• Αναζήτηση
  • Πυρετός μετά τον Αύγουστο για την αύξηση του κατώτατου μισθού

    Προσδοκίες αύξησης του κατώτατου μισθού καλλιεργεί η ηγεσία του υπουργείου Εργασίας, προσδιορίζοντας τον χρόνο επίτευξης μετά την ολοκλήρωση του προγράμματος, δηλαδή όταν η χώρα θα εισέρχεται σε μια μακρά προεκλογική περίοδο.

    Προσδοκίες αύξησης του κατώτατου μισθού καλλιεργεί η ηγεσία του υπουργείου Εργασίας, προσδιορίζοντας τον χρόνο επίτευξης μετά την ολοκλήρωση του προγράμματος, δηλαδή όταν η χώρα θα εισέρχεται σε μια μακρά προεκλογική περίοδο.
    Η «σταδιακή – προσεκτική – αύξηση του κατώτατου μισθού» αποτελεί το νέο αφήγημα της υπουργού κυρίας Εφης Αχτσιόγλου, το οποίο επαναλαμβάνει – σε τακτά χρονικά διαστήματα – από κοινού με την επιδιωκόμενη επαναφορά του προ μνημονίων status των συλλογικών συμβάσεων εργασίας.
    Ωστόσο η διαδικασία για την υιοθέτηση οποιασδήποτε αύξησης των κατώτατων αμοιβών – η οποία προβλέπεται σε νόμο του 2013 – είναι μακρά, χρονοβόρα και δεν μπορεί να ολοκληρωθεί πριν από τον Ιούνιο του 2019!
    Αξιοσημείωτο είναι ότι για να ισχύσουν οι αυξήσεις στα κατώτατα όρια εντός του 2018 θα έπρεπε η διαδικασία που προβλέπεται στο νέο νομικό καθεστώς να είχε ήδη εκκινήσει.

    Προσεκτικά βήματα

    Τις προηγούμενες ημέρες η υπουργός Εργασίας μιλώντας σε περιφερειακό συνέδριο προσδιόρισε το ενδεχόμενο αύξησης των κατώτατων αμοιβών «μετά το τέλος του προγράμματος», δηλαδή μετά τον Αύγουστο του 2018. Είπε συγκεκριμένα: «Σχεδιάζουμε και πιστεύουμε ότι θα μπορέσουμε να υλοποιήσουμε προσεκτικά, μετά το τέλος του προγράμματος, την αναπροσαρμογή του κατώτατου μισθού».
    Σήμερα ο κατώτατος μισθός είναι 586 ευρώ μειωμένος κατά 22% (από 751 ευρώ) από το 2012 (δεύτερο μνημόνιο). Με το ίδιο μνημόνιο μειώθηκε κατά 32% ο μισθός για τους νέους κάτω των 25 ετών (511 ευρώ), ενώ ταυτόχρονα καταργήθηκε η πυραμίδα των συμβάσεων, πάνω στην οποία είχε οικοδομηθεί το σύστημα των αμοιβών. Πριν από τις εκλογές του 2015 η κυβέρνηση είχε υποσχεθεί την επαναφορά του κατώτατου μισθού στα 751 ευρώ, κάτι που τελικώς δεν έγινε.
    Ακόμα και αν συμφωνηθεί – στο πλαίσιο της τέταρτης αξιολόγησης – κάτι ανάλογο με τους δανειστές, οι διαδικασίες θέσπισης προσδιορίζουν χρονικά την υλοποίησή τους το καλοκαίρι του 2019.

    Διαβούλευση

    Ο νόμος 4172 / 2013 προβλέπει ότι ο κατώτατος μισθός στην Ελλάδα ορίζεται από την κυβέρνηση ύστερα από διαδικασία διαβούλευσης με κοινωνικούς εταίρους και τεκμηριωμένη συνεκτίμηση των πραγματικών δεδομένων και δυνατοτήτων της οικονομίας και της απασχόλησης (ύψος ανεργίας και αύξηση της απασχόλησης).
    Την τελική ευθύνη καθορισμού του κατώτατου μισθού, με τη νέα διαδικασία, έχει ο εκάστοτε υπουργός Εργασίας, ο οποίος το τελευταίο δεκαπενθήμερο του Ιουνίου κάθε έτους θα καταθέτει πρόταση νόμου με το ύψος του κατώτατου μισθού που θα ισχύσει το επόμενο έτος. Θα έχει προηγηθεί διαβούλευση μεταξύ εργοδοτών, εργαζομένων, αλλά και επιστημονικών φορέων και θα έχει συνταχθεί σχετικό πόρισμα με προτάσεις, οι οποίες ωστόσο δεν θα έχουν δεσμευτικό χαρακτήρα για την τελική απόφαση του υπουργού Εργασίας.
    Θα πρέπει να σημειώσουμε ότι για τη διαμόρφωση του νέου κατώτατου μισθού θα λαμβάνονται υπόψη «η κατάσταση της οικονομίας, οι προοπτικές της για ανάπτυξη από την άποψη της παραγωγικότητας, των τιμών και της ανταγωνιστικότητας, της απασχόλησης, του ποσοστού της ανεργίας, των εισοδημάτων και μισθών».

    Η διαδικασία

    Βήμα προς βήμα η νέα διαδικασία για τον καθορισμό του κατώτατου μισθού έχει ως εξής:

    1.
    Διαβούλευση μεταξύ κυβέρνησης, κοινωνικών εταίρων αλλά και των επιστημονικών φορέων, συντονίζει τριμελής επιτροπή με πρόεδρο τον εκάστοτε πρόεδρο του Οργανισμού Μεσολάβησης και Διαιτησίας (ΟΜΕΔ) και δύο εκπροσώπους του υπουργού Οικονομικών του υπουργού Εργασίας. Οι «κοινωνικοί εταίροι» που λαμβάνουν μέρος στη διαβούλευση είναι οι οργανώσεις που υπέγραφαν την εθνική σύμβαση, δηλαδή η ΓΣΕΕ, ο ΣΕΒ, η ΓΣΕΒΕΕ και η ΕΣΕΕ, ενώ έχει προστεθεί και ο Σύνδεσμος Ελληνικών Τουριστικών Επιχειρήσεων (ΣΕΤΕ). Οι  επιστημονικοί ερευνητικοί και λοιποί φορείς που παρέχουν την επιστημονική συνδρομή τους είναι η Τράπεζα της Ελλάδος, η Εθνική Στατιστική Υπηρεσία, ο Οργανισμός Απασχόλησης Εργατικού Δυναμικού (ΟΑΕΔ), το Ινστιτούτο Εργασίας της ΓΣΕΕ – ΑΔΕΔΥ (ΙΝΕ-ΓΣΕΕ), το Ινστιτούτο ΙΜΕ-ΓΣΕΒΕΕ, το Ινστιτούτο Βιομηχανικών και Οικονομικών Ερευνών (ΙΟΒΕ), το Ινστιτούτο του ΣΕΤΕ, το Κέντρο Προγραμματισμού και Οικονομικών Ερευνών (ΚΕΠΕ), ο Οργανισμός Μεσολάβησης και Διαιτησίας (ΟΜΕΔ). Κατά τη διάρκεια της διαβούλευσης λαμβάνονται υπόψη η τρέχουσα κατάσταση της ελληνικής οικονομίας και οι προοπτικές της για ανάπτυξη από την άποψη της παραγωγικότητας, των τιμών και της ανταγωνιστικότητας, της απασχόλησης, του ποσοστού της ανεργίας, των εισοδημάτων και μισθών.

    2.
    Ως το τέλος του μηνός Μαρτίου κάθε έτους οι επιστημονικοί φορείς συντάσσουν έκθεση με την αξιολόγηση του ισχύοντος κατωτάτου μισθού και ημερομισθίου, και με τις εκτιμήσεις τους για την προσαρμογή του «στις επίκαιρες οικονομικές συνθήκες».

    3.
    Ακολουθεί η διαβούλευση, η οποία ολοκληρώνεται στις 31 Μαΐου κάθε έτους, με τη σύνταξη του τελικού πορίσματος διαβούλευσης. Σε αυτό καταγράφονται οι προτάσεις των κοινωνικών εταίρων, τα σημεία συμφωνίας τους, αλλά και οι διαφωνίες τους.

    4.
    Το πόρισμα υποβάλλεται στους υπουργούς Εργασίας και Οικονομικών ως τις 10 Ιουνίου κάθε έτους, ενώ κοινοποιείται στην Οικονομική και Κοινωνική Επιτροπή (ΟΚΕ) και στον Πρόεδρο της Βουλής. Ο υπουργός Εργασίας, ως το τέλος του Ιουνίου, υποχρεούται να φέρει στη Βουλή πρόταση νόμου με τον κατώτατο μισθό και ημερομίσθιο, «λαμβάνοντας υπόψη το πόρισμα διαβούλευσης».

    Η Ελλάδα η μόνη χώρα με μείωση αποδοχών στην κρίση

    Η Ελλάδα βρίσκεται περίπου στο μέσον των κρατών-μελών της Ευρωπαϊκής Ενωσης σε ό,τι αφορά το ύψος των κατώτατων αμοιβών, ενώ είναι η μοναδική χώρα που υπέστη μείωση στα κατώτατα όρια την περίοδο 2008-2018, δηλαδή την περίοδο της οικονομικής κρίσης.

    Στην Ευρωπαϊκή Ενωση οι κατώτατοι μισθοί κυμαίνονται από 261 ευρώ ο χαμηλότερος μισθός που είναι στη Βουλγαρία έως 1.999 ευρώ ο υψηλότερος στο Λουξεμβούργο.

    Σύμφωνα με τα στοιχεία της Eurostat του Ιανουαρίου 2018, 22 από τα 28 μέλη της ΕΕ διέθεταν εθνικούς κατώτατους μισθούς. Εξαίρεση αποτελούν οι Δανία, Ιταλία, Κύπρος, Αυστρία, Φινλανδία και Σουηδία.
    Επίσης, κατώτατο μισθό διαθέτουν όλες οι υποψήφιες για προσχώρηση στην ΕΕ χώρες, όπως Μαυροβούνιο, πΓΔΜ, Αλβανία, Σερβία και Τουρκία.

    Σε σύγκριση με το 2008, οι κατώτατοι μισθοί είναι υψηλότεροι σε όλα τα κράτη-μέλη που διαθέτουν εθνικό κατώτατο μισθό, εκτός από την Ελλάδα, όπου το συγκεκριμένο χρονικό διάστημα οι κατώτατες αμοιβές υπέστησαν μείωση κατά 14%.

    Με βάση το επίπεδο των κατώτατων μισθών, τα κράτη-μέλη μπορούν να ταξινομηθούν σε τρεις ομάδες:

    l Η πρώτη ομάδα περιλαμβάνει χώρες των οποίων οι μισθοί είναι χαμηλότεροι από τα 500 ευρώ. Σε αυτές περιλαμβάνονται οι Βουλγαρία (261 ευρώ), Ρουμανία (408), Λετονία (430), Λιθουανία (400), Τσεχία (478), Ουγγαρία (445), Κροατία (462) και Σλοβακία (480 ευρώ).

    l Η δεύτερη ομάδα περιλαμβάνει χώρες με μισθούς από 500 έως 1.000 ευρώ. Συγκεκριμένα: Εσθονία (500), Πολωνία (503 ευρώ), Πορτογαλία (677), Ελλάδα (684), Μάλτα (748), Σλοβενία (843) και Ισπανία (859 ευρώ).

    l Η τρίτη ομάδα περιλαμβάνει χώρες με μισθούς υψηλότερους των 1.000 ευρώ. Αυτές είναι: Ηνωμένο Βασίλειο (1.401 ευρώ), Γαλλία (1.498), Γερμανία (1.498), Βέλγιο (1.563), Ολλανδία (1.578), Ιρλανδία (1.614) και Λουξεμβούργο (1.999 ευρώ).

    Ολες οι υποψήφιες για ένταξη στην ΕΕ χώρες διαθέτουν κατώτατους μισθούς που ανήκουν στην πρώτη ομάδα και κυμαίνονται από 181 ευρώ στην Αλβανία έως 446 ευρώ στην Τουρκία.

    ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ

    Οικονομία
    Σίβυλλα
    Helios Kiosk