Βλέποντας τα προηγούμενα χρόνια τον Τίμο Ζαχαράτο να μαγειρεύει στην κουζίνα της πρωινής εκπομπής που παρουσίαζε η Δανάη Μπάρκα, ίσως να μην πήγαινε το μυαλό σου ότι ανήκει και ο ίδιος στην παραπάνω κατηγορία. Αρκεί όμως να μιλήσεις 5 λεπτά μαζί του για να το καταλάβεις. Και προτού καν του μιλήσεις, απλώς μπαίνοντας στο χώρο που έχει δημιουργήσει –με την κυριολεκτική σημασία της λέξης– στη Λυκόβρυση, νιώθεις ότι ο άνθρωπος αυτός, παρά το νεαρό της ηλικίας του, έχει καταφέρει πολλά και ονειρεύεται να πετύχει ακόμα περισσότερα.
«Αν κλείσω τα μάτια μου και σκεφτώ, υπάρχουν αμέτρητες μέρες που με θυμάμαι να διπλώνω τα χέρια μου πίσω από το κεφάλι, να κοιτώ το ταβάνι και να σκέφτομαι τι θέλω να φτιάξω», μου λέει όταν τον ρωτώ τι ακριβώς γίνεται εδώ. «Σε αυτόν το χώρο των 650 τ.μ. κάνουμε consulting, φέρνουμε σεφ από την Ελλάδα και το εξωτερικό, φτιάχνουμε μενού για εστιατόρια, πραγματοποιούμε σεμινάρια μαγειρικής για παιδιά από 3 έως 13 ετών και φωτογραφίσεις για το site μου».

Στο κέντρο του χώρου που έχει δημιουργήσει ο Τίμος Ζαχαράτος δεσπόζει η ανοιχτή κουζίνα. Φωτό: Γιώργος Καπράνος
Αυτά όλα γίνονται στο πλαίσιο της Timos Zacharatos Food Services, της εταιρείας που έχει ιδρύσει ο Τίμος τα τελευταία χρόνια, από τότε που αποφάσισε να αφήσει πίσω του τις κουζίνες των μισελενάτων εστιατορίων του εξωτερικού για να επιστρέψει στην Ελλάδα. Και αφορούν, φυσικά, το επαγγελματικό κομμάτι, πέρα από το οποίο υπάρχει ένα εξίσου σημαντικό –αν όχι σημαντικότερο– προσωπικό κίνητρο το οποίο οδήγησε στη δημιουργία του χώρου.

Ο Τίμος με τον Δούκα, το υπέροχο γαλλικό μαστίφ που τον συντροφεύει παντού. Φωτό: Γιώργος Καπράνος
«Αυτός ο χώρος φτιάχτηκε από την αρχή όπως τον φανταζόμουν εγώ. Μπορείς να βρεις τα πάντα, από τον αγαπημένο μου cartoon ήρωα και τον καλύτερό μου φίλο, τον Δούκα (σ.σ. ένα πανέμορφο και γλυκύτατο γαλλικό μαστίφ που κυλιόταν στη μοκέτα αναζητώντας χάδια), μέχρι τον Ρονάλντο, το “Φαινόμενο”. Στην ουσία έχω προσπαθήσει να φτιάξω μια γυάλα, που θα μου επιτρέπει να μην έχω καμία επαφή με τον έξω κόσμο ώστε να κρατώ ανέπαφο το παιδί που υπάρχει μέσα μου. Να μένει ανεπηρέαστο αυτό το παιδί για να μπορεί να δημιουργεί».

