, 1985) και στη μακροχρόνια ανθεκτικότητα του τραύματος της εμφυλιακής περιόδου (Τα παιδιά της χελιδόνας, Κώστας Βρεττάκος, 1987).

Στα επόμενα χρόνια μέχρι και τις μέρες μας ο Εμφύλιος επανέρχεται περιστασιακά στη θεματολογία των ελλήνων κινηματογραφιστών, με εμβληματικό ορόσημο την ταινία Ψυχή βαθιά του Παντελή Βούλγαρη (2009), η οποία είναι αποκλειστικά αφιερωμένη στην περίοδο της ένοπλης σύγκρουσης και στους τρόπους με τους οποίους αυτή καθορίζει τις ζωές και τις τύχες των μαχητών, που αποτελούν τους απλούς πρωταγωνιστές της ιστορίας. Η δημιουργία της ταινίας εντάσσεται όχι μόνο στο πολλάκις εκδηλωμένο ενδιαφέρον του σκηνοθέτη για την ευρύτερη περίοδο της δεκαετίας του 1940 και τις συνέπειές της, αλλά και στην αναθέρμανση του δημόσιου και επιστημονικού ενδιαφέροντος για την περίοδο αυτή ήδη από τα μέσα της δεκαετίας του 2000. Σε κάθε περίπτωση, η διαχείριση του Εμφυλίου σε επίπεδο κινηματογράφου – και ευρύτερα δημόσιας Ιστορίας – παραμένει, για όλους τους λόγους που προαναφέρθηκαν, ακανθώδης. Ωστόσο, το αίτημα για μια κριτική και συμπεριληπτική προσέγγιση του θέματος μοιάζει διαρκώς επίκαιρο, καθώς ο κινηματογράφος έχει αποδειχθεί πως μπορεί να επηρεάσει σημαντικά την πρόσληψη τραυματικών ιστορικών γεγονότων, ιδιαίτερα στις απόλυτα εξοικειωμένες με τον πολιτισμό της εικόνας νεότερες γενιές.

Η κυρία Ελλη Λεμονίδου είναι καθηγήτρια Νεότερης και Σύγχρονης Ιστορίας στο Πανεπιστήμιο Πατρών.

Το βαθύ ρήγμα και η νέα εμφυλιοπολεμική οπτική

Του Πολυμέρη Βόγλη

Ο εμφύλιος πόλεμος καθόρισε τη μεταπολεμική ιστορία της Ελλάδας για αρκετές δεκαετίες. Τα δεκάδες χιλιάδες θύματα των δύο αντιπάλων στα πεδία των μαχών, οι μαζικές διώξεις σε βάρος της Αριστεράς, οι εκτελέσεις χιλιάδων πολιτικών κρατουμένων, ο αναγκαστικός εκπατρισμός χιλιάδων Ελλήνων στις σοσιαλιστικές χώρες της Ανατολικής Ευρώπης δημιούργησαν ένα επώδυνο τραύμα στην ελληνική κοινωνία και ένα βαθύ ρήγμα μεταξύ της Αριστεράς και της Δεξιάς. Επιπλέον, ο Εμφύλιος αποτέλεσε το φίλτρο μέσα από το οποίο οι δύο παρατάξεις προσέγγισαν συνολικά τη δεκαετία του 1940. Με άλλα λόγια, η μνήμη και η αφήγηση τόσο της Δεξιάς όσο και της Αριστεράς για την Κατοχή και την Αντίσταση διαμορφώθηκαν από αυτό που ακολούθησε, τον Εμφύλιο.

Η Δεξιά είδε συνολικά τη δεκαετία του 1940 μέσα από το πρίσμα της νίκης στον Εμφύλιο και κατασκεύασε μια αφήγηση βασισμένη σε διαδοχικές εμφύλιες συγκρούσεις. Κεντρικός ερμηνευτικός άξονας ήταν η «θεωρία των τριών γύρων»: η δεκαετία του 1940 δεν χαρακτηρίστηκε από τίποτα άλλο παρά τις διαδοχικές, αποτυχημένες προσπάθειες του ΚΚΕ να καταλάβει βίαια την εξουσία.

Η «θεωρία των τριών γύρων» ήταν βολική γιατί αποσιωπούσε τη μικρή συμμετοχή της Δεξιάς στην Αντίσταση και, κυρίως, το ένοχο παρελθόν της συνεργασίας με τους κατακτητές. Παράλληλα μετέφερε το κέντρο βάρους στην «εγγενή», υποτίθεται, βία της Αριστεράς και μαζί με τα περί υποκίνησης της «ανταρσίας» από τις σοσιαλιστικές χώρες, παρουσίαζε την Αριστερά ως «αντεθνική» δύναμη και δικαιολογούσε τον αποκλεισμό της από την πολιτική ζωή του τόπου για περισσότερο από δυόμισι δεκαετίες.

