Με ανάρτησή του στα μέσα κοινωνική δικτύωσης και αφού πρώτα τράβηξε την προσοχή μας με το «6-7», ο Κυριάκος Μητσοτάκης ανακοίνωσε την ενεργοποίηση κόφτη στα social media για τους ανήλικους κάτω των 15 ετών.
Σύμφωνα με όσα ανακοίνωσε ο Πρωθυπουργός, τα μέτρα θα τεθούν σε ισχύ από 1η Ιανουαρίου και η ρύθμιση αφορά υπηρεσίες όπως το Facebook, το Instagram και το TikTok, με στόχο την ενίσχυση της προστασίας των ανηλίκων στο ψηφιακό περιβάλλον.
Η παραπάνω ρύθμιση θα έκανε σίγουρα τον Τζόναθαν Χάιντ να χαμογελάσει από ικανοποίηση. Μιλάμε, άλλωστε, για έναν από τους πιο γνωστούς πολέμιους της σύγχρονης ψηφιακής κουλτούρας που περιστρέφεται γύρω από τα social media. Ας τα πάρουμε, όμως, από την αρχή.
Η Γενιά του Άγχους

Ο Τζόναθαν Χάιντ, κοινωνικός ψυχολόγος, θυμήθηκε πριν από δύο χρόνια περίπου μια συνέντευξη του Σαμ Άλτμαν, όταν ο συνιδρυτής της OpenAI δήλωσε ότι, για πρώτη φορά από τη δεκαετία του 1970, κανένας από τους κορυφαίους επιχειρηματίες της Silicon Valley δεν είναι κάτω των 30 ετών.
Με αυτόν τον τρόπο, ο Χάιντ ήθελε να τονίσει πως η Gen Z (τα άτομα που γεννήθηκαν μετά το 1997), λόγω της υπερέκθεσή της στις οθόνες, έχει κακή ψυχική υγεία και υστερεί έναντι των προηγούμενων γενεών σε πολλούς σημαντικούς δείκτες.
Αυτό, όπως υποστηρίζει και στο διάσημο βιβλίο του «Η Γενιά του Άγχους» (εκδ. Παπασωτηρίου), έχει κοινωνιολογικές και οικονομικές συνέπειες. Ψάχνοντας τη ρίζα του κακού, οδηγήθηκε σε μία συγκεκριμένη χρονολογία: το 2010.
Στις αρχές εκείνης της όχι και τόσο μακρινής δεκαετίας, ξεκίνησε η αλλοίωση της εφηβικής ανάπτυξης και η επιδείνωση της ψυχικής υγείας των νέων όπως τη γνωρίζουμε σήμερα. Για τον Χάιντ, ήταν η σπίθα που σταδιακά έφερε τον όλεθρο.
Ένα σύντομο βιογραφικό
Ο Χάιντ είναι κοινωνικός ψυχολόγος στo Stern του Πανεπιστημίου της Νέας Υόρκης, έλαβε το διδακτορικό του δίπλωμα από το Πανεπιστήμιο της Πενσυλβάνια το 1992 και δίδαξε για 16 χρόνια στο τμήμα ψυχολογίας του Πανεπιστημίου της Βιρτζίνια. Είναι επίσης συγγραφέας και μάλιστα ιδιαίτερα επιτυχημένος (The Righteous Mind», «The Coddling of the American Mind»).
Από το 2018 μελετά τη συμβολή των μέσων κοινωνικής δικτύωσης στην επιδείνωση της ψυχικής υγείας των εφήβων και στην αύξηση της πολιτικής δυσλειτουργίας. Τα πιο πρόσφατα βιβλία του, «Η Γενιά του Άγχους: Πώς η απορρύθμιση της παιδικής ηλικίας συνδέεται με την επιδημία ψυχικών νόσων» και «The Amazing Generation», βρέθηκαν στη λίστα των μπεστ σέλερ των New York Times.