Φωτό: Γιώργος Καπράνος
Μια επιλογή ζωής
Στην κουβέντα μας και αφού ο Τίμος μας ξενάγησε στο φανταστικό αυτό εργαστήριο, το οποίο περιλαμβάνει από μια άρτια εξοπλισμένη επαγγελματική κουζίνα όπου εργάζονται ασταμάτητα μάγειρες και βοηθοί μέχρι δωμάτια για τη φιλοξενία των καλεσμένων των workshops, θέλησα να πιάσουμε τα πράγματα από την αρχή, προσπαθώντας να καταλάβω πώς ένας τόσο μικρός σε ηλικία σεφ έχει καταφέρει ήδη τόσα πολλά. «Το μικρόβιο του μάγειρα υπήρχε μέσα μου ήδη από τη μητέρα μου και τον αδελφό του πατέρα μου, που κάνουν την ίδια δουλειά. Μεγάλο ρόλο όμως έπαιξε το αγαπημένο μου μέρος στον κόσμο, το χωριό στο οποίο μεγάλωσα, τα Δένδρα Φαρσάλων. Ο παππούς μου και ο αδελφός του είχαν ζώα, πρόβατα και αγελάδες, και αυτά αποτελούσαν την καθημερινή μου ενασχόληση τους καλοκαιρινούς μήνες, το Πάσχα και τα Χριστούγεννα. Δεν θα πω το κλασικό ότι έφτιαχνε η γιαγιά μου πίτες και κόλλησα με την κουζίνα. Όμως η αλήθεια είναι ότι ο άνθρωπος έχει φωτογραφική μνήμη. Κι ό,τι πιο αγνό έχω να θυμάμαι στη ζωή μου, έχει να κάνει με τις εικόνες του χωριού μου. Με αυτές πορεύομαι μέχρι σήμερα».

Η πλήρως εξοπλισμένη επαγγελματική κουζίνα που υπάρχει στο χώρο, στην οποία εργάζεται μια μεγάλη ομάδα μαγείρων υπό την επίβλεψη του Τίμου. Φωτό: Γιώργος Καπράνος
Ο Τίμος μιλά με βαθιά αγάπη αλλά και με μεγάλη σιγουριά για τη δουλειά του. Που προφανώς δεν είναι μόνο δουλειά αλλά κάτι πολύ περισσότερο. Κι ίσως τελικά αυτό να ήταν το κίνητρό του για να συνεχίσει. «Πολλοί από όσους επιλέγουν τη δουλειά του μάγειρα σταματούν κάποια στιγμή λόγω των δυσκολιών. Στατιστικά μόνο ένα ποσοστό της τάξης του 4-5% ολοκληρώνει την επαγγελματική του πορεία και την καριέρας του σε αυτόν το χώρο. Για έναν περίεργο λόγο, εγώ κάθε μέρα που μπαίνω στην κουζίνα, νιώθω σαν να είναι η πρώτη μου φορά, σαν να είμαι 17 χρονών. Δεν κοιτάζω ούτε στιγμή το ρολόι, ζω για αυτό που κάνω. Γι’ αυτό και κατέληξα από νωρίς στις επιλογές μου. Είναι μοναστηριακή η αντίληψή μου, αυτά είναι τα δεδομένα που είχα πριν και αυτά ισχύουν μέχρι σήμερα. Είμαι πολύ κατασταλαγμένος».
Ο τρόπος που μιλά και τα όσα λέει δεν αφήνουν περιθώρια για αντίλογο: «Ήξερα εξαρχής ότι θα γινόμουν μάγειρας. Ο πατέρας μου έκανε ανακαινίσεις σε καταστήματα, οπότε δούλεψα και οικοδομή. Όμως, μόνο η κουζίνα με ηρεμούσε. Μου αρέσει ό,τι έχει να κάνει με το φαγητό. Και μου αρέσουν και οι άνθρωποι γιατί, αν δεν αγαπάς τον άνθρωπο, δεν μπορείς να μαγειρέψεις σωστά».
