Στις πρώτες μεταπολεμικές δεκαετίες, σε εκείνα τα χρόνια της μετεμφυλιακής ανασύνταξης και ανασυγκρότησης της χώρας, η εισαγωγή στα πανεπιστήμια αποτελούσε πόθο λαϊκό και όνειρο νεανικό.

Καθοδηγούσε τις νέες και τους νέους και βεβαίως κινητοποιούσε τις οικογένειές τους, ιδιαιτέρως τις φτωχότερες, που αναζητούσαν ένα καλύτερο μέλλον για τα παιδιά τους.

Το πτυχίο ήταν συνώνυμο προόδου, επαγγελματικής αποκατάστασης και κοινωνικής κινητικότητας, ισοδυναμούσε με διαβατήριο καλύτερης ζωής.

Στον καιρό της μεγάλης ανάπτυξης μάλιστα έλαβε χαρακτηριστικά πάνδημου αιτήματος, υιοθετήθηκε μαζικά από την ελληνική κοινωνία και πολιτική, επιβάλλοντας εν τέλει, το 1964, τη μεγάλη μεταρρύθμιση της δωρεάν παιδείας και της κατάργησης των διδάκτρων στα πανεπιστήμια.

Τότε επίσης ξεκίνησε μακρά διαδικασία αναγέννησης και εμπλουτισμού του ακαδημαϊκού χάρτη, επιτρέποντας τη δημιουργία πλήθους περιφερειακών πανεπιστημιακών ιδρυμάτων και εκατοντάδων νέων σχολών.

Με τον καιρό ωστόσο, όπως συνήθως συμβαίνει στη χώρα μας, το άλλοτε πάνδημο αίτημα κακοποιήθηκε, η ίδρυση νέων πανεπιστημίων και σχολών κατέστη μέρος της ακατάσχετης εκλογικής υποσχεσιολογίας που επικράτησε στα χρόνια της Μεταπολίτευσης, έφτασε να υπηρετεί περισσότερο οικονομικούς παρά ακαδημαϊκούς σκοπούς και στόχους.

Με αποτέλεσμα, προϊόντος του χρόνου, να επικρατήσει ένας ιδιότυπος παρακμιακός ελληνικός ακαδημαϊκός πληθωρισμός.

Σήμερα φυτοζωούν ανά την επικράτεια πάμπολλα πανεπιστημιακά τμήματα με πενιχρές ακαδημαϊκές επιδόσεις.

Ετησίως στο πλήθος των ανώτατων πανεπιστημιακών ιδρυμάτων εισάγεται σχεδόν το σύνολο των αποφοίτων της μέσης εκπαίδευσης.

Από αυτούς, σχεδόν το 30% δεν αποφοιτά. Υπάρχουν δε περιπτώσεις όπου μόλις το 3% των εισακτέων παίρνει πτυχίο!

Ας είμαστε ειλικρινείς: Κάθε χρόνο «παρκάρονται» στην κυριολεξία, σε αμφιβόλου ποιότητος πανεπιστημιακές σχολές, περίπου 20.000 νέοι, οι οποίοι ξοδεύουν και ξοδεύονται οι ίδιοι χωρίς αποτέλεσμα.

Χάνουν τρία-τέσσερα από τα πιο δημιουργικά τους χρόνια και στο τέλος εξέρχονται σε μια ιδιαιτέρως απαιτητική αγορά εργασίας ανειδίκευτοι και ανεπάγγελτοι, με μόνο εφόδιο το απολυτήριο Λυκείου.

Η στρέβλωση είναι προφανής, δεσμεύει και σχεδόν ακινητοποιεί τον ανθό της χώρας, δεν προσθέτει δυνάμεις και δυνατότητες, μάλλον αφαιρεί. Και γι’ αυτό δεν είναι ανεκτή.

Η ανώτατη εκπαίδευση χρήζει αλλαγής και μεταρρύθμισης.

Κατά καιρούς έχουν επιχειρηθεί κάποιες απόπειρες εξορθολογισμού. Ολες ωστόσο απέτυχαν. Προσέκρουσαν κυρίως σε τοπικιστικού χαρακτήρα αντιδράσεις.

Στην παρούσα φάση η ηγεσία του υπουργείου Παιδείας έχει υιοθετήσει ένα σχήμα συνδυασμένης μεταρρύθμισης, μέσω της καθιέρωσης ελάχιστης βάσης εισαγωγής στα ΑΕΙ. Διά του περιορισμού του αριθμού των εισακτέων και της ανακατεύθυνσης περίπου 20.000 αποφοίτων στην τεχνική εκπαίδευση επιδιώκονται συγχωνεύσεις τμημάτων, ανασύνταξη σχολών, ανασυγκρότηση ιδρυμάτων και, το κυριότερο, προικοδότηση σημαντικής μερίδας της νέας γενιάς με παραμελημένες και παρεξηγημένες δεξιότητες, τις οποίες χρειάζεται και δεν βρίσκει η ευρισκόμενη επίσης σε διαδικασία ανασυγκρότησης ελληνική οικονομία.

Το δυστύχημα είναι ότι και η τωρινή προσπάθεια συναντά τις συνήθεις αντιδράσεις. Τοπικοί βουλευτές και παράγοντες προτάσσουν τα στήθη τους, δεν αποδέχονται οποιαδήποτε απόπειρα αλλαγής και εξορθολογισμού, προτιμούν στο όνομα των όποιων τοπικών συμφερόντων την καθηλωτική ακινησία και απραξία, μη αντιλαμβανόμενοι το μέγεθος της ζημίας που προκαλούν.

Ουδείς ισχυρίζεται ότι το παρόν σχέδιο είναι πλήρες και επαρκές. Προφανέστατα χρειάζεται βελτιώσεις ακόμη και διορθώσεις. Ισως και υποστήριξη και πόρους προς τα δημόσια ΙΕΚ ώστε να καταστούν αξιόπιστα και ικανά να προσελκύσουν τους παγιδευμένους νέους. Και επιβάλλεται η ηγεσία του υπουργείου Παιδείας να εξαντλήσει δυνάμεις και δυνατότητες προς αυτή την κατεύθυνση.

Ωστόσο κάποια στιγμή είναι απαραίτητο να γίνει και ένα πρώτο αποφασιστικό μεταρρυθμιστικό βήμα, κοινώς μια νέα αρχή. Και αυτή είναι τώρα…

ΤΟ ΒΗΜΑ