Tι προσπαθεί να καταφέρει και τι υποστηρίζει, όμως, ο viral κοινωνικός ψυχολόγος;
Το Big Bang της μεγάλης αλλαγής

Unsplash
Η φιλία, τα ραντεβού, η σεξουαλικότητα, η άσκηση, ο ύπνος, οι σπουδές, η πολιτική, η οικογενειακή δυναμική, η ταυτότητα, όλα επηρεάστηκαν στις αρχές της δεκαετίας του 2010, όταν οι έφηβοι στις πλούσιες χώρες αντικατέστησαν τα κινητά τους με smartphones και μετέφεραν το μεγαλύτερο μέρος της κοινωνικής τους ζωής στο διαδίκτυο.
Μόλις οι νέοι άρχισαν να κουβαλούν ολόκληρο το διαδίκτυο στην τσέπη τους, λέει ο Χάιντ, άλλαξαν τόσο οι καθημερινές τους εμπειρίες όσοι και οι αναπτυξιακές τους πορείες σε όλους τους τομείς. Η καθημερινότητα άλλαξε επίσης ραγδαία και για τα μικρότερα παιδιά, καθώς άρχισαν να έχουν πρόσβαση στις «έξυπνες» συσκευές των γονιών τους. Αργότερα, απέκτησαν τα δικά τους iPad, φορητούς υπολογιστές, ακόμη και smartphones κατά τη διάρκεια του δημοτικού σχολείου.
Ως κοινωνικός ψυχολόγος που μελετά την κοινωνική και ηθική ανάπτυξη, ο Χάιντ συμμετέχει σε συζητήσεις σχετικά με τις επιπτώσεις της ψηφιακής τεχνολογίας και το πρώτο ερώτημα που θέτει, αφορά την παιδική ηλικία – συμπεριλαμβανομένης της εφηβείας. Τι ακριβώς εννοούμε όταν μιλάμε γι’ αυτή και πώς άλλαξε όταν τα smartphones βρέθηκαν στο επίκεντρό της; Για τον Χάιντ, η απάντηση είναι απλή: Η ζωή που βασίζεται στο smartphone αλλοιώνει ή παρεμποδίζει έναν μεγάλο αριθμό αναπτυξιακών διαδικασιών.
Το «παιχνίδι» και τα δύο κύματα του εικονικού κόσμου
Ο εγκέφαλος ενός παιδιού έχει ήδη το 90% του μεγέθους του ενήλικα μέχρι την ηλικία των 6 ετών περίπου. Τα επόμενα 10 ή 15 χρόνια αφορούν την εκμάθηση κανόνων και την κατάκτηση δεξιοτήτων – σωματικών, αναλυτικών, δημιουργικών και κοινωνικών. Ο Χάιντ το βλέπει ως παιχνίδι.
Ένα κρίσιμο στοιχείο του παιχνιδιού, λοιπόν, είναι η ανάληψη σωματικού ρίσκου. Οι έφηβοι θα παίξουν αθλήματα με μεγαλύτερη ένταση και θα ενσωματώσουν την παιχνιδιάρικη διάθεση στις κοινωνικές τους αλληλεπιδράσεις φλερτάροντας, πειράζοντας και αναπτύσσοντας αστεία που δένουν τους φίλους μεταξύ τους. Όσοι δεν το κάνουν αυτό, καταλήγουν με κοινωνικές, γνωστικές και συναισθηματικές διαταραχές.
Οι Millennials, σύμφωνα με τον Χάιντ, τη γλίτωσαν με μερικές γρατζουνιές. Το δεύτερο κύμα του εικονικού κόσμου, όμως, «κατάπιε» την Gen Z.
Το κύμα στο οποίο αναφέρεται άρχισε να φουσκώνει τη δεκαετία του 2000 με την εισαγωγή των πλατφορμών κοινωνικής δικτύωσης όπως το Myspace και το Facebook. Ωστόσο, η ορμή του έγινε αισθητή στις αρχές της δεκαετίας του 2010. Η εισαγωγή του iPhone και του διαδικτύου υψηλής ταχύτητας άλλαξε τα πάντα και μέσα σε πολύ μικρό χρονικό διάστημα, από το 2010 έως το 2015, η παιδική ηλικία μεταμορφώθηκε σε κάτι άλλο. Το παιχνίδι δεν είναι πια το ίδιο και η καθιστική, μοναχική και εικονική ζωή μετατράπηκε σε κανονικότητα.
