Το φθινόπωρο του 2013 στη Γαλλία μοιάζει λίγο με εκείνο του 1983. Τότε, όπως και τώρα, ο πρόεδρος της χώρας, ο Φρανσουά Μιτεράν, έβλεπε τη δημοτικότητά του να κατακρημνίζεται εξαιτίας της υψηλής ανεργίας και της ασθμαίνουσας ανάπτυξης –αποτέλεσμα, σύμφωνα με τους επικριτές του, της πολιτικής λιτότητας που είχε επιβάλει ο υπουργός Οικονομικών Ζακ Ντελόρ ήδη από τον Μάρτιο του 1983.
Σήμερα ο Φρανσουά Ολάντ, ο οποίος έχει επανειλημμένως παραδεχθεί ότι θεωρεί μέντορά του τον Μιτεράν, βρίσκεται πάνω-κάτω στην ίδια δύσκολη θέση. Αν και στους δρόμους του (χριστουγεννιάτικου) Παρισιού ο επισκέπτης δεν αντιλαμβάνεται ίχνος κρίσης, η δημοτικότητά του είναι η χαμηλότερη στην ιστορία προέδρου της Πέμπτης Γαλλικής Δημοκρατίας –και αυτό μόλις 18 μήνες μετά την εκλογή του.
Πριν από 30 χρόνια ο Μιτεράν έμεινε πιστός στη μείζονα αλλαγή της πολιτικής του –από τις προεκλογικές σοσιαλιστικές υποσχέσεις στη σφιχτή δημοσιονομική πολιτική που έπρεπε να ακολουθηθεί ώστε η Γαλλία να μην υποχρεωθεί σε μια ταπεινωτική αποχώρηση από τον Μηχανισμό Συναλλαγματικών Ισοτιμιών και να διατηρήσει την ισορροπία με τη Γερμανία στην Ευρώπη. Αυτή ήταν η πολιτική του «ισχυρού φράγκου».
Η αποφασιστικότητα του Μιτεράν όμως δύσκολα εντοπίζεται σήμερα στην ηγεσία που ασκεί από το Μέγαρο των Ηλυσίων ο Φρανσουά Ολάντ –με ό,τι αυτό συνεπάγεται για τη θέση της Γαλλίας στην Ευρωπαϊκή Ενωση (ΕΕ). Ο Ολάντ αποπνέει την εικόνα του αναποφάσιστου που έδωσε μάχες άκαιρες, όπως ο «γάμος για όλους», που έπληξαν το πολιτικό του κεφάλαιο σε μια στιγμή κατά την οποία το είχε απόλυτη ανάγκη για την προώθηση δύσκολων οικονομικών μεταρρυθμίσεων.
Σε ευρωπαϊκούς και διεθνείς κύκλους η Γαλλία χαρακτηρίζεται σήμερα όπως ακριβώς η Γερμανία στα τέλη της δεκαετίας του 1990: ως ο «μεγάλος ασθενής της Ευρώπης». Αυτό ενοχλεί πολλούς γάλλους αξιωματούχους και αναλυτές με τους οποίους συνομίλησε «Το Βήμα» κατά τη διάρκεια πρόσφατης επίσκεψης που οργανώθηκε από το γαλλικό υπουργείο Εξωτερικών στο Παρίσι. Δεν λείπουν μάλιστα και αυτοί που κατηγορούν ευθέως αγγλοσαξονικά κέντρα εξουσίας για τη διακίνηση αυτής της άποψης «αντί να ασχολούνται με τα προβλήματα του χρηματοπιστωτικού τομέα», όπως λέει ο Υβ Μπερτονσινί, διευθυντής του ινστιτούτου «Notre Europe».
Ωστόσο τα οικονομικά στοιχεία είναι ανησυχητικά για τη Γαλλία. Περισσότερα από 1.000 εργοστάσια έχουν κλείσει στη χώρα από το 2009 –κλασική ένδειξη αποβιομηχάνισης. Η ανεργία έχει ξεπεράσει το ψυχολογικό όριο του 10%, παρά τη δέσμευση Ολάντ να αντιστρέψει την αρνητική τάση ως το τέλος του 2013. Στους νέους το ποσοστό ξεπερνά το 25%. Το εμπορικό ισοζύγιο είναι αρνητικό και οι εξαγωγές μειώνονται.
Το δημόσιο χρέος έχει φθάσει στο 90% του ΑΕΠ και οι οίκοι αξιολόγησης έχουν υποβαθμίσει δύο φορές τη Γαλλία, αλλά το χαμηλό επιτόκιο δανεισμού κρύβει προς το παρόν το πρόβλημα. Η φορολογία είναι πολύ υψηλή, το ίδιο και οι δημόσιες δαπάνες, ενώ οι επιχειρηματίες διαμαρτύρονται για ένα υπερβολικά γενναιόδωρο κράτος πρόνοιας που πλήττει την ανταγωνιστικότητα, άρα και την απασχόληση. Στη Γαλλία το όριο ηλικίας συνταξιοδότησης είναι τα 60 έτη, ενώ ισχύει το 35ωρο στην εργασία.

«Υπάρχουν τα στοιχεία και οι αντιλήψεις για την οικονομική κατάσταση στη Γαλλία»
τονίζει ο γνωστός οικονομολόγος Ζαν Πιζανί-Φερί, που έχει οριστεί από τον πρόεδρο Ολάντ επικεφαλής της Επιτροπής Στρατηγικής της γαλλικής κυβέρνησης. «Οι οικονομικοί δείκτες αποτυπώνουν μια κατάσταση που δεν είναι καλή αλλά δεν είναι και τραγική. Η αντίληψη όμως της κατάστασης είναι χειρότερη και υπάρχει μεγάλη απαισιοδοξία, ιδιαίτερα εκτός Γαλλίας» σημειώνει.
Την ίδια στιγμή η Γαλλία θέλει να αποφύγει νέες περιπέτειες στο ευρωπαϊκό μέτωπο, όποια μορφή κι αν έχουν αυτές –ιδιαίτερα μια αναθεώρηση συνθηκών για εκχώρηση περισσότερων εξουσιών. Αυτό θα άνοιγε «τους ασκούς του Αιόλου» και ούριος άνεμος θα φυσούσε στα πανιά του Εθνικού Μετώπου (FN) της Μαρίν Λεπέν. Δεν είναι όμως μόνο αυτός ο λόγος για το… ευρωπαϊκό κατενάτσιο του Παρισιού.
Γαλλική διπλωματική πηγή επισημαίνει ότι αυτό που έχει σημασία είναι η σταθεροποίηση της ευρωζώνης και του νέου συστήματος οικονομικής διακυβέρνησης. Τονίζει επίσης ότι η Γαλλία αισθάνεται δικαιωμένη που επετεύχθη συμφωνία για την τραπεζική ένωση, την οποία η ίδια προώθησε με κάθε τρόπο, αν και είναι σαφές ότι το μείγμα φέρει όλα τα χαρακτηριστικά γερμανικά συστατικά. «Εμείς πιστεύουμε ότι θέσαμε τα κρίσιμα ζητήματα στο τραπέζι. Δεν λέμε ότι επιβάλαμε τις θέσεις μας» σημειώνουν γαλλικοί διπλωματικοί κύκλοι παραδεχόμενοι την πραγματικότητα.
Ακούγοντας πάντως τους διπλωμάτες του Quai d’ Orsay να μιλούν, μοιάζει σαν να έχουν ενσωματώσει πλήρως τη γερμανική επιχειρηματολογία περί «ηθικού κινδύνου», περί «φορολογουμένων που δεν μπορούν να πληρώνουν για τις τράπεζες». «Η εποχή των οραμάτων τελείωσε. Βρισκόμαστε στην εποχή του πραγματισμού» ξεκαθαρίζει με αφοπλιστική ειλικρίνεια υψηλόβαθμη διπλωματική πηγή.
Υπάρχει επίσης ένας εμφανής θαυμασμός για την επιτυχία του ισχυρού γείτονα εξ Ανατολών αλλά και μια αδιόρατη αγωνία για το πώς αυτή θα ελεγχθεί. Προς το παρόν η ελπίδα εναπόκειται στην παρουσία των Σοσιαλδημοκρατών στη νέα γερμανική κυβέρνηση μήπως πετύχουν να… στρίψει σιγά-σιγά το καράβι της Ανγκελα Μέρκελ σε πιο αναπτυξιακές θάλασσες.
Παραμένει όμως άγνωστος προς το παρόν ο τρόπος που θα πορευθεί η Γαλλία στην «εποχή του πραγματισμού». Αυτό θα προϋπέθετε διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις που θα της επέτρεπαν να εξισορροπήσει τη γερμανική οικονομική ισχύ, στο πλαίσιο αυτών που κατέθεσε ο Λουί Γκαλουά, πρώην διευθύνων σύμβουλος του κολοσσού EADS, για τη βελτίωση της ανταγωνιστικότητας –και οι οποίες δεν ενθουσίασαν την κυβέρνηση Ολάντ.
Η δυσανεξία οφείλεται επίσης στο ότι η γαλλική κοινωνία και ιδιαίτερα οι ελίτ δεν επιθυμούν να αλλάξει ο τρόπος ζωής τους που παραμένει εντυπωσιακά καλός. Η πίεση λοιπόν από τις Βρυξέλλες για αλλαγές προκαλεί ενόχληση, εξ ου και το γεγονός ότι ο ρυθμός με τον οποίο η ΕΕ χάνει το κύρος της στη Γαλλία είναι ο πλέον δραματικός σε όλη την Ευρώπη. Σύμφωνα με έρευνα του Pew Research Center, μέσα σε έναν χρόνο το ποσοστό όσων έκριναν θετικά την ΕΕ υποχώρησε από το 60% στο 41%.
Μέσα σε αυτό το περιβάλλον η Μαρίν Λεπέν, που έχει καταφέρει να συνδυάσει μια πιο εκλεπτυσμένη μορφή Ακροδεξιάς με παράλληλη αφαίμαξη συνθημάτων της Αριστεράς, απειλεί να έλθει πρώτο κόμμα στις ευρωεκλογές. Εκεί θα καταγραφεί η δύναμη των κομμάτων και όχι, όπως θα ήθελαν οι Σοσιαλιστές και το κεντροδεξιό UMP, στις τοπικές εκλογές του Μαρτίου (που διεξάγονται με πλειοψηφικό σύστημα). Ο καλπασμός του FN λειτουργεί διαλυτικά προς τους δύο μετριοπαθείς πόλους της γαλλικής πολιτικής, που εμφανίζονται αυτή τη στιγμή να μη διαθέτουν πειστικές εναλλακτικές απαντήσεις σε έναν υπεραπλουστευτικό ακροδεξιό λαϊκισμό με απήχηση τόσο σε μικρομεσαία όσο και σε υψηλά κοινωνικά στρώματα.

ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