Στην ανθρώπινη ιστορία, η πολιτική εξουσία πριν ακόμα αποκρυσταλλωθεί στο επίπεδο των νόμων, λειτουργούσε πρωτίστως στο επίπεδο των συμβόλων. Το πλέγμα μέσα στο οποίο ρυθμίζονται οι επιθυμίες, οι απαγορεύσεις και οι προσδοκίες και συγκροτούνται όλες οι μορφές του νοήματος, ονομάζεται κουλτούρα. Η εξουσία μορφοποιείται ακριβώς σε αυτόν τον ψυχικό χώρο που εν προκειμένω αποκαλείται πολιτισμικό υπερεγώ και αποτελεί το συλλογικό ασυνείδητο ενός λαού.
Όπως το ασυνείδητο κάθε ανθρώπου καταγράφει επιθυμίες, ματαιώσεις και λανθάνουσες φαντασιώσεις, έτσι και η συλλογική εξουσία κατοικεί στην ψυχή των πολιτών προτού εκδηλωθεί θεσμικά μέσω των νόμων. Οι λαοί επιθυμούν, χαίρονται ή πενθούν και οι πόθοι τους μετατίθενται σε συλλογικά λατρευτικά αντικείμενα, αγάλματα, μνημεία, σημαίες, μύθους, αφηγήσεις, μουσικές, νομιμοποιώντας την επιθυμία στο επίπεδο της συνείδησης, χωρίς να απαιτείται καταναγκασμός. Οι κοινωνικές και οικονομικές κρίσεις, οι στρατιωτικές νίκες και ήττες που σημαδεύουν την ιστορική διαδρομή ενός λαού, δεν εξαντλούνται στο επίπεδο των γεγονότων, αλλά εγγράφονται στο συλλογικό ασυνείδητο ως επιθυμίες που καταπιέζονται, αναβάλλονται και μετατοπίζονται σε φαντασιακές μορφές.
Το συλλογικό τραύμα
Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί η συνθήκη των Βερσαλιών για τους Γερμανούς η οποία λειτούργησε ως τραύμα ναρκισσιστικής ταπείνωσης ή η μικρασιατική καταστροφή αντίστοιχα για τους Έλληνες η οποία εσωτερικεύτηκε ως καταθλιπτική διάθεση με έντονα στοιχεία πένθους και ματαίωσης. Συγκεκριμένα προς την ελληνική περίπτωση, η επιθυμία για ιστορική αποκατάσταση δεν εκφράστηκε ως άμεση επιθετικότητα, αλλά παρέμεινε σε κατάσταση αναβολής, μετατοπισμένη σε όνειρα, πολιτισμικές αφηγήσεις και μουσικές που έλαβαν μορφές συλλογικού νταλκά.[1]
Αμφότερες ωστόσο, οι περιπτώσεις λειτούργησαν ως συλλογικά τραύματα που προκάλεσαν την αναβολή της ικανοποίησης και τη μετατόπιση της εκδίκησης σε όνειρα ή φαντασιώσεις. Το γεγονός αυτό είχε ως συνέπεια τη δημιουργία ψυχικής έντασης, έτοιμης να εξωτερικευτεί μόλις εμφανιζόταν η κατάλληλη ευκαιρία. Στην υπόψη περίπτωση, και για τις δύο χώρες, η ευκαιρία εκτόνωσης της συσσωρευμένης ψυχικής έντασης, δόθηκε το 1940. Στη γερμανική περίπτωση, η απώλεια της μεγάλης εικόνας του εαυτού εξωτερικεύτηκε κατά τρόπο επιθετικό (ναρκισσιστκή ρεβάνς), ενώ στην ελληνική περίπτωση, η απώλεια εδαφών, το τραύμα του ξεριζωμού, η διάχυτη ενοχή και αυτομομφή που προκάλεσε ο διχασμός, λειτούργησαν ως άμυνα (ενοχική αντίσταση) του συλλογικού Εγώ και όχι ως εκδίκηση. Η επιθυμία, σε ότι αφορά στην ελληνική περίπτωση, δεν εκτονώθηκε επιθετικά, αφ’ ης στιγμής συγκρούστηκε με τη συλλογική αίσθηση ενοχής και για αυτό μετατοπίστηκε σε διάφορες συμβολικές μορφές οι οποίες συνδέονται με φαντασιακή ικανοποίηση. Υπό αυτή την έννοια, η λιβιδινική ενέργεια δεν χάνεται, αλλά διοχετεύεται μέσα από μηχανισμούς άμυνας (μύθους, αφήγημα, τέχνη, τελετές) οι οποίοι παράγουν ψυχική ένταση και συλλογική ταύτιση.
Τι είναι η ψυχοπολιτική
Η ψυχοπολιτική κατανοεί την εξουσία μέσα από τη διαχείριση του φαντασιακού και του τραύματος και όχι μέσω της στρατηγικής εργαλειοποίησής τους. Η πολιτική δεν νοείται απλώς ως ικανότητα διακυβέρνησης, αλλά ως τέχνη διαχείρισης της επιθυμίας, η οποία αντέχει στον χρόνο, όχι όταν διοικεί αποτελεσματικά, αλλά όταν κατορθώνει να οργανώσει την επιθυμία των υποκειμένων. Ως εκ τούτου, το φαντασιακό αποτελεί το πεδίο δράσης του ασυνείδητου της εξουσίας, όπου η επιθυμία συνυφαίνεται με την οργανωμένη πολιτική λειτουργία.
Σε αυτό το πλαίσιο, η εξουσία εκφράζεται κατεξοχήν μέσω συμβόλων (μύθων, τελετών, αφηγήσεων και παραδόσεων) και δευτερευόντως μέσω θεσμών, διότι μόνο το σύμβολο συγκροτεί το συλλογικό φαντασιακό, ενώ ο νόμος έρχεται να θεσμοθετήσει ό,τι έχει ήδη εσωτερικευθεί. Το αντίθετο δεν μπορεί να συμβεί. Όταν ο νόμος που θεσπίζεται αντιβαίνει το πολιτισμικό φαντασιακό, τότε οι κοινωνίες οδηγούνται σε συλλογική σχιζοειδή διάσπαση.[2] Κατά τον ίδιο τρόπο, όταν η υπακοή στον θεσμό δεν είναι εσωτερικευμένη, αλλά αποτελεί στρατηγική επιβίωσης, τότε ανοίγει ο δρόμος προς τον θεσμικό κυνισμό. Στην αρχαία τραγωδία, τη στιγμή όπου η επιθυμία υπερέβαινε το μέτρο, η πόλις κλονιζόταν και το πολιτικό πρόβλημα μετασχηματιζόταν σε υπαρξιακό.
Οι Οιδίποδας και το νόημα του ανθρώπινου
Η ιστορία του Οιδίποδα αποτελεί ένα χαρακτηριστικό ιστορικό παράδειγμα που αποδεικνύει ότι η εξουσία είναι ο τρόπος με τον οποίο μια κοινωνία σχετίζεται με τον εαυτόν της.[3] Το σύμβολο συνεπώς, προέχει στο πεδίο του νοήματος, στον βαθμό που ο Οιδίποδας, χωρίς να σκοτώσει ή να εκδιώξει τη Σφίγγα, λύνει το αίνιγμα ερμηνεύοντάς την. Αυτός είναι ο λόγος για τον οποίον κερδίζει τον θρόνο, όχι λόγω της βασιλικής του καταγωγής – άλλωστε, δεν το γνωρίζει – αλλά πρωτίστως επειδή φέρνει εις πέρας με επιτυχία τη δοκιμασία του συμβολικού. «Ο άνθρωπος» ήταν η απάντηση στο αίνιγμα της Σφίγγας. Με αυτόν τον τρόπο, ο Οιδίποδας καταφέρνει να μετουσιώσει το σύμβολο σε ανθρώπινο λόγο επαναφέροντας το νόημα από το πεδίο του τρόμου στο πεδίο της κατανόησης. Στην ιστορία, όποιος κατάφερε να αρθρώσει το νόημα του ανθρώπινου, κατάφερε να κυβερνήσει μακροβιότερα από εκείνον ο οποίος μερίμνησε για την πολιτική του επιβίωση και υστεροφημία.
[1]Στο Ισλάμ και τον Βυζαντινό πολιτισμό, ο πόνος γίνεται το μονοπάτι που οδηγεί τον πιστό στην ένωση του με το θείο. Αναφερόμενος στον Θεό, ο π. Μάξιμος μας λέει: «Εγώ πονώ και υποφέρει η ταπεινή μου ψυχή, όταν μέσα της φανεί λάμποντας το φως σου τρανώς. Τον πόθο λέω πόνο, κι έτσι για ’μένα είναι. Είναι για ’μένα πόνος, το ότι δεν μπορώ να σε περιλάβω ολόκληρο μέσα μου και να σε χορτάσω όσο ποθώ, και γι’ αυτό στενάζω». Υπό αυτό το πρίσμα, στην ορθόδοξη σωτηριολογία, η θεία χάρη περνά μέσα από τον στεναγμό. Η λύπη ως νοσταλγία, λαμβάνει τη μορφή πνευματικής αλήθειας και ο πόνος γίνεται κοσμική έκφραση του θείου κενού. Στο κοινωνικό πεδίο, το συναίσθημα αυτό μετουσιώνεται σε νταλκάς και λαμβάνει τη μορφή συναισθηματικής καθηλώσεως και διαρκούς πένθους. Μάλιστα, στη σύγχρονη ελληνική τέχνη, τα σημάδια αυτής της παράδοσης παίρνουν διαστάσεις συλλογικής εμπειρίας μέσα από το ρεμπέτικο και το λαϊκό τραγούδι, όπου οι καλλιτέχνες εκφράζουν σπαραχτικά αυτή την αίσθηση της απώλειας και του ανεκπλήρωτου πόθου με αμανέδες και φωνητικές τεχνικές, όπως ο αναστεναγμός, η κραυγή και το λυγμικό ύφος. Πρόκειται για μια εσωτερική ένταση που δεν οδηγεί το υποκείμενο σε δράση και δημιουργία στον παρόντα χρόνο, αλλά κρατά τη φλόγα της επιθυμίας ζωντανή και μέσω αυτής ενεργοποιεί τη φαντασιακή σχέση με αυτό που λείπει (πατρίδα/προσφυγική μνήμη/ερωμένη). Είναι μια συνεχής επιστροφή στην εστία του τραύματος.
[2]Κατάσταση που οδηγεί σε διπλή εγγραφή της πραγματικότητας.
[3]Γιος του Λαΐου και της Ιοκάστης, ο Οιδίποδας, αγνοώντας την ταυτότητα των γονιών του, σκοτώνει κατά λάθος τον πατέρα του και παντρεύεται τη μητέρα του. Αργότερα, ως τύραννος της Θήβας, αναλαμβάνει να βρει τον φονιά του Λαΐου και όταν αποκαλύπτεται ότι είναι ο ίδιος, αυτοτυφλώνεται και επιβάλει στον εαυτόν του την εξορία, εκτελώντας ο ίδιος την τιμωρία που ο νόμος επιβάλλει. Στο πρόσωπο του Οιδίποδα, η εξουσία δεν επιβάλλεται, αλλά εσωτερικεύεται σε τέτοιο βαθμό, ώστε να μετατρέπεται σε πράξη αυτοδέσμευσης.
O κ. Πέτρος Δ. Καψάσκης είναι Διδάκτορας Πολιτιστικής Διπλωματίας και Πρόεδρος του Ελληνικού Ινστιτούτου Πολιτιστικής Διπλωματίας.