Στις 15 Ιουνίου ανοίγει τις πύλες της στο Παρίσι η μεγαλύτερη έκθεση οπλικών συστημάτων στον κόσμο, η Eurosatory (λαμβάνει χώρα κάθε δύο χρόνια). Είναι πραγματικά κάτι σαν την Disneyland όσων τους αρέσουν τα όπλα.
Σύμφωνα με τις εκτιμήσεις όλων των δεξαμενών σκέψης και ερευνητικών ινστιτούτων το 2026 θα είναι χρονιά ρεκόρ για πωλήσεις όπλων.
Όμως, για να σκεφτούμε λίγο… είναι τα όπλα που θεωρούμε «παραδοσιακά» όπως αεροπλάνα, πλοία, τανκ, πύραυλοι κ.α. τα όπλα που σε 5, λάθος, σε 1 με 2 χρόνια θα έχουν την πρωτοκαθεδρία στο πεδίο της μάχης; Ή, ακόμα χειρότερα, σε 10 χρόνια;
Σε συζήτηση πριν λίγες ημέρες, άτυπη, με στέλεχος των αμερικανικών ενόπλων δυνάμεων, μαζί με στέλεχος των υπηρεσιών ασφαλείας που δείχνει ιδιαίτερο ενδιαφέρον στο Ουκρανικό μέτωπο, μου τέθηκε το ερώτημα:
«Ο Κίμων πώς θα αμυνθεί απέναντι σε 10-20 εναέρια drones, 10+ USV και 10 UUV ταυτόχρονα;».
Όντως η φρεγάτα είναι η καλύτερη στην Ευρώπη και μπορεί να «δει» και να καταστρέψει εχθρικούς στόχους εκατοντάδες χιλιόμετρα μακριά. Είναι όμως αυτό που χρειαζόμασταν; Υπό την στενή, παραδοσιακή έννοια πως ένα κράτος πρέπει να έχει ναυτικό, αεροπορία και πεζικό, ναι είναι. Έπρεπε να αποκτήσουμε αυτά τα 4 πλοία και πρέπει να αποκτήσουμε και τα 4 ιταλικά και να αποκτήσουμε και υποβρύχια κ.α.
Είναι αρκετό;
Νομίζω πως όχι. Και εδώ είναι το ερώτημα: Μπορεί το ΕΛΚΑΚ (το ελληνικό κέντρο αμυντικής καινοτομίας) και το κάθε ΕΛΚΑΚ όχι μόνο να ζητήσει προσφορές από εταιρίες αλλά και να δώσει εντολή για μαζική παραγωγή οπλικών συστημάτων που θα χρειάζονται μόλις 10 άτομα να τα χειριστούν;
Το παράδειγμα
Στο παράδειγμα με την «Κίμων» όπως μου ανέφεραν οι αμερικάνοι συνομιλητές μου χρειάζεται ακριβώς 10 άτομα για να χειριστούν αυτά τα συστήματα και να πραγματοποιήσουν αυτή την επίθεση. Όχι 12, όχι 8, δέκα. Προφανώς έχουν κάνει ασκήσεις επί χάρτου.
Και αυτό θεωρώ θα είναι ένα θέμα και της έκθεσης στο Παρίσι αλλά και γενικότερα, στην Ευρώπη ιδίως, που βρίσκεται πάρα πολύ πίσω όχι μόνο από την Ουκρανία που από ανάγκη κατάφερε να γυρίσει τον διακόπτη της βιομηχανικής της βάσης και να καινοτομήσει ή τις ΗΠΑ και την Κίνα και την Ρωσία, αλλά και από κράτη στα πρόθυρα κατάρρευσης όπως το Ιράν που παράγει drones και άλλα συστήματα που ακόμα και το Iron Dome ή το THAAD δεν μπορούν να αναχαιτίσουν στο 100%
Το μεγάλο πρόβλημα στην Ευρώπη είναι πως όχι μόνο δεν μπορεί να καινοτομήσει στα οπλικά συστήματα της νέας εποχής, αλλά δεν μπορεί να συνεργαστεί και για να παράξει παραδοσιακά συστήματα (παράδειγμα το FCAS αεροσκάφος 6ης γενιάς Γαλλίας – Γερμανίας).
Το να λέμε πως η Ελλάδα (για παράδειγμα) και η κάθε Ελλάδα θα είναι υπό την πυρηνική ομπρέλα της Γαλλίας των 280 πυρηνικών κεφαλών, δεν σημαίνει τίποτα. Απολύτως τίποτα. Από το 1945 μέχρι σήμερα τα πυρηνικά όπλα έχουν αποτρέψει τις μεγάλες δυνάμεις να συγκρουστούν άμεσα οπότε το κάνουν δια αντιπροσώπων.
Πιστεύει κανείς πως αν η Άγκυρα επιτεθεί στην χώρα μας οι Γάλλοι θα ρίξουν πυρηνική βόμβα στην τουρκική πρωτεύουσα;
Πραγματικά το πιστεύει κανείς αυτό;
Το στοίχημα
Το μεγάλο στοίχημα λοιπόν της ευρωπαϊκής Eurosatory και στις συζητήσεις στο περιθώριο είναι να βρεθεί ένας τρόπος να γίνει μια σύμπραξη (fusion) μεταξύ παραδοσιακών οπλικών συστημάτων που έχουν ακόμα νόημα στο σύγχρονο πεδίο μάχης με συστήματα που είναι φτηνά, αποτελεσματικά και σε μεγάλες ποσότητες, συστήματα που να μπορεί να χειριστεί ένα τάγμα εντός μια ολόκληρης περιοχής επιχειρήσεων (sub-AO), μιας περιοχής που χοντρικά σε πολέμους του παρελθόντος θα αναλάμβανε μια μεραρχία.
Και αυτό το στοίχημα αφορά και την Ελλάδα. Ο Νίκος Δένδιας, ο υπουργός Εθνικής Άμυνας το έχει καταλάβει. Η επιλογή των Αρχηγών των Γενικών Επιτελείων και η σύμπραξη ιδιωτικού-δημόσιου τομέα στην άμυνα αυτό δείχνει.
Το ζήτημα δεν είναι να σκεφτόμαστε τι σκοπεύει να αποκτήσει η Τουρκία σε 5-10 χρόνια αλλά να θέσουμε το ερευνητικό και στρατιωτικό δυναμικό σε κίνηση ώστε να σκεφτεί και να σχεδιάσει λύσεις για το πως θα είναι ένας πόλεμος (και) με την Τουρκία το 2035 ή το 2040. Μην παρασυρθούμε πως δυνητικός εχθρός σε έναν άναρχο κόσμο θα είναι μόνο η Τουρκία.
Και να θέσουμε σε παραγωγή το αποτέλεσμα αυτής της διαδικασίας.
Αλλά το ερώτημα είναι: Προλαβαίνουμε;