Μια πορεία πολλών… χιλιομέτρων
Όλοι οι μάγειρες ξέρουν ότι σχεδόν προαπαιτούμενη στη δουλειά τους είναι η μαθητεία τους σε κουζίνες του εξωτερικού. Κουζίνες δύσκολες και απαιτητικές, που δεν συγχωρούν τα λάθη. Ο Τίμος Ζαχαράτος πήρε νωρίς το δρόμο για έξω και τον περπάτησε πολύ. Μέχρι που ήρθε η ώρα να τραβήξει τη γραμμή του και να ορίσει προτεραιότητες. «Έχω δουλέψει πολλά χρόνια στο εξωτερικό, σε διάφορες πόλεις και χώρες. Όταν φεύγεις στα 20 σου και οι γονείς σου είναι 50 ετών και παίρνεις άδεια μόνο μία φορά το χρόνο για επτά ημέρες, ξαφνικά συνειδητοποιείς ότι έχουν περάσει δέκα χρόνια χωρίς να το καταλάβεις καν. Δουλεύεις καθημερινά δεκαπεντάωρα και δεκαοχτάωρα και έρχεται μια μέρα που επιστρέφεις στο σπίτι σου, βλέπεις τον πατέρα σου στα 60 του πια και διαπιστώνεις ότι η αλλαγή δεν είναι ανεπαίσθητη, αλλά τεράστια. Φαντάσου να έχεις μία δεκαετία να κάνεις Πρωτοχρονιά με τους δικούς σου, να είσαι πάντα μια άδεια καρέκλα στο τραπέζι. Τότε καταλαβαίνεις ότι πρέπει να ζήσεις τους ανθρώπους σου».
Η απόφασή του να επιστρέψει στην Ελλάδα ήταν σχεδόν αυτονόητη. «Πήρα ό,τι είχα να πάρω και έμαθα όσα έπρεπε. Ήθελα να δουλέψω στο κορυφαίο επίπεδο και το έκανα, δεν έχω απωθημένα. Όμως, δεν γίνεται στα 36 μου να ζω σε δεκαπέντε τετραγωνικά, στον έκτο όροφο χωρίς ασανσέρ και με ένα κοινό μπάνιο στον τρίτο. Σίγουρα ήταν κάτι που έπρεπε να κάνω, κι αν μπορούσα να γυρίσω το χρόνο πίσω, θα το έκανα ξανά. Όμως ήταν ένας κύκλος της ζωής μου που έκλεισε πια».

Φωτό: Γιώργος Καπράνος
Οι δυσκολίες που έζησε στο εξωτερικό σίγουρα δεν τον πτόησαν και σε καμιά περίπτωση δεν τον ώθησαν στο να εγκαταλείψει τη δουλειά που από μικρός είχε αποφασίσει να κάνει. Όμως χαράχτηκαν βαθιά μέσα του και αποτελούν ένα είδος παρακαταθήκης για τη διαδρομή που θέλησε να ακολουθήσει στη συνέχεια. «Πόσο μπορεί να αντέξει ένα παιδί 25 χρονών να του τελειώνουν τα χρήματα στα μέσα του μήνα και να πρέπει να μπαίνει χωρίς εισιτήριο, σκαστά, στο μετρό για να πάει στη δουλειά του; Ακόμα κι αν σημαίνει πως θα κάνει το όνειρό του πραγματικότητα, δεν είναι εύκολο. Δεν είναι τυχαίο αυτό που λένε όσοι δουλεύουν στο εξωτερικό “στα ξένα είμαι Έλληνας και στην Ελλάδα ξένος”. Εκεί δεν μπορείς να πεις πως είσαι μάγειρας. Όπου κι αν πήγα στο εξωτερικό, το μόνο που άκουγα ήταν “ξέχνα ό,τι ήξερες και πάμε πάλι από την αρχή”. Είναι άλλη η φιλοσοφία τους, δεν βαφτίζεσαι σεφ επειδή απλώς βγήκες από τη σχολή». Κι αυτό είναι κι ένα άτυπο παράπονο για όσους μπαίνουν τώρα στο επάγγελμα. «Δυστυχώς, για κάποιο λόγο όλα τα παιδιά σήμερα νομίζουν ότι τους χρωστάς κάτι. Φυσικά υπάρχουν εξαιρέσεις, αλλά η νοοτροπία έχει αλλάξει. Δεν υπάρχει δίψα για μάθηση, περιμένουν να αποκτήσουν τα πάντα μονομιάς. Κι αυτό δεν γίνεται».
