Βαθμολογία

5: εξαιρετική

4: πολύ καλή

3: καλή

2: ενδιαφέρουσα

1: μέτρια

0: απαράδεκτη

«Η χαμένη κόρη» («The lost daughter», ΗΠΑ/ Aγγλία/ Ελλάδα/ Ισραήλ, 2021)

Ένα από τα πιο όμορφα στοιχεία της ταινίας που σκηνοθέτησε η ηθοποιός Μάγκι Τζίλενχαλ, είναι ότι η κεντρική ηρωίδα της ιστορίας, η Λίντα (Ολίβια Κόλμαν) μια μοναχική και εντελώς αντικοινωνική Βρετανίδα γύρω στα 50 που κάνει διακοπές σε ένα ελληνικό νησί (η ταινία γυρίστηκε στις Σπέτσες), ναι μεν είναι ένα πρόσωπο με το οποίο οι θεατές συμπάσχουμε, όμως την ίδια στιγμή προτιμούμε να διατηρούμε σε απόσταση, καθώς υποκινούμενο από έναν βαθύτατα τραυματισμένο ψυχισμό, μπορεί να συμπεριφερθεί απρόβλεπτα, ως και επικίνδυνα.

Ο δαιδαλώδης γυναικείος ψυχισμός εξάλλου, όχι μόνο της Λίντα αλλά όλων των γυναικών που εμφανίζονται στην ταινία (και είναι αρκετές), αποτελεί το ουσιαστικό θέμα της και η Τζίλενχαλ το χειρίζεται υπογείως με άψογο τρόπο, σαν να την ενδιαφέρει η σκηνοθεσία του εσωτερικού του γυναικείου εγκεφάλου. Φυσικά, πατά γερά στα θεμέλια του δικού της σεναρίου, που είναι βασισμένο στο μπεστ σέλερ της Ελενα Φεράντε (εκδ. Καστανιώτης – διόλου τυχαία η ταινία βραβεύτηκε στο φεστιβάλ Βενετίας πέρσι για το σενάριό της και υπήρξε υποψήφια για Όσκαρ στην κατηγορία του καλύτερου σεναρίου βασισμένου σε ξένο υλικό).

Μια παρορμητική πράξη της Λίντα που αν και καταδικαστέα, έτσι όπως την χειρίστηκε την έχει μετατρέψει σε πρόσωπο της ημέρας, θα την φέρει κοντά σε μια παράξενη, σκοτεινή «οικογένεια» Αμερικανών τουριστών όπου και πάλι το κυρίαρχο στοιχείο είναι γυναικείο. Η Λίντα θα αποκτήσει στενή επαφή με την ατίθαση Νίνα (Ντακότα Τζόνσον), την μητέρα ενός νηπίου, την οποία η πρώτη «βλέπει» σαν κόρη αν και δεν μοιάζουν σε τίποτα. Οπότε ήδη έχουμε τον καμβά της ταινίας: δύο πολύ ενδιαφέρουσες πλευρές της σύγχρονης γυναίκας σε διαφορετικές ηλικίες, συν του χαρακτήρα της Τζέσι Μπάκλεϊ που υποδύεται την Λίντα σε νεότερη ηλικία και εμφανίζεται σε φλας μπακ, συν του χαρακτήρα της Νταγκμάρα Ντόμιντσικ  που υποδύεται μια άλλη δυναμική, παμπόνηρη, έγκυο γυναίκα στην ίδια παραλία (Κόλμαν και Μπάκλεϊ ήταν υποψήφιες για το Οσκαρ Α και Β ρόλου αντίστοιχα).

Το μυστικό που κρύβει η Λίντα είναι διπλό, το ένα σκέλος αφορά την ίδια και το παρελθόν της, το άλλο αφορά την οικογένεια που έχει γνωρίσει και το παρόν. Το αποτέλεσμα είναι ένα αόρατο αλλά εν τέλει συναρπαστικό κυνηγητό γάτας – ποντικού, μια πέρα για πέρα γυναικεία υπόθεση στην οποία το αρσενικό στοιχείο (Πίτερ Σάρσγκαρντ, Πολ Μεσκάλ, Τζακ Φάρδινγκ, Εντ Χάρις) δείχνει αδύναμο και ελάσσονος αν όχι μηδαμινής σημασίας · κάτι σαν το απαραίτητο κομμάτι του ντεκόρ.

Ακόμα και οι Σπέτσες, το φόντο που η Τζίλενχαλ επέλεξε για να κινηματογραφήσει της «Χαμένη κόρη», δεν έχει ίχνος τουριστικού κλισέ. Αντιθέτως, όλα τα στοιχεία του τοπίου και του κλίματος της ταινίας, η παραλία, η χώρα, οι δρόμοι, ο μουντός, συννεφιασμένος ουρανός, διακρίνονται από μια βαθιά αίσθηση μελαγχολίας όχι ανόμοιας με εκείνη του εσωτερικού κόσμου της Λίντα.

Βαθμολογία: 4

ΑΘΗΝΑ: ΦΙΛΟΘΕΗ – ΑΙΓΛΗ ΖΑΠΠΕΙΟΥ – ΜΠΟΜΠΟΝΙΕΡΑ – ΑΘΗΝΑΙΑ – ΜΑΡΓΑΡΙΤΑ – ΑΝΕΣΙΣ – ΑΚΤΗ – ΛΙΛΑ – ΠΑΝΑΘΗΝΑΙΑ – ΛΑΟΥΡΑ – TOWN CINEMAS – ΚΟΡΑΛΙ κ.α. ΘΕΣ/ΚΗ: ΕΛΛΗΝΙΣ

—————————————————–

«Μαϊσαμπέλ» («Maixabel», Ισπανία, 2021)

Το αδιανόητο μπορεί να γίνει εφικτό μόνο αν υπάρχει καλή θέληση και δύναμη ψυχής είναι σαν να λέει η διακεκριμένη στα βραβεία Γκόγια ταινία της Ισιάρ Μπολέιν, της οποίας ταινίες πολιτικού χαρακτήρα έχουμε δει στην Ελλάδα – την «Ελιά» και το «Πέρα από την βροχή» (η Μπολέιν είναι σύντροφος του Πολ Λάβερτι, στενού συνεργάτη και σεναριογράφου του Κεν Λόουτς). Και τι πιο αδιανόητο από το να καθίσουν στο τραπέζι και να κουβεντιάσουν πολιτισμένα η χήρα ενός πολιτικού με τον δολοφόνο του συζύγου της. Εκείνη, είναι η Μαϊσαμπέλ (Μπλάνκα Πορτίγιο), εκείνος είναι ο Ιμπόν (Λουίς Τοσάρ), μέλος της βασκικής αυτονομιστικής οργάνωσης  ΕΤΑ ο οποίος συμμετείχε στην δολοφονία του ανδρός της και εκτίει ποινή φυλάκισης.

Εχουν περάσει 11 χρόνια από την στιγμή της δολοφονίας και στην διάρκεια αυτών των χρόνων πολλά έχουν αλλάξει στον ψυχισμό και των δύο, όπως πολλά έχουν αλλάξει στην ίδια την ισπανική κοινωνία. Αλλά το μόνο που δεν θα αλλάξει ποτέ είναι ο πόνος της απώλειας και ίσως αυτό να είναι το «μάθημα» που η Μαϊσαμπέλ θέλει να δώσει στον Ιμπόν συναντώντας τον, παρά τις αντιρρήσεις της κόρης της, που παιδάκι ακόμη ένιωσε το μεγαλύτερο σοκ της ζωής της μαθαίνοντας για την δολοφονία του πατέρα της.

Χωρίς να υψώνει το δάχτυλο, με οικονομία χρόνου και με μια πραγματικά θαυμαστή λιτότητα, η Μπολέιν χειρίζεται το θέμα της με αξιοπρέπεια παρόμοια με εκείνη της κεντρικής ηρωίδας της. Τίποτα το θορυβώδες, τίποτα το κραυγαλέο · τα γεγονότα αρκούν (είναι μάλιστα πραγματική ιστορία) και όλα λέγονται στα βλέμματα. Συμφιλιωτική και με το αίσθημα της κατανόησης όλων των χαρακτήρων που την περιβάλλουν, η «Μαϊσαμπέλ» είναι υπόδειγμα πολιτικής ταινίας με παγκόσμιο ουμανιστικό αντίκτυπο.

Βαθμολογία: 3

ΑΘΗΝΑ: ΤΑΙΝΙΟΘΗΚΗ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ – ΚΑΡΜΕΝ – ΔΙΑΝΑ – ΑΤΕΝΕ – ΠΑΛΑΣ – ΦΛΕΡΥ κ.α.

———————————————————–

«Τρια πατώματα» (Te piani, Ιταλία, 2021)

Βαθιά ουμανιστικές, παλαιότερα πιο «μαύρες» και πιο χιουμοριστικές, εδώ και αρκετά χρόνια λιγότερο, οι ταινίες του Νάνι Μορέτι, του κορυφαίου αυτή την στιγμή,  κινηματογραφικού auteur της γειτονικής Ιταλίας, δεν χρειάζονται ιδιαίτερες συστάσεις. Αφηγούνται  ιστορίες της ιταλικής κοινωνίας, των ηθών και των παραδόσεων της, οι οποίες ενώ φαινομενικά δείχνουν «μικρές» και περιορισμένες, στην πραγματικότητα δεν είναι γιατί αφορούν ένα τεράστιο σύμπαν που ξεφεύγει από τα σύνορα της Ιταλίας και λέγεται ανθρώπινη ψυχή.

Στα «Τρια πατώματα» αρκετές διακυμάνσεις της ανθρώπινης ψυχής, από το πάθος μέχρι την ζήλεια, από την βαθιά αγάπη μέχρι την εκδίκηση κάνουν κυριολεκτικά …πάρτι. Μέσα από μια διαδρομή 15 περίπου ετών, η ταινία εξιστορεί τις ζωές τριών διαφορετικών οικογενειών που κατοικούν σε τρεις διαφορετικούς ορόφους μιας μικρής πολυκατοικίας σε ακριβή περιοχή της Ρώμης. Ένα ζευγάρι δικαστικών (Ν. Μορέτι – Μαργκαρίτα Μπούι) έχει προβλήματα επικοινωνίας με τον γιό του (Αλεσάντρο Σπερντούτι). Ένα νεότερο ζευγάρι (Ρικάρντο Σκαρμάτσιο – Eλενα Λιέτι) δεν μπορεί να καταλάβει αν η ανήλικη κόρη του έπεσε θύμα αποπλάνησης ενός ηλικιωμένου γείτονα στον ίδιο όροφο. Και μια νέα μητέρα (Ανα Ροχβάχερ) ζει μέσα σε οράματα και φαντασιώσεις, γεγονός που δυσκολεύει το έργο της ως μητέρα.

Ολοι αυτοί οι χαρακτήρες που εμφανίστηκαν για πρώτη φορά στο ομότιτλο μυθιστόρημα του ισραηλινού συγγραφέα Εσκόλ Νέβο (εκδ. Καστανιώτη) τοποθετούνται κάτω από το μικροσκόπιο ενός σκηνοθέτη που δείχνει αποφασισμένος να μην αφήσει τίποτ’ απ’ έξω ενώ «ξεδιπλώνει» όσο πιο λεπτομερώς μπορεί τις ζωές τους. Με υπομονή και σχολαστική προσοχή ο Μορέτι μπαίνει στα σπίτια των τριών αυτών οικογενειών και ξεγλιστρώντας μαεστρικά από την λογική της τηλε – σαπουνόπερας δίνει ζωή σε καταστάσεις που σε πολλούς θα φανούν οικείες αλλά κινούν το ενδιαφέρον, όπως μόνον η καθημερινότητα μπορεί να το κινήσει. Όπως πάντα ο σκηνοθέτης μπορεί να γίνει δυσάρεστος (το γεγονός και μόνο ότι η πρώτη σκηνή είναι ένα τροχαίο δυστύχημα λέει πολλά), να όμως που η αισιοδοξία του ποτέ δεν παραδίδει τα όπλα παρά το γεγονός ότι και από αυτή την ταινία απουσιάζει παντελώς το διακριτικό χιούμορ των πρώτων χρόνων του.

Βαθμολογία: 3 1/2

ΑΘΗΝΑ: ΑΕΛΛΩ – ΑΡΤΕΜΙΣ – ΘΗΣΕΙΟΝ (ΚΑΙ ΜΕ ΑΓΓΛΙΚΟΥΣ ΥΠΟΤΙΤΛΟΥΣ) – ΜΙΜΗΣ ΦΩΤΟΠΟΥΛΟΣ – ΟΝΑΡ – ΧΛΟΗ – ΚΗΦΙΣΙΑ κ.α. ΘΕΣ/ΚΗ: ΜΑΚΕΔΟΝΙΚΟΝ – ΝΑΤΑΛΙ

———————————————————–

ΕΠΑΝΕΚΔΟΣΕΙΣ

«Blow up» (1966, Αγγλία)

Ενώ μεγεθύνει μία ασπρόμαυρη φωτογραφία που τράβηξε σε κάποιο πάρκο του Λονδίνου, ένας διάσημος φωτογράφος (Ντέιβιντ Χέμινγκς), αντιλαμβάνεται ότι χωρίς να το καταλάβει, έγινε μάρτυρας δολοφονίας. Όμως τα στοιχεία που συγκεντρώνει αρχίζουν σιγά- σιγά να εξαφανίζονται και τελικά δείχνει να μην είναι σε θέση να ξεχωρίσει τις εντυπώσεις από την πραγματικότητα. Εμπνευσμένη από ένα διήγημα του Χ. Κοταδαρ («Las babas del Diablo»), αυτή η ταινία είναι πάνω απ’ όλα η διεισδυτική ματιά ενός σπουδαίου Ιταλού καλλιτέχνη, του Μικελάντζελο Αντονιόνι, πάνω στην ποπ κουλτούρα του Λονδίνου των swinging sixties.

Στιλάτη και εξαιρετικά μοντέρνα στην κινηματογραφηση της, η ταινία μέσα από τον φακό του Κάρλο ντι Πάλμα μας «ξεναγεί» σε «καπνισμένα» νάιτ κλαμπ, σε μουσικές σκηνές ψυχεδέλειας (εμφανίζεται το συγκρότημα The Yardbirds) και σε χώρους φωτογράφισης μόδας όπου ποζάρουν προκλητικά ηθοποιοί όπως η Σάρα Μάιλς, η Βερούσκα Φον Λέντορφ και η Τζέιν Μπίρκιν. Κάτι σαν femme fatale της ιστορίας, η Βανέσα Ρέντγκρεϊβ κρατά τον ρόλο της γυναίκας που πιέζει τον φωτογράφο για να της δώσει το φιλμ, ενώ το «μωρουδίστικο» πρόσωπο του Χέμινγκς (που με τα χρόνια «έσπασε» σε σημείο που δεν ήταν καν αναγνωρίσιμο), δείχνει απολύτως ταιριαστό για τον αθώο φωτογράφο ο οποίος βλέπει τις φωτογραφίες του που «φωτίζουν» μια σκοτεινή δολοφονία να τον εγκλωβίζουν μέσα σε έναν κόσμο ψέματος που τονίζει το υπαρξιακό αδιέξοδο του.

Καλλιτεχνικός θρίαμβος της χρονιάς της, η ταινία κέρδισε τον Χρυσό Φοίνικα στο Φεστιβάλ των Καννών και οδήγησε τον Ιταλό σκηνοθέτη για πρώτη φορά στις υποψηφιότητες των Οσκαρ (σκηνοθεσίας και σεναρίου).

Bαθμολογία: 4 ½

(δεν υπήρξε ενημέρωση για τις αίθουσες από την εταιρία διανομής)

——————————————

«Τζο ο Λεμονάδας» («Limonadovy Joe… Konska opera», Τσεχοσλοβακία, 1966). 

Αν και όχι ιδιαίτερα γνωστή στο ευρύ κοινό, αυτή η ταινία του Ολντριτς Λίπσκι έχει αποκτήσει cult χαρακτήρα γιατί είναι ένα από τα πιο παράξενα ευρωπαϊκά γουέστερν που γυρίστηκαν στην δεκαετία του 1960 και μάλιστα όχι στην Ιταλία ή την Ισπανία, χώρες όπου άνθισε το είδος αλλά στην Τσεχοσλοβακία! Είναι μάλιστα η μοναδική συμβολή αυτής της χώρας στο ευρωπαϊκό γουέστερν. Κάτι σαν μακρινός συγγενής του Ποπάι (που παίρνει δυνάμεις τρώγοντας σπανάκι), ο Τζο ο Λεμονάδας (Κάρελ Φιάλα) αποκτά την δική του δύναμη πίνοντας λεμονάδα! Οι περιπέτειές του από την στιγμή που τον ποτίζουν στα κρυφά με ουίσκι, ταλαντεύονται ανάμεσα στην σκληρή βία και το σουρεαλιστικό χιούμορ, ενώ όλη η ταινία, βουτηγμένη στην κιτρινωπή σέπια φωτογραφία του Βλάντιμιρ Νοβότνι έχει έναν ονειρικό χαρακτήρα. Ένα must για τους φαν του είδους αλλά μόνο για αυτούς.

Βαθμολογία: 3

ΑΘΗΝΑ: ΣΤΟΥΝΤΙΟ

Αποκλειστικά για το παιδί προβάλλονται τέλος τα κινούμενα σχέδια «Ουπς 2! Ο Νώε ξαναέφυγε…» (ΗΠΑ, 2022) των Τόμπι Γκένκελ, Σον Μακ Κόρμακ που είχαν σκηνοθετήσει και το πρώτο «Ουπς». Αγάπη, φιλία και συγχώρεση είναι τα συναισθήματα που η ταινία προασπίζει ακολουθώντας τις περιπέτειες τεσσάρων μικρών ζώων που θα βρεθούν εκτός κιβωτού και θα αναγκαστούν να τα βγάλουν πέρα μόνα τους…

Βαθμολογία: 2

(η ταινία προβάλλεται σε 60 αίθουσες της Ελλάδας)