Σάββατο 17 Νοεμβρίου 1974

Σούρουπο. Η ασφάλεια έχει πάει σπίτι μας στον Πειραιά από το πρωί. Ευτυχώς, η έμπειρη μάνα μου έχει κάψει από την Πέμπτη στη σόμπα του κοκ που μας ζέσταινε όλες τις προκηρύξεις, παράνομες εφημερίδες και υλικό που έκρυβα. Νόμιζα δηλαδή ότι τα έκρυβα, αλλά εκείνη είχε το μάτι πάνω μου.

Έπρεπε να γυρίσω να αλλάξω. Ήμουν στο Πολυτεχνείο από Τετάρτη πρωί. Τον αδερφό μου τον είχαν συλλάβει όπως βγαίναμε από τη Στουρνάρη. δηλαδή, έβγαινε μαζί με την κοπέλα και μετέπειτα γυναίκα του, περνάει εκείνος αρπάζουν εκείνη. Σταματάει, γυρνάει , η κλούβα γεμάτη ήδη, φωνάζει ο αστυνομικός που ήταν πάνω: «Ρε, άσε αυτή την πουτάνα και πιάσε τον μαλλιά». Με τέτοια αφάνα και μούσια ήταν η χαρά της σύλληψης.

Μπήκα στο σπίτι από μια διπλανή μάντρα. Είδα τους γονείς μου και δεν τους γνώρισα. Η μάνα μου μετά τα αγκαλιάσματα με έστειλε κατευθείαν στο μπάνιο και μου έφερε ρούχα και παπούτσια. «Κλείδωσε την πόρτα. αν έρθουν, να προφτάσεις να βγεις ντυμένος».

Ο πατέρας μου ήταν ωχρός κι αμίλητος. Παλιοί αριστεροί, κυνηγημένοι, δεν μας είχαν μιλήσει ποτέ για τίποτα. Ξαφνικά είδαν τη ζωή τους ανάποδα. Αλλά είχαν θυμηθεί και τα χρόνια τους. Είπαμε λίγα. Μία βδομάδα πριν είχαμε τσακωθεί άσχημα με τον πατέρα μου. Τον είχαν φωνάξει στην ασφάλεια του Πειραιά να του πουν να με προσέχει. Γύρισε σπίτι και με φώναξε. «Δεν θα μου χαλάσεις το σπίτι. Ξέμπλεξε, δεν αντέχουμε πάλι τα ίδια». Τον είχε διώξει η χούντα από το σχολείο –ήταν καθηγητής μαθηματικών στο γυμνάσιο– και είχε επανέλθει με κόπο. Τώρα τον απειλούσαν πάλι.

Τον λυπήθηκα. αν και άντρακλας, έβλεπα έναν φοβισμένο, που με έκανε να ντρέπομαι. «Να το ’χεις να το χαίρεσαι το σπίτι σου. θα φύγω να μη σου το χαλάσω» του είχα πει. Είχα κανονίσει πού θα μείνω κι από δουλειά δεν ήταν πρόβλημα, δουλειές του ποδαριού είχε πολλές στο κέντρο, είχα ξανακάνει.

Τώρα τον κοίταζα και ήμασταν άλλοι. Χτύπησε το τηλέφωνο τρεις φορές. «Θα πάμε μαζί, η μάνα σου ετοίμασε τα ρούχα. Πάρε το σακίδιο». Δεν του έβγαινε η φωνή. Βγήκε η μάνα μου, έκανε μια βόλτα στον δρόμο, μην παρακολουθούσε κανείς και μετά εμείς. Έρχεται ο θείος μου –που έμενε κοντά κι είχε τηλεφωνήσει συνθηματικά– με το αυτοκίνητό του. Είχαν στήσει ολόκληρη επιχείρηση!

Με άφησαν στο Φάληρο, στον Ηλεκτρικό. Μου δίνει ο πατέρας μου το χέρι και με αποχαιρετά. «Γεια σου, παιδί μου, και να προσέχεις. Να μην έχεις την τύχη του». Η βαριά φωνή του τσάκισε. Ο αδερφός του στο αυτοκίνητο τον άκουγε και έκλαιγε. Το 1948 στο Στρατοδικείο της Τρίπολης με τον ίδιο άκαμπτο τρόπο είχε αποχαιρετήσει τον άλλον αδερφό του, καταδικασμένο σε θάνατο. Είχα το όνομα του εκτελεσμένου. Τώρα, αλύγιστα πάλι, φοβόταν μήπως η μοίρα επαναληφθεί με το παιδί του. Μανιάτες, σκληροί άνθρωποι, άβολοι με τα συναισθήματα.

