Δύο από τους πιο ταλαντούχους, αναγνωρισμένους και συνεπείς δημιουργούς της ελληνικής μουσικής, ο συνθέτης Θέμης Καραμουρατίδης και ο στιχουργός Γεράσιμος Ευαγγελάτος, βρίσκονται αυτή την περίοδο σε μία εξόχως παραγωγική φάση της καριέρας τους. Τα κομμάτια που έγραψαν για το επιτυχημένο μιούζικαλ «Hotel Amour» (τελευταία παράσταση 30 Μαρτίου) ηχογραφήθηκαν και είναι διαθέσιμα για ακρόαση στις διάφορες ψηφιακές πλατφόρμες, ενώ πρόσφατα κυκλοφόρησε και το παιδικό άλμπουμ «Γέτι: Η δύναμη του ακόμη». Αυτό το διάστημα συνεργάζονται επίσης πυρετωδώς για τα τραγούδια της πολυαναμενόμενης καλοκαιρινής επιθεώρησης «Εγώ θα σας τα πω!», έχοντας παράλληλα ξεκινήσει να δουλεύουν πάνω στο επόμενο άλμπουμ της Νατάσσας Μποφίλιου.
Στη μουσικοθεατρική παράσταση που ανέβηκε στο θέατρο Ακροπόλ, σε σκηνοθεσία της Σμαράγδας Καρύδη, τέσσερα ετερόκλητα ζευγάρια που συναντιούνται στα δωμάτια ενός ξενοδοχείου ημιδιαμονής αποκαλύπτουν με χιούμορ και ειλικρίνεια τις κρυφές τους επιθυμίες, φαντασιώσεις, απογοητεύσεις και προσδοκίες. Τα τραγούδια ερμηνεύουν οι Κατερίνα Παπουτσάκη, Γιώργος Παπαγεωργίου, Χαρά Κεφαλά, Ιβάν Σβιτάιλο, Φοίβος Ριμένας, Γιλμάζ Χουσμέν, Βασίλης Μηλιώνης και Αλεξάνδρα Κολαΐτη. Ο Καραμουρατίδης εξηγεί ότι η μετάβαση από το σανίδι στο Spotify δεν ήταν καθόλου αυτονόητη. Συγκεκριμένα χαρακτηρίζει την όλη διαδικασία έναν άθλο.

O συνθέτης Θέμης Καραμουρατίδης

O στιχουργός Γεράσιμος Ευαγγελάτος
«Η δυσκολία ήταν διπλή – πρακτική και αισθητική. Mιλάμε για 29 τραγούδια και ένα μεγάλο καστ ηθοποιών, κάποιοι εκ των οποίων δεν είχαν πατήσει ποτέ σε στούντιο ηχογράφησης. Ο συντονισμός αυτού του εγχειρήματος ήταν από μόνος του μια σημαντική πρόκληση. Ερμηνευτικά, το ζήτημα ήταν ακόμη λεπτότερο: ένας ηθοποιός που έχει τραγουδήσει ένα κομμάτι δεκάδες φορές μπροστά σε κοινό έχει καταλήξει σε μια προσέγγιση που δεν ταιριάζει απαραίτητα στη ηχογράφηση και πρέπει να ξαναδοκιμάσει άλλους τρόπους». Η φιλοσοφία τους ωστόσο δεν ήταν ποτέ να αποτυπώσουν την παράσταση ως ακριβώς έχει, συμπληρώνει ο Ευαγγελάτος, αλλά να φτιάξουν τραγούδια δισκογραφίας που να λειτουργούν αυτόνομα, κομμάτια που μπορεί κανείς να ακούσει στο ραδιόφωνο ή να αναπαραγάγει εντελώς ανεξάρτητα από τη θεατρική τους προέλευση. Αυτή η λογική, σημειώνουν, διαπερνά όλη τους τη δουλειά: τα τραγούδια γεννιούνται πάντα με αμφίδρομο προσανατολισμό, σκηνή και δισκογραφία ταυτόχρονα.
Η κοινή γλώσσα
Για τη μακρόχρονη συνεργασία τους, ο Θέμης είναι ξεκάθαρος: δεν υπάρχουν πλέον δυσκολίες. Oχι επειδή λείπουν ο ενθουσιασμός, η διάθεση για διερεύνηση ή οι καινούργιες ιδέες, αλλά επειδή έχει εδραιωθεί ένας κοινός κώδικας. Εχει εκλείψει η ανάγκη να αποδείξει ο ένας στον άλλον κάτι, λέει ο Γεράσιμος: «Σε μια νέα συνεργασία θέλεις ο άλλος να σε καταλάβει, να βρείτε κοινή γλώσσα, να ξεκλειδώσει ο ένας τον άλλον. Εμείς αυτό το έχουμε κεκτημένο εδώ και χρόνια». Αυτό που εξακολουθεί να τους χαροποιεί είναι πόσο φυσικά και άμεσα συντονίζονται, γνωρίζοντας πλέον με ακρίβεια σε ποιον απευθύνεται αυτό που φτιάχνουν, σε ποια σκηνή, σε ποιο κοινό, σε ποιον ερμηνευτή. Αυτή η ωριμότητα τους επιτρέπει να πειραματίζονται με μεγαλύτερη ελευθερία. Και οι δύο επισημαίνουν ότι αυτή η εσωτερική ασφάλεια τους επιτρέπει να διασκεδάζουν με αυτό που κάνουν μέχρι την τελευταία στιγμή, κάτι που πριν από είκοσι χρόνια, στο ξεκίνημά τους, θα ήταν αδιανόητο.