Σε αυτή την αλλαγή νοοτροπίας, συνέβαλε σημαντικά και η αίγλη που έχει αποκτήσει το επάγγελμα του σεφ μέσα από την τηλεόραση. Η τηλεόραση, άλλωστε, έπαιξε καθοριστικό ρόλο και στην επιστροφή του Τίμου στην Ελλάδα, όμως με αντίστροφο από το συνηθισμένο τρόπο. «Η τηλεόραση πραγματικά προέκυψε στη ζωή μου. Με πήραν τηλέφωνο από το MEGA και μου είπαν ότι με είχαν δει, γνώριζαν το βιογραφικό μου και τους άρεσα. Ήδη έψαχνα τότε αφορμή για να γυρίσω στην Ελλάδα και να ζήσω ξανά με τους δικούς μου, κι έτσι έγινε. Έκανα δοκιμαστικό, με πήραν και σίγουρα όλο αυτό με βοήθησε πολύ. Το ίδιο το κανάλι με βοήθησε. Πήρα σεβασμό, με αγκάλιασαν όλοι και είμαι ευγνώμων. Πάντα θα είμαι παιδί του MEGA, γιατί αυτοί οι άνθρωποι με επέλεξαν μέσα από τη δουλειά μου. Κι αυτό είναι πολύ σημαντικό».
Workshops και μαγειρική του σεβασμού και της αγάπης
Τα workshops που διοργανώνει ο Τίμος απευθύνονται τόσο σε παιδιά όσο και σε ενήλικες –κυρίως σε γυναίκες, όπως μας λέει, σε συντριπτικό ποσοστό 92-95%– και βασίζονται στη διαδραστικότητα. «Κινούμαστε με βάση αυτά που θέλουν οι περισσότεροι. Πολλοί, για παράδειγμα, μου έχουν στείλει αιτήματα για προζύμι. Έτσι, ξεκινάμε μαθήματα για το προζύμι και το ψωμί. Έχουμε κάνει workshop για το πάστωμα και την όλη διαδικασία που απαιτεί. Πολλοί ενδιαφέρονται για τις βασικές σάλτσες, πώς αποθηκεύονται κ.λπ.. Ή μας έχουν στείλει αιτήματα μαμάδες που θέλουν να μάθουν πώς να δώσουν στα παιδιά τους να φάνε, π.χ., σπανάκι. Βρίσκουμε και σε αυτό τρόπους να το καμουφλάρουμε! Γενικώς, οι γυναίκες ενδιαφέρονται να μάθουν, τους αρέσει να μαγειρεύουν και θέλουν να δουν πώς θα κάνουν κάτι διαφορετικό από όλους τους άλλους».
Τα workshops που διοργανώνονται στο χώρο δίνουν την ευκαιρία στα παιδιά να έρθουν σε επαφή με τη χαρά της μαγειρικής.
Για τα παιδιά τα πράγματα είναι κάπως διαφορετικά, αλλά σίγουρα πολύ διασκεδαστικά. «Στα παιδικά workshops έχουμε πάντα νηπιαγωγό και παιδαγωγό, γιατί είναι μεγάλη και η ευθύνη. Οτιδήποτε δείχνω υπάρχουν επαγγελματίες μάγειρες για να εκτελέσουν τη συνταγή, δεν έρχεται κανένα παιδί σε επαφή με τα μάτια της κουζίνας. Πρέπει να περάσει αρκετός καιρός, να υπάρχει πλέον μια άλφα αντίληψη και μια εξοικείωση με το αντικείμενο. Κάποια παιδιά, ηλικίας από 10 ετών και πάνω, έχουν κάνει αρκετά μαθήματα και ανταποκρίνονται, τους αρέσει, τα βάζουμε στη διαδικασία να μάθουν σιγά σιγά την κουζίνα και να έρθουν σε επαφή με τη θερμική επεξεργασία των τροφίμων». Πέρα από τη μάθηση, όμως, και το fun που εμπεριέχεται στη διαδικασία της μαγειρικής, τα παιδιά που έρχονται εδώ τρώνε φαγητά φτιαγμένα ειδικά για παιδικά χεράκια και στομάχια και περνούν μερικές ξένοιαστες και δημιουργικές ώρες – γι’ αυτό και τα workshops του Τίμου αποτελούν αγαπημένη επιλογή των γονιών και για παιδικά πάρτι.