Ο Ηλεκτρικός ήταν γεμάτος ασφαλίτες. Τη γλίτωσα, βγήκα έξω και σκεφτόμουν τι να κάνω. Σταματάει ένα ταξί και μου λέει «Μπες μέσα, παιδί μου, θα σε πιάσουν». Η γυναίκα του ήταν κομμώτρια , αυτός του «Αντρέα», όπως μου είπε. Με πήγε σπίτι του στην Καλλιθέα, με κούρεψε η καλή κυρία, ξυρίστηκα και συνεχίσαμε για Πατήσια. Εκεί κρυβόμουν τον πρώτο καιρό. Στο αυτοκίνητο μου έλεγε τις ιστορίες του και κάθε τόσο γύριζε και με κοίταζε «Λεβέντη μου, να σε χαίρεται η μάνα σου. Μας δώσατε ζωή». Όταν έκανα την κίνηση να τον πληρώσω με κοίταξε τόσο λυπημένα, που ντράπηκα. χαιρετηθήκαμε κι έφυγα.

Τον πρώτο καιρό της Μεταπολίτευσης καφέ στο Μουσείο δεν πλήρωσα, ούτε τσιγάρα στο περίπτερο, ούτε εισιτήριο στο σινεμά. Έλεγες «του Πολυτεχνείου» κι ανοίγανε οι πόρτες. Του Μετσοβίου λέγαμε, της κατάληψης καταλάβαιναν.

(…)

To Eθνικό Μετσόβειο Πολυτεχνείο μετά την εισβολή του τανκ και την εκκένωση της φοιτητικής κατάληψης ενάντια στη Χούντα, Νοέμβριος 1973

50 χρόνια μετά

Τύχη υπάρχει παντού. Άθυρμα της τύχης δεν είναι κανείς.
Είμαστε τυχερή γενιά, όσοι/ες δεν βασανίστηκαν τότε, δεν σακατεύτηκαν, δεν έχασαν αγαπημένα πρόσωπα. Τόσο νέοι αντιμετωπίσαμε ευθύνες αδιανόητες, λογαριαστήκαμε με τον φόβο, το μέσα μας, ζήσαμε τόση προσφορά, έγνοια κι αλληλεγγύη. Μας είπαν του Πολυτεχνείου, δεν το ζητήσαμε. Όμως ζήσαμε, με ό,τι αυτό σημαίνει, σαν μέρος του Μύθου που δημιουργήθηκε.

Οι ζωές ξεχώρισαν σύντομα κι ο καθένας λογαριάστηκε με τον εαυτό του, κουβαλώντας μέσα του το δικό του Πολυτεχνείο. Το 1991 μια υπέροχη κωμική σειρά, οι απαράδεκτοι, αποτίμησε τον Μύθο και προειδοποίησε για τις συνέπειές του. Υπάρχει ένας αόρατος δεσμός που πλέχτηκε εκεί και μας διατρέχει,  ένας κώδικας, όχι ο Μύθος.

Μεγαλώσαμε και λιγοστεύουμε. Στη σχολή χάσαμε τον Μάνο, τον Κυριάκο, τον Σάμη, πιο πρόσφατα τον Μάνο και τον αδερφό μου. Φυσιολογικά πράγματα με τον χρόνο, αλλά κάθε φορά ο δεσμός μνημονεύεται και επιβεβαιώνεται. Είτε βρισκόμαστε είτε όχι.

Κανείς δεν ζει μόνος, ό,τι έγινε δεν το πέτυχε μόνος. αυτό το άλυτο ατομικό-συλλογικό είχε για τρεις μέρες καταλυθεί και αναιρεθεί στο Πολυτεχνείο.

Στη δική μου μετάφραση σημαίνει απλά να αναγνωρίζεις το μέρος της «τύχης» σου και να το επιστρέφεις με τον δικό σου τρόπο στον άλλο, στην κοινωνία.