Η πολιτική κυριαρχία της Δεξιάς μεταπολεμικά επέτρεψε τη μετατροπή της εμφυλιοπολεμικής οπτικής της δεκαετίας του 1940 σε επίσημη αφήγηση και μνήμη, τουλάχιστον μέχρι την άνοδο του ΠαΣοΚ στην εξουσία. Στη δεκαετία του 1980, η επίσημη αφήγηση και μνήμη άλλαξαν καθώς υιοθετήθηκε η ενωτική οπτική της Εθνικής Αντίστασης στα χρόνια της Κατοχής, ενώ αντίθετα ο Εμφύλιος πέρασε στη λήθη. Η πιο χαρακτηριστική στιγμή της υπέρβασης της εμφυλιοπολεμικής οπτικής ήταν η αναγνώριση του εμφυλίου πολέμου και το (απαράδεκτο από τη σκοπιά των ιστορικών) κάψιμο των φακέλων τον Αύγουστο του 1989 από την κυβέρνηση ΝΔ και ενιαίου Συνασπισμού. Η εμφυλιοπολεμική οπτική, τότε, φαινόταν εντελώς ξεπερασμένη. Αλλά, όχι για πολύ, όπως αποδείχτηκε…

Από τα τέλη της δεκαετίας του 1990, η εμφυλιοπολεμική προσέγγιση επανήλθε στη δημόσια συζήτηση. Μερικοί μελετητές επέστρεψαν στη «θεωρία των τριών γύρων» για να υποστηρίξουν ότι η «κόκκινη» βία ήταν το κοινό στοιχείο που συνέδεε την Κατοχή με τον Εμφύλιο και, κατά συνέπεια, υπήρξε ένας μακρύς εμφύλιος πόλεμος στην Ελλάδα που ξεκίνησε το 1943 και τελείωσε το 1949, για τον οποίο υπεύθυνη ήταν η Αριστερά. Η νέα εμφυλιοπολεμική οπτική υπήρξε πολλαπλά προβληματική και προκάλεσε σφοδρές αντιδράσεις και συζητήσεις. Η βασική ένσταση ήταν ότι (για άλλη μια φορά) ο Εμφύλιος εκτόπιζε την Αντίσταση. Επιπλέον, επιχειρούσε να απαξιώσει τον εθνικοαπελευθερωτικό αγώνα και να δικαιολογήσει την ένοπλη συνεργασία με τους κατακτητές.

Η νέα εμφυλιοπολεμική οπτική παρήγαγε μια στρεβλή εικόνα του παρελθόντος της δεκαετίας του 1940, και ειδικά της Κατοχής. Ο εθνικοαπελευθερωτικός αγώνας αποσιωπήθηκε και η σημασία του μειώθηκε: οι κινητοποιήσεις, οι απεργίες, οι διαδηλώσεις, ο ένοπλος αγώνας των ανταρτών πέρασαν στο περιθώριο της δημόσιας συζήτησης τις τελευταίες δεκαετίες.

Παράλληλα, υποβάθμισε τα εγκλήματα που διέπραξαν οι δυνάμεις κατοχής σε βάρος του άμαχου πληθυσμού και τις υλικές καταστροφές που προκάλεσαν στην Ελλάδα, ώστε να αναδείξει τις εμφύλιες συγκρούσεις της Κατοχής και να τις αποσυνδέσει από τις πολιτικές των κατοχικών δυνάμεων. Τόσο η Κατοχή όσο και η Αντίσταση κατέληξαν να γίνουν απλές υποσημειώσεις στον μακρύ εμφύλιο πόλεμο.

Παρά την προβολή που είχε στη δημόσια σφαίρα η εμφυλιοπολεμική οπτική και τον θόρυβο που προκάλεσε, δεν κατάφερε να κυριαρχήσει στην ιστορική αφήγηση και τη δημόσια ιστορία.

Το ενδιαφέρον και η συγκίνηση που προκάλεσαν πρόσφατα οι φωτογραφίες από την εκτέλεση των 200 κομμουνιστών στην Καισαριανή ήλθαν να επιβεβαιώσουν ότι η Αντίσταση εξακολουθεί να κατέχει κομβική θέση στην ιστορική μνήμη της ελληνικής κοινωνίας και αναγνωρίζει σε αυτούς που αγωνίστηκαν και θυσίασαν τη ζωή τους ένα κομμάτι του συλλογικού εαυτού.

Ο κ. Πολυμέρης Βόγλης είναι καθηγητής Κοινωνικής Ιστορίας στο Πανεπιστήμιο Θεσσαλίας.