Ένα ταξίδι στον Άρη

Ο Χάιντ, για να εξηγήσει καλύτερα την κατάσταση που επικρατεί, χρησιμοποιεί «Το Πείραμα του Άρη»:
Φανταστείτε ότι όταν το παιδί σας έκλεισε τα εννέα, ένας οραματιστής δισεκατομμυριούχος το επέλεξε για να συμμετάσχει στην πρώτη μόνιμη ανθρώπινη αποικία στον Άρη. Εν αγνοία σας, το παιδί δήλωσε συμμετοχή επειδή λατρεύει το διάστημα και επειδή όλοι οι φίλοι του έκαναν το ίδιο. Σας παρακαλάει να το αφήσετε να πάει.
Μαθαίνετε ότι ο λόγος που στρατολογούν παιδιά είναι επειδή προσαρμόζονται καλύτερα στις ασυνήθιστες συνθήκες του Άρη. Αν περάσουν την εφηβεία εκεί, το σώμα τους θα προσαρμοστεί μόνιμα σε αυτές τις συνθήκες. Όμως, υπάρχουν κίνδυνοι: η ακτινοβολία και η χαμηλή βαρύτητα, που απειλούν με παραμορφώσεις τον σκελετό, την καρδιά και τον εγκέφαλο. Οι σχεδιαστές δεν έλαβαν υπόψη την ευαλωτότητα των παιδιών. Θα το αφήνατε να πάει; Φυσικά και όχι.
Κι όμως, με την τεχνολογία κάναμε κάτι παρόμοιο. Στις αρχές της χιλιετίας, οι εταιρείες τεχνολογίας δημιούργησαν προϊόντα που μεταμόρφωσαν τη ζωή των παιδιών χωρίς να έχουν κάνει καμία έρευνα για τις επιπτώσεις στην ψυχική υγεία. Όταν εμφανίστηκαν στοιχεία για τις επιπτώσεις, οι εταιρείες κατέφυγαν στην άρνηση και τη συγκάλυψη.
Με τη χρήση ψυχολογικών τεχνασμάτων για τη μεγιστοποίηση της «αφοσίωσης» (engagement), εγκλώβισαν τα παιδιά σε ευάλωτα αναπτυξιακά στάδια. Τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης έπληξαν περισσότερο τα κορίτσια, ενώ τα βιντεοπαιχνίδια και το πορνό επηρέασαν βαθύτερα τα αγόρια.
Gen Z, το πειραματόζωο ενός νέου τρόπου ενηλικίωσης
Η Gen Z έγινε η πρώτη γενιά στην ιστορία που πέρασε την εφηβεία με μια συσκευή που προσφέρει έναν τέραστιο όγκο πληροφοριών στην τσέπη της. Και η συσκευή αυτή, την καλούσε κοντά της, σε ένα εναλλακτικό, εθιστικό και ασταθές σύμπαν. Η κοινωνική επιτυχία σε αυτόν τον κόσμο, σύμφωνα με τον Χάιντ, απαιτούσε τη διαχείριση μιας «διαδικτυακής μάρκας» (online brand), με προσεκτικά επιλεγμένες φωτογραφίες. Οι έφηβοι άρχισαν να περνούν ώρες σκρολάροντας, ενώ οι αλγόριθμοι τους κρατούσαν online όσο το δυνατόν περισσότερο.
Έτσι, η Gen Z έγινε το πειραματόζωο ενός ριζικά νέου τρόπου ενηλικίωσης, μακριά από τις πραγματικές αλληλεπιδράσεις στις οποίες εξελίχθηκε το ανθρώπινο είδος. Και κάπως έτσι, εξελίχθηκε στη «Γενιά του Άγχους».
Για να επιτευχθεί μια ουσιαστική αλλαγή, ο Χάιντ προτείνει συλλογική δράση από τους γονείς: Όχι smartphone πριν τα 10: Μόνο απλά τηλέφωνα χωρίς διαδίκτυο μέχρι τα 14. Όχι social media πριν τα 16: Προστασία του εγκεφάλου κατά την πιο ευάλωτη περίοδο. Σχολεία χωρίς κινητά: Αποθήκευση των συσκευών σε ειδικά ερμάρια κατά τη διάρκεια της σχολικής ημέρας. Περισσότερο παιχνίδι χωρίς επίβλεψη: Ενίσχυση της ανεξαρτησίας και των κοινωνικών δεξιοτήτων στον πραγματικό κόσμο.
Ο αντίλογος

Οι επικριτές του Χάιντ θεωρούν πως τα συμπεράσματά του βασίζονται στη συσχέτιση και όχι στην αιτιώδη συνάφεια, όπως και σε επιλεκτικά δεδομένα και σε ένα υπεραπλουστευμένο αφήγημα που αγνοεί βαθύτερα συστημικά ζητήματα.
Ενώ οι ανησυχίες για την υπερβολική χρήση smartphones είναι βάσιμες, λένε οι ειδικοί όπως η καθηγήτρια του Πανεπιστημίου της Καλιφόρνια Κάντις Όντζερς και ο λέκτορας στατιστικής του NYU Άαρον Μπράουν, η οπτική του Χάιντ αποτυγχάνει να συλλάβει την πλήρη πολυπλοκότητα της κρίσης ψυχικής υγείας των νέων.
Ένα κεντρικό ελάττωμα στα επιχειρήματα του Χάιντ, υποστηρίζουν, είναι ότι τα smartphones προκαλούν άμεσα το αυξανόμενο άγχος στους νέους. Παρόλο που τα ζητήματα ψυχικής υγείας έχουν αυξηθεί παράλληλα με την άνοδο των μέσων κοινωνικής δικτύωσης, αυτό δεν σημαίνει ότι το ένα είναι η αποκλειστική αιτία του άλλου.
Άλλοι σημαντικοί παράγοντες έχουν επίσης ενταθεί κατά τη διάρκεια αυτής της περιόδου, συμπεριλαμβανομένης της αυξημένης ακαδημαϊκής πίεσης, της οικονομικής αστάθειας και των αλλαγών στα πρότυπα ανατροφής των παιδιών. Πολλές οικογένειες αντιμετωπίζουν τώρα μεγαλύτερες οικονομικές δυσκολίες, με τους δύο γονείς να εργάζονται περισσότερες ώρες για να ανταπεξέλθουν στο αυξανόμενο κόστος ζωής. Ως αποτέλεσμα, τα παιδιά μπορεί να βιώνουν λιγότερη γονική παρουσία, λιγότερο ελεύθερο παιχνίδι και αυξημένη πίεση για ακαδημαϊκή επιτυχία, παράγοντες που συμβάλλουν στο άγχος.
Επιπλέον, τονίζουν οι επικριτές του, ο Χάιντ βασίζεται συχνά σε έρευνες που υποστηρίζουν τα επιχειρήματά του, ενώ αγνοεί ή υποβαθμίζει μελέτες που παρουσιάζουν μια πιο διαφοροποιημένη άποψη. Την ίδια στιγμή, σπάνια αναγνωρίζει τις θετικές πτυχές της ψηφιακής αλληλεπίδρασης, συμπεριλαμβανομένων των διαδικτυακών κοινοτήτων υποστήριξης για περιθωριοποιημένες ομάδες και της δημιουργικής ψηφιακής έκφρασης.
Τέλος, όπως αναφέρει η ψυχοθεραπεύτρια Αμάντα Μπάντεν, οι ισχυρισμοί του Χάιντ εντάσσονται σε ένα ιστορικό μοτίβο ηθικού πανικού για τις νέες μορφές μέσων. Παρόμοιες ανησυχίες είχαν εκφραστεί για τα κόμικς τη δεκαετία του 1950, την τηλεόραση τη δεκαετία του 1970, τα βιντεοπαιχνίδια τη δεκαετία του 1990 και το διαδίκτυο τη δεκαετία του 2000.