Όσο για τους σεφ που έρχονται ως καλεσμένοι για να μοιραστούν τις γνώσεις και τη μαγειρική τους με το κοινό; «Πρώτο κριτήριο για να επιλέξω έναν καλεσμένο είναι η εκτίμηση που έχω στο πρόσωπό του. Και φυσικά η δουλειά του. Αυτός είναι και ο κανόνας στην κουζίνα, πάντα είμαστε μαθητές. Προσωπικά, δεν μπορώ να σκεφτώ τον εαυτό μου σαν καλό μάγειρα. Αν σκεφτώ τον Τίμο σε δέκα χρόνια από τώρα, στα 45 μου δεν θέλω να έχω καμία σχέση με αυτό που είμαι σήμερα, θέλω να είμαι πολύ καλύτερος. Άλλωστε, η μάθηση δεν σταματά ποτέ. Μπορεί να δουλεύω για δέκα ώρες στην κουζίνα και μετά να γυρίσω στο σπίτι και για άλλες τέσσερις ώρες να διαβάζω για τη μαγειρική. Δεν υπάρχει ταβάνι. Γι’ αυτόν το λόγο άλλωστε φοράμε τις ριγέ ποδιές – η ριγέ ποδιά στην κουζίνα είναι του μαθητή. Πάντα μαθαίνουμε, δεν σταματάμε ποτέ».

Φωτό: Γιώργος Καπράνος
Πέρα από τη δίψα για μάθηση, όμως, υπάρχει κι άλλο ένα μεγάλο μυστικό για έναν σεφ που θέλει να πετύχει. «Πρέπει να υπάρχει αντίληψη και σεβασμός για αυτό που κάνουμε. Το μυστικό της επιτυχίας δεν είμαστε εμείς και το πόσο καλά γνωρίζουμε την τεχνική. Είναι να μπορείς να επιλέξεις σωστά τον παραγωγό ή το γεωργό. Αυτοί είναι το μυστικό του κάθε πιάτου, σε αυτούς ανήκουν όλα τα εύσημα. Στον ψαρά που φιλάει το παιδί του στις 3 η ώρα το πρωί για να βγει στο πέλαγος με επτά μποφόρ ώστε να έχεις εσύ έναν φρέσκο κέφαλο ή ένα βλάχο στο εστιατόριό σου. Στο γεωργό που πηγαίνει μέσα στην κακοκαιρία για να φροντίσει το χωράφι του και να σου φέρει τη συγκομιδή του. Αν δεν υπήρχαν όλοι αυτοί, δεν θα υπήρχαμε κι εμείς».
Προτιμήσεις και σχέδια
Τα πιάτα του Τίμου είναι οικεία, αλλά ταυτόχρονα σαν να τα γεύεσαι πρώτη φορά. Τον ρώτησα πώς το καταφέρνει αυτό και μου το εξήγησε αμέσως. «Μέσα σε αυτόν το χώρο υπάρχουν τρία ρολόγια που δείχνουν τρεις διαφορετικές ώρες: της Ελλάδας, της Γαλλίας και της Ιαπωνίας. Αυτές είναι και οι τρεις αγαπημένες μου κουζίνες. Προσπαθώ να κρατώ μια ελληνική φιλοσοφία, αλλά μου αρέσει να βάζω πινελιές από τις χώρες που αγάπησα και στις οποίες δούλεψα. Τα συνδυάζω και τα τρία, όλα μου τα πιάτα έχουν υλικά από Ιαπωνία και Γαλλία, αλλά μπροστά βγαίνει το ελληνικό στοιχείο». Μιας που σε αυτό το τεύχος της «Ελληνικής Κουζίνας» τον πρώτο λόγο τον έχει η κατσαρόλα, τον ρώτησα ποιο είναι το αγαπημένο του μαγειρευτό φαγητό και δεν δίστασε στιγμή να απαντήσει: «Πεθαίνω για μπάμιες! Και πάντα κάνω ένα challenge –επειδή για τους περισσότερους οι μπάμιες είναι challenge. Τις μαγειρεύω και αφού τις φάνε γίνονται και το δικό τους αγαπημένο φαγητό. Δεν κάνω κάτι ιδιαίτερο, τις φτιάχνω με τον κλασικό τρόπο, χωρίς φανφάρες αλλά με πολλή αγάπη». Όσο για τα αγαπημένα του υλικά; «Το ελαιόλαδο και το σκόρδο, αλλά μου αρέσουν πολύ και οι πιπεριές κέρατο. Αν φέρναμε εδώ τέσσερα πιατάκια, το ένα με πιπεριές κέρατο περασμένες από το τηγάνι με λίγο ξίδι και χοντρό καπνιστό αλάτι, δίπλα λίγο προζυμένιο ψωμί με ελαιόλαδο, λίγη ντοματούλα και φέτα, πραγματικά δεν θα χρειαζόμαστε τίποτα περισσότερο. Είναι η ανάμνηση. Και φυσικά ο σεβασμός που δίνεις σε κάθε φαγητό».

Φωτό: Γιώργος Καπράνος
Αυτή την αίσθηση του σεβασμού θέλει να κρατήσουν και όσοι φεύγουν από τα workshops που διοργανώνει. «Το σεβασμό, την αγάπη και τη συνέπεια απέναντι σε αυτό που κάνουμε. Για μένα η συνέπεια είναι πολύ σημαντική. Και το να κάνεις κάποιον να αισθανθεί οικεία, ότι στο χώρο στον οποίο βρίσκεται υπάρχει ζεστασιά, αγάπη και σεβασμός».
Τα άμεσά του σχέδια περιλαμβάνουν δύο νέα μαγαζιά, ένα στο Μαρούσι και άλλο ένα στη λεωφόρο Ηρακλείου, κοντά στη Νέα Φιλαδέλφεια και στο Γαλάτσι. «Στην εκπομπή έλεγα συνέχεια πως το φαγητό είναι “τίμιο”». Έτσι, ανοίγουμε τώρα ένα μαγαζί που λέγεται Τίμιο στο Μαρούσι και άλλο ένα, το The Bear, στη λεωφόρο Ηρακλείου. Αυτό θα προσφέρει στην ουσία γαστρονομικό φαγητό του δρόμου, με ένα μενού, όμως, βασισμένο καθαρά στην ελληνική κουζίνα. Έχουμε, για παράδειγμα, γουρουνοπούλα, πατάτες οφτές, κοτόπουλο μισό, λουκουμάδες… Street φαγητό με την ιδιαιτερότητα ότι, εκτός της πρωτεΐνης, όλες οι σάλτσες, οι μουστάρδες και τα ψωμιά θα είναι φτιαγμένα από εμάς εδώ στο εργαστήριο. Το Τίμιο θα είναι στο ίδιο στυλ, αλλά αντί για γουρουνοπούλα θα έχει smash burger, τηγανητά bao buns κ.λπ. Είναι μια μόδα το φαγητό αυτό, στην οποία προσαρμοζόμαστε κι εμείς. Στο τέλος της ημέρας, όμως, ο κόσμος θέλει να φάει ποιοτικό φαγητό, αυτό δεν αλλάζει».

Φωτό: Γιώργος Καπράνος
Επειδή, όμως, ο Τίμος δεν ησυχάζει ποτέ, υπάρχει κι ένα λίγο πιο μακρινό –ή, ίσως, όχι και τόσο– πλάνο. Ένα πλάνο που συνοψίζει ολόκληρη τη ζωή και τη φιλοσοφία του. «Τον τελευταίο χρόνο επισκευάζω και διαμορφώνω το σπίτι στο χωριό μου, ένα χωριό 35 μόνιμων κατοίκων. Εκεί για μένα σταματά ο χρόνος. Πήρα το σπίτι του παππού μου, που είναι μεγάλο, και φτιάχνω κήπο και ψησταριές. Θα υπάρχει επαγγελματική κουζίνα φυσικά κι εκεί θα δημιουργώ. Σκέφτομαι τα καλοκαίρια να οργανώνω κάποια προγράμματα αγροτουρισμού, θα έχω κι ένα μοναστηριακό τραπέζι και θα μαγειρεύω στους επισκέπτες. Κοιτάζω να φτιάξω κι ένα τυροκομείο ενώ λέω με τους μάγειρές μου να ανοίξουμε κι ένα pop-up μαγαζί για τρεις μήνες, το καλοκαίρι. Θέλω να φέρω κόσμο στο χωριό. Το σχολείο μας ήταν κλειστό από το 1970 και με βοήθησε το MEGA να το ανοίξουμε ξανά. Στο άνοιγμα μαζευτήκαμε 180 άτομα, παιδιά που είχαν φύγει ήρθαν κι αυτά να γιορτάσουν μαζί με τους παππούδες». Ο Τίμος –το είπαμε εξαρχής– είναι ασυνήθιστα κατασταλαγμένος για το νεαρό της ηλικίας του. «Έτσι με φαντάζομαι. Εδώ, στο χώρο αυτό, στο χωριό μου και στο Άγιο Όρος. Αυτά τα τρία μέρη υπάρχουν για μένα».
Κριθαράκι λαχανικών

Φωτό: Γιώργος Καπράνος
Χρόνος προετοιμασίας: 10΄
Χρόνος μαγειρέματος: 20΄
Βαθμός δυσκολίας: *
Υλικά για 4 μερίδες
- 500 γρ. χοντρό κριθαράκι
- 500 γρ. μανιτάρια ανάμεικτα
- 1 ξερό κρεμμύδι ψιλοκομμένο
- 1 φύλλο δάφνης
- 3 κόκκους μπαχάρι
- 1/2 καρότο ψιλοκομμένο
- 2 ντομάτες (χωρίς τους σπόρους) σε καρέ
- 1 κολοκυθάκι σε καρέ
- 5-6 μπουκετάκια μπρόκολο
- 100 ml λευκό κρασί
- 3 φλιτζ. ζωμό λαχανικών
- 4 κ.σ. ε.π. ελαιόλαδο
- Αλάτι, πιπέρι
- Παλαιωμένη γραβιέρα για το τελείωμα
Εκτέλεση
- Ζεσταίνουμε σε ένα βαθύ αντικολλητικό τηγάνι το ελαιόλαδο και σοτάρουμε για 1 λεπτό το κριθαράκι, να ροδίσει. Συνεχίζουμε με το κρεμμύδι και το καρότο, σοτάροντας σε χαμηλή φωτιά για 2 λεπτά.
- Ανεβάζουμε την ένταση της εστίας στο μέγιστοκαι ρίχνουμε τα μανιτάρια. Ανακατεύουμε, χωρίς να φοβόμαστε ότι θα αρπάξει το κριθαράκι γιατί τα μανιτάρια έχουν μεγάλη περιεκτικότητα σε νερό. Όταν πιουν τα λαχανικά τα υγρά τους, σβήνουμε με το κρασί και ανακατεύουμε σε μέτρια φωτιά για 5-7 λεπτά.
- Μόλις εξατμιστεί το αλκοόλ, προσθέτουμε τα υπόλοιπα υλικά και μαγειρεύουμε μέχρι να τραβήξει το κριθαράκι τα υγρά του. Τέλος, αλατοπιπερώνουμε και δένουμε με παλαιωμένη γραβιέρα.
