Το 1971, ο τότε αμερικανός πρόεδρος Ρίτσαρντ Νίξον ξεκίνησε έναν «πόλεμο κατά των ναρκωτικών», όπου εκ του αποτελέσματος, τα ναρκωτικά «νίκησαν». Περισσότερες από πέντε δεκαετίες αργότερα, ο Ντόναλντ Τραμπ φαίνεται πως μετατρέπει τον μεταφορικό αυτό πόλεμο σε πραγματικό.
Την προηγούμενη εβδομάδα, οι ΗΠΑ ανακοίνωσαν πως θα εντάξουν τις δύο μεγαλύτερες εγκληματικές οργανώσεις της Βραζιλίας (PCC και CV) στον κατάλογο των ξένων τρομοκρατικών οργανώσεων.
Η απόφαση, που προκάλεσε άμεσες πολιτικές και διπλωματικές αντιδράσεις στη Βραζιλία, αποτελεί το πιο πρόσφατο επεισόδιο στην ευρύτερη στρατηγική της Ουάσιγκτον, όπου πλέον τα καρτέλ και τα δίκτυα διακίνησης αντιμετωπίζονται ως απειλή εθνικής ασφάλειας με ό,τι αυτό συνεπάγεται, αλλά και, όπως πολλοί υποστηρίζουν, ως μέσο γεωπολιτικής επιρροής.
Τα καρτέλ ως «τρομοκρατικές οργανώσεις»
Η στροφή αυτή είχε ξεκινήσει ήδη από την πρώτη μέρα της επιστροφής του Τραμπ στον Λευκό Οίκο, αφού αμέσως μετά την ορκωμοσία του υπέγραψε το σχετικό εκτελεστικό διάταγμα.
Λίγες μέρες αργότερα, σε εφαρμογή αυτού, η κυβέρνηση χαρακτήρισε οκτώ εγκληματικές οργανώσεις της Λατινικής Αμερικής ως «ξένες τρομοκρατικές οργανώσεις». Στη λίστα περιλαμβάνονταν η Tren de Aragua από τη Βενεζουέλα, η MS-13 από το Ελ Σαλβαδόρ και έξι οργανώσεις με έδρα το Μεξικό.
Μέχρι τότε, ο χαρακτηρισμός «τρομοκρατική οργάνωση» συνήθως χρησιμοποιούταν για ομάδες με πολιτικά κίνητρα, όπως η Αλ Κάιντα ή το Ισλαμικό Κράτος, και όχι για εγκληματικά δίκτυα που λειτουργούν με οικονομικούς σκοπούς.
Ωστόσο, η κυβέρνηση Τραμπ υποστήριξε ότι τα σύγχρονα καρτέλ έχουν εξελιχθεί σε υπερεθνικούς μηχανισμούς εξουσίας, συνδυάζοντας διακίνηση ναρκωτικών, διακίνηση μεταναστών, έλεγχο εδαφών και οργανωμένη βία. Και βάσει αυτής της ερμηνείας, η Ουάσιγκτον αποφάσισε να επεκτείνει σημαντικά το πεδίο δράσης της.
Η αλλαγή δεν είναι μόνο νομική αλλά και επιχειρησιακή.
Για δεκαετίες, η συνεργασία ΗΠΑ–Λατινικής Αμερικής αναφορικά με την καταπολέμηση της διακίνησης βασιζόταν σε υπηρεσίες όπως η Δίωξη Ναρκωτικών (DEA) και το FBI, με στόχο συλλήψεις, εκδόσεις και δικαστικές υποθέσεις.
Η νέα προσέγγιση μεταφέρει το κέντρο βάρους προς το Πεντάγωνο, τις υπηρεσίες πληροφοριών και τις στρατιωτικές δομές.
Αυτό έγινε ξεκάθαρο τον Μάρτιο, όταν ο υπουργός Άμυνας (ή υπουργός Πολέμου όπως έχει μετονομαστεί από τον Τραμπ το υπουργείο) Πιτ Χέγκσεθ κάλεσε τις χώρες της περιοχής να υιοθετήσουν πιο επιθετική στρατηγική απέναντι στα καρτέλ, προειδοποιώντας ότι οι ΗΠΑ είναι έτοιμες να ενεργήσουν μονομερώς εάν χρειαστεί και πως και οι ίδιες οι χώρες θα μπορούσαν να υποστούν κυρώσεις.
Μιλώντας στη «Συνδιάσκεψη της Αμερικής κατά των Καρτέλ 2026» όπως ονομάστηκε η εκδήλωση στο Μαϊάμι, ο Χέγκσεθ συνέδεσε ευθέως την πολιτική ασφαλείας με το Δόγμα Μονρόε και κάλεσε τις χώρες της περιοχής να διαφυλάξουν «ισχυρά σύνορα» απέναντι σε αυτό που χαρακτήρισε ως απειλή του «ναρκο-κομμουνισμού» και της ανεξέλεγκτης μετανάστευσης.
Στο ίδιο πνεύμα, ο σύμβουλος εσωτερικής ασφάλειας του Λευκού Οίκου Στίβεν Μίλερ υποστήριξε ότι τα καρτέλ αποτελούν «το ISIS και την Αλ Κάιντα του δυτικού ημισφαιρίου» και ότι μπορούν να αντιμετωπιστούν μόνο με στρατιωτική ισχύ.
Είναι ενδιαφέρον πως στην εν λόγω συνδιάσκεψη συμμετείχαν εκπρόσωποι από 16 χώρες της Λατινικής Αμερικής και της Καραϊβικής, μεταξύ αυτών από την Αργεντινή, τη Βολιβία και το Ελ Σαλβαδόρ, όμως απουσίαζαν η Κολομβία, το Μεξικό και η Βραζιλία.
Όσον αφορά τη Βραζιλία, σε αντίθεση με το Μεξικό ή την Κολομβία, δεν αποτελεί βασική χώρα – παραγωγό κοκαΐνης. Η κόκα καλλιεργείται κυρίως στην Κολομβία, το Περού και τη Βολιβία.
Η Βραζιλία λειτουργεί κυρίως ως κόμβος μεταφοράς προς την Ευρώπη (η κοκαΐνη που καταναλώνεται στις ΗΠΑ μεταφέρεται κυρίως μέσω του Ειρηνικού από τις χώρες των Άνδεων) και ως χρηματοοικονομικό και επιχειρηματικό περιβάλλον μέσα στο οποίο κινούνται κεφάλαια εγκληματικών οργανώσεων.
Ακριβώς γι’ αυτό, αρκετοί αναλυτές είδαν την αμερικανική απόφαση όχι μόνο ως εργαλείο καταπολέμησης του εγκλήματος αλλά και ως εργαλείο πολιτικής και οικονομικής πίεσης, αφού οι αμερικανικές αρχές θεωρητικά θα έχουν τη νομική βάση να προχωρούν σε πάγωμα περιουσιακών στοιχείων, αυστηρότερη εποπτεία τραπεζικών συναλλαγών, διώξεις για παροχή υποστήριξης και διεύρυνση επιχειρήσεων πληροφοριών.
Παράλληλα, η κίνηση αυτή ευνοεί την ακροδεξιά αντιπολίτευση και τον ηγέτη της Ζαϊρ Μπολσονάρου, ο οποίος διατηρεί φιλικές σχέσεις με τον αμερικανό πρόεδρο.
Βέβαια, όλων αυτών είχε προηγηθεί η περίπτωση της Βενεζουέλας.
Ήδη από το 2025, η κυβέρνηση Τραμπ είχε εντάξει οργανώσεις που συνδέονται με τη Βενεζουέλα στον κατάλογο των ξένων τρομοκρατικών οργανώσεων.
Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, δικαιολογήθηκε η αμερικανική παρουσία γύρω από τη Βενεζουέλα, τα πλήγματα σε σκάφη στην Καραϊβική και τελικά η στρατιωτική επιχείρηση για τη σύλληψη του Νικολάς Μαδούρο στο Καράκας και η μεταφορά του στις ΗΠΑ— μια εξέλιξη που παρουσιάστηκε από την Ουάσιγκτον ως επιχείρηση κατά δικτύων διακίνησης και εγκληματικών διασυνδέσεων, αν και αργότερα υπήρξε η παραδοχή σχετικά με το αμερικανικό ενδιαφέρον για το πετρέλαιο.
Για πολλούς, η υπόθεση της Βενεζουέλας αποτελεί βασικό παράδειγμα όπου ο χαρακτηρισμός περί τρομοκρατίας λειτούργησε ως μηχανισμός νομιμοποίησης πιο άμεσης αμερικανικής παρέμβασης.
Ο Guardian επισημαίνει πως με τον τρόπο αυτό δημιουργείται προηγούμενο για την έναρξη στρατιωτικών επιθέσεων σε όποιον επιθυμούν οι αρχές των ΗΠΑ, χωρίς την έγκριση του Κογκρέσου ή την εξουσιοδότηση του ΟΗΕ, απλώς δηλώνοντας ότι βρίσκονται «σε πόλεμο».
Πόσο αποτελεσματική είναι αυτή η στρατηγική;
«Γενικά, η στρατιωτικοποίηση του πολέμου κατά των ναρκωτικών δύσκολα μπορεί να είναι αποτελεσματική» γράφει το Foreign Policy.
Παρά τα δισεκατομμύρια δολάρια αμερικανικής στρατιωτικής βοήθειας που έχουν δαπανηθεί τις τελευταίες δεκαετίες, και παρά τα πλήγματα σε σκάφη στην Καραϊβική που θεωρούταν ότι μετέφεραν ναρκωτικά (με αποτέλεσμα 200 νεκρούς), η κοκαΐνη παραμένει φθηνή και εύκολα διαθέσιμη στους δρόμους των ΗΠΑ, σύμφωνα με τους New York Times, ενώ οι τιμές των ναρκωτικών διεθνώς βρίσκονται σε ιστορικά χαμηλά.
Μιλώντας στον Guardian, αναλυτές ασφαλείας και ειδικοί στο οργανωμένο έγκλημα υποστηρίζουν ότι η αποκλειστικά στρατιωτική αντιμετώπιση απλοποιεί υπερβολικά ένα φαινόμενο που βασίζεται σε σύνθετες οικονομικές, κοινωνικές και διασυνοριακές αλυσίδες.