Το παιδικό άλμπουμ «Γέτι: Η δύναμη του ακόμη» βασίζεται στο ομώνυμο παιδικό βιβλίο της Μαρίνας Γιώτη, που κυκλοφόρησε το 2020 (εκδόσεις Διόπτρα) και επικεντρώνεται στην ψυχική ενδυνάμωση των παιδιών μέσα από τη «μαγική λέξη “ακόμη”», ένα εργαλείο που βοηθά τα παιδιά να μην τα παρατάνε και να κατανοήσουν ότι οι δυνατότητές τους διευρύνονται με την προσπάθεια. «Πώς να φτιάξουμε ολόκληρο δίσκο από ένα τόσο μικρό βιβλίο;» ήταν το πρώτο ερώτημα. Αυτό που τελικά τους έπεισε ήταν το νόημα του βιβλίου, η ανάγκη για επιμονή, θάρρος και διαχείριση της αποτυχίας, αλλά και το ότι βρήκαν έναν ήχο που τους ενδιέφερε πραγματικά: americana, country, μακριά από το στερεότυπο του παιδικού ποπ άλμπουμ. Το εγχείρημα είχε και την πρόσθετη πρόκληση ότι το Γέτι είναι ήδη μια καθιερωμένη επωνυμία – ένα προϋπάρχον brand. Το ζητούμενο λοιπόν ήταν να εντάξουν το δικό τους καλλιτεχνικό αποτύπωμα σε κάτι που ήδη υπάρχει, χωρίς να προδώσουν αυτό που είναι. Και τα κατάφεραν. Αξίζει να σημειωθεί πως τα επτά τραγούδια τα ερμηνεύει η ίδια η συγγραφέας.
Ζήτω τα λαϊκά θεάματα!
Το πιο τολμηρό ίσως εγχείρημα αυτής της περιόδου είναι η επιθεώρηση «Εγώ θα σας τα πω!», με πρωτότυπα κείμενα των Γεράσιμου Ευαγγελάτου και Δημήτρη Χαλιώτη, μουσική Θέμη Καραμουρατίδη και σκηνοθεσία Βαγγέλη Θεοδωρόπουλου. Στη σκηνή συναντιέται ένας θίασος που εγγυάται σπαρταριστά γέλια: ο Δημήτρης Πιατάς, η Χρύσα Ρώπα, η Ελένη Κοκκίδου, ο Δημήτρης Μακαλιάς, η Γιούλη Τσαγκαράκη, ο Ζερόμ Καλούτα, η Σύρμω Κεκέ, η Μαρία Διακοπαναγιώτου, ο Αλέξης Βιδαλάκης και ο Θανάσης Ισιδώρου. Η παράσταση ξεκινά την περιοδεία της από το Βεάκειο Θέατρο Πειραιά (4-7 Ιουνίου) και θα κάνει μια στάση στο Δημοτικό Θέατρο Λυκαβηττού (23 Ιουνίου), προτού ταξιδέψει σε άλλες πόλεις της Ελλάδας. Ο Ευαγγελάτος εξομολογείται ότι η επιθεώρηση ως είδος τού ασκεί τεράστια γοητεία γιατί είναι λαϊκό θέαμα, και λατρεύει τα λαϊκά θεάματα για την απήχηση και τη δυναμική που μπορούν να έχουν: «Ο δικός μας στόχος είναι να καταφέρουμε μέσα στον επικαιρικό χαρακτήρα μιας επιθεώρησης, στον πολιτικό λόγο και τη δριμεία κριτική να βάλουμε το δικό μας συναίσθημα. Είναι μεγάλο πείραμα».
Ερωτηθέντες για τις δυσκολίες που αντιμετωπίζουν σήμερα δύο άνθρωποι που θέλουν να έρθουν πραγματικά κοντά – ένα από τα κεντρικά θέματα του «Hotel Amour», για να επιστρέψουμε και στο ξεκίνημα αυτής της συνέντευξης –, οι δύο δημιουργοί συμφωνούν στη διάγνωσή τους. Ο Καραμουρατίδης το θέτει ευθέως: πρόκειται για αποτέλεσμα της γενικότερης έλλειψης κόπου, συγκέντρωσης και αντοχής που χαρακτηρίζει τη σύγχρονη ζωή: «Oταν είσαι αποσυντονισμένος στα πάντα, ανοίγεις μια οθόνη και βλέπεις χιλιάδες δυνατότητες και ευκαιρίες, το να καθίσεις με έναν άνθρωπο και να μην τα βρείτε σε κάποια πράγματα δεν θα σε κάνει να προσπαθήσεις να δεις πού συγκλίνετε. Θα προχωρήσεις στην επόμενη επιλογή. Η ουσιαστική αλληλεπίδραση έχει εκλείψει, μας δυσκολεύει πολύ και η πραγματική σύνδεση απαιτεί μυς που έχουν πλέον ατροφήσει».