ΗΜΟΥΝ ΣΧΕΔΟΝ 19 στο Πολυτεχνείο. Τότε, 50 χρόνια πίσω, η Μικρασιατική καταστροφή μού έμοιαζε «γέρικος» απόηχος, Ιστορία, κι ας είχα γιαγιάδες Σμυρνιές και Πολίτισσες γύρω μου. Παράλληλα ήθελα τις ιστορίες τους, για το κάψιμο της Σμύρνης, την προσφυγιά, τους Ελλαδίτες, την έχθρα και την αλληλεγγύη ταυτόχρονα.

Υποθέτω το ίδιο συμβαίνει σήμερα και για τους 20ρηδες με το Πολυτεχνείο.

Το έχω δει στα παιδιά μου και τους φίλους τους. θέλουν τις ιστορίες, όχι το κάδρο.

Το Πολυτεχνείο έχει τα χρονάκια του, οι μύθοι γερνάνε κι αυτοί, αφού ευτυχώς οι κοινωνίες εξελίσσονται. Εάν και όποτε το χρειαστεί η κοινωνία θα το ανασύρει, τονίζοντας κάποια του εκδοχή, έτσι γίνονται οι επανεπισκέψεις στο παρελθόν.

Το αποχαιρετώ λοιπόν κι εγώ. Ως Γεγονός έχει πάρει τη θέση του στην Ιστορία, έχει παίξει τον ρόλο του στην Πολιτική.

ΥΓ1: Η αφήγηση δική μου. αν με τα χρόνια κάτι δεν θυμήθηκα σωστά, δεν χάλασε ο κόσμος.

Όπου μιλάω σε πρώτο πληθυντικό, δεν είναι γιατί εκπροσωπώ, αλλά γιατί θυμάμαι. Διάλεξα στιγμές, δανείστηκα αναμνήσεις με συγκατάθεση, όπου μπόρεσα, και το αναφέρω στο κείμενο.

Ονόματα δεν χρειάζονται, παραθέτω μόνο για όσους χάσαμε. Και την Ιωάννα, ήμασταν τυχεροί, είχαμε μια Πασιονάρια στο κίνημα. Και τον Νίκο, τον ξέρουν όλοι. Είχε την πιο νευραλγική θέση και ήταν ο κατάλληλος.

Δεν έχω μιλήσει ούτε γράψει ποτέ για το Πολυτεχνείο. δεν το συζητώ κιόλας. Είναι η πρώτη και τελευταία φορά.

ΥΓ2: Φυσικά και δεν ήταν όλοι/ες αριστεροί στο Πολυτεχνείο ούτε και από αριστερές οικογένειες, όπως εγώ. Παράλληλα οι περισσότεροι/ ες, με τους πατεράδες κυρίως, ένα θέμα το είχαμε. Ο Μάης του ’68, το Μπέρκλεϊ, η μουσική κι ο κινηματογράφος μάς είχαν ποτίσει. Ανακατεύτηκαν με το αντιδικτατορικό και τα επαναδιαπραγματευτήκαμε όλα, ρητά ή άρρητα, εκεί.

Παιδιά ενηλικιώθηκαν, ενήλικες αφυπνίστηκαν, ξανάνιωσαν και μεταμορφώθηκαν.

Όλα τα μετά δεν αφορούν τη «στιγμή».


O Γιάννης Αναστασάκος ήταν από τους πρωτεργάτες του αντιδικτατορικού φοιτητικού κινήματος και μέλος συντονιστικής Επιτροπής Κατάληψης του ΕΜΠ

Το παραπάνω κείμενο δημοσιεύτηκε στο βιβλίο «Πολυτεχνείο, 1973. Η φοιτητική εξέγερση», που κυκλοφόρησε στις 12 Νοεμβρίου αποκλειστικά με «Το Βήμα της Κυριακής» με την υπογραφή κορυφαίων ακαδημαϊκών, συγγραφέων και δημοσιογράφων και την επιστημονική επιμέλεια τριών διακεκριμένων επιστημόνων και ακαδημαϊκών (Β. Παναγιωτόπουλου, Γ. Βούλγαρη και Σ. Ριζά).