«Εκτός του σκύλου, το βιβλίο είναι ο καλύτερος φίλος του ανθρώπου», έλεγε ο πολύς Γκράουτσο Μαρξ, για να προσθέσει με το βιτριολικό του χιούμορ: «Εντός του σκύλου είναι πολύ σκοτεινά για να διαβάζει κανείς». Η βιβλιοφιλία που νικάει την κυνοφιλία, είναι μια διαχρονική σταθερά σε αστεία διανοουμένων, ξέρετε αυτά που δεν καταλαβαίνεις συνήθως εύκολα, αν δεν έχεις ξεκοκαλίσει τον γαλλικό μεταδομισμό, τον ρωσικό φορμαλισμό και σίγουρα τουλάχιστον άλλον ένα εξωτικό -ισμό.
Το ότι ωστόσο -και παρά τους διανοουμενισμούς- η ανάγνωση είναι μια σταθερή συνήθεια ικανού τμήματος του πληθυσμού, μοιάζει να είναι μια πραγματικότητα. Μπορεί οι έρευνες να θρηνολογούν ότι οι Έλληνες δε διαβάζουν (ή ότι τέλος πάντων διαβάζουν λίγο), παρόλα αυτά ωστόσο, οι λέσχες ανάγνωσης πληθαίνουν, ενώ και τα social media είναι γεμάτα με αναγνωστικά γκρουπ και influencers που έχουν ως θέμα τους το βιβλίο.
Συνήθως, οι γκρίνιες για την ανάγνωση δεν έχουν να κάνουν με το ποιοι και πόσο, αλλά με το τι και το γιατί. Ξεκάθαρο δείγμα πολιτισμικής διάκρισης, το αναγνωστικό γούστο διαχωρίζει την ήρα από το στάρι, ή, για να το πούμε κάπως λιγότερο κομψά, αυτούς που έχουν μεγάλη ιδέα για το τι διαβάζουν, από αυτούς που απλά το απολαμβάνουν.
Δεν θέλω να παρεξηγηθώ για αντιδιανοουμενισμό, αλλά -μιλώντας για -ισμούς, εξωτικούς και μη- δύσκολα θα με κατηγορήσει κανείς για ελιτισμό. Αφορμή για αυτές τις σκέψεις στάθηκε η βόλτα μου στο παζάρι βιβλίου της Κλαυθμώνος, την εκδήλωση του Συνδέσμου Εκδοτών Βιβλίου (ανοιχτή στο κοινό έως τις 15 Φεβρουαρίου), που αποτελεί πλέον έναν σταθερό θεσμό για το βιβλιόφιλο κοινό.
Εκεί, κάθε χρόνο συναντά κανείς πλήθος ανθρώπων που γεμίζουν τα καλάθια τους με βιβλία σε χαμηλές τιμές. Η συστηματική προσέλευση του κόσμου δηλώνει πως υπάρχει επιθυμία για την προμήθεια βιβλίων, που οι χαμηλές τιμές τα κάνουν περισσότερο προσιτά. Μέσα στο κλίμα της γενικευμένης ακρίβειας, το γεγονός ότι η ανάγνωση παραμένει μια προτεραιότητα, είναι κάτι που σίγουρα διασκεδάζει τους φόβους των απαισιόδοξων για την έκλειψη των παραδοσιακών μορφών ψυχαγωγίας. Δεν είναι όλα μια οθόνη τελικά, μοιάζει να δηλώνουν οι ουρές που δημιουργούνται στα ταμεία της εξόδου.
Ωστόσο, θα αντιτείνει πάλι ο απαισιόδοξος, μήπως εδώ η ποσότητα έρχεται να καλύψει μια προβληματική ποιότητα; Πράγματι, μεγάλο μέρος των προσφορών στα παζάρια δεν αφορά τους πολύ δυνατούς τίτλους των εκδοτών, ενώ σε πολλές περιπτώσεις, καταφανώς το προϊόν είναι προβληματικό. Αυτή ωστόσο η ένσταση παραβλέπει ίσως ότι η εγκαθίδρυση μιας ποιοτικής κλίμακας δεν είναι πάντα το ζητούμενο. Κάποιος που βλέπει μόνο τις ταινίες των μεγάλων δημιουργών, περιφρονώντας τα κινηματογραφικά είδη, δεν είναι σινεφίλ, δε διακατέχεται δηλαδή από το πάθος της κινούμενης εικόνας. Το ίδιο ισχύει και με τη βιβλιοφιλία. Το θέμα δεν είναι πάντα να διαβάσεις το αριστούργημα που θα σου αλλάξει τη ζωή. Συχνά αρκεί η συντροφιά μιας απλής ιστορίας, χωρίς πολλά επίπεδα.
Πολλές φορές τείνουμε να επενδύουμε τα αντικείμενα που μας περιβάλλουν με μια αύρα που ίσως να μη διαθέτουν. Ίσως οφείλεται στο γεγονός ότι στην Ελλάδα, η παιδεία αποτέλεσε τον κύριο μοχλό ανοδικής κοινωνικής κινητικότητας (καθώς η κοινωνική ανέλιξη περνούσε από την ιδιότητα του επιστήμονα, που αποδίδει το πανεπιστήμιο), αλλά το βιβλίο έχει επενδυθεί με μυθικές διαστάσεις. Θεσμοί όπως το παζάρι βιβλίου, μάς επιτρέπουν να αποκαθηλώσουμε το βιβλίο, φέρνοντάς το εκεί που μάλλον του πρέπει: στο κομοδίνο, δίπλα στο κρεβάτι μας, στη θέση του καλού μας φίλου.





