Αν μερικά χρόνια πριν κάποιος ισχυριζόταν ότι η περίπτωση της αυστριακής Ακροδεξιάς (FPÖ) που το 1999 κατέλαβε την πρώτη θέση στις εκλογές για το Εθνικό Συμβούλιο μπορούσε να επαναληφθεί ή να γενικευθεί, η πρόβλεψή του θα εκλαμβανόταν ως μια κινδυνολογική υπερευαισθησία ή αστήρικτη καταστροφολογία. Εξάλλου, μεμονωμένες εκλογικές επιτυχίες της Ακρας Δεξιάς, όπως εκείνη του Κόμματος της Προόδου στη Δανία το 1973, είχαν προϋπάρξει, χωρίς ωστόσο μια επιτυχημένη εκλογική εμφάνιση να συνεπάγεται την εδραίωσή τους στην κομματική σκηνή. Ακόμη και ο εκλογικός θρίαμβος του Ζαν-Μαρί Λεπέν στον πρώτο γύρο των προεδρικών εκλογών της Γαλλίας το 2002, παρά το σοκ που προκάλεσαν η συμμετοχή του στον δεύτερο γύρο και ο ταπεινωτικός αποκλεισμός του Λιονέλ Ζοσπέν από αυτόν, θεωρήθηκε αποτέλεσμα της χαμηλής συσπείρωσης των Κεντροδεξιών και της δραματικής εγκατάλειψης των Σοσιαλιστών από παραδοσιακούς εκλογείς τους (λαϊκά στρώματα, νέους, βιομηχανικούς εργάτες) παρά μια κατά κυριολεξία επικράτηση και συνειδητή επιλογή του Εθνικού Μετώπου.
Η εικόνα σήμερα στο δεξιό άκρο του κομματικού φάσματος, αλλά και σε μια νέα περιοχή της κομματικής σκηνής που προκύπτει από τη διασταύρωση ευρωπαϊκών-οικονομικών (ΕΕ, ΟΝΕ) και κοινωνικοπολιτικών διακυβευμάτων (μετανάστευση, μοντέλο διακυβέρνησης), προβάλλει διαφορετική: η επικράτηση του Brexit στο Ηνωμένο Βασίλειο όπου επιβλήθηκε η άποψη των Ευρωαρνητών του UKIP, η παρ’ ολίγον εκλογή του υποψηφίου του FPÖ στις πρόσφατες προεδρικές εκλογές στην Αυστρία, το δημοσκοπικό προβάδισμα της Μαρίν Λεπέν εν όψει των προεδρικών εκλογών στη Γαλλία, η στήθος με στήθος μάχη μεταξύ του νυν πρωθυπουργού της Ολλανδίας και του αντι-ισλαμιστή αρχηγού του ακροδεξιού PVV επιβεβαιώνουν ότι ο χώρος της λαϊκιστικής ριζοσπαστικής Δεξιάς έχει ενισχυθεί σημαντικά. Η εκλογική εκτόξευση των κομμάτων αυτού του χώρου δεν είναι συγκυριακή, δεν αποτυπώνει μόνο τις διαθέσεις διαμαρτυρίας του εκλογικού σώματος, ούτε περιορίζεται σε χώρες που βρίσκονται σε μετάβαση ή κρίση. Η δύναμη της λαϊκιστικής ριζοσπαστικής Δεξιάς εξακτινώνεται και εδραιώνεται, μάλιστα και σε χώρες με οικονομική ισχύ, πολιτική δύναμη και κοινωνική ειρήνη. Η άνοδος της Εναλλακτικής για τη Γερμανία (AfD) και του Λαϊκού Κόμματος στη Δανία (DF), η σταθεροποίηση σε υψηλά ποσοστά του Κόμματος της Προόδου στη Νορβηγία (FrP) και των Σουηδών Δημοκρατών (SD), για να αναφερθούμε σε ορισμένα παραδείγματα εκπροσώπων ενός «συμβατικού» ρεύματος της Ακρας Δεξιάς, καταδεικνύουν ότι συνολικά ο χώρος έχει επιβληθεί ως μια μη ευκαιριακή εκλογική εναλλακτική των ψηφοφόρων. Πού οφείλεται αυτό;
1. Παρότι ο χώρος της Ακρας Δεξιάς είναι αρχηγικός και τα κομματικά της μορφώματα έχουν ταυτιστεί με τα πρόσωπα των ιδρυτών τους, ωστόσο τα περισσότερα από αυτά έχουν αλλάξει αρχηγό αρκετές φορές ανανεώνοντας την ηγεσία τους. Η ανανέωση δεν αφορά μόνο τα πρόσωπα, αλλά και τις ηλικίες όπως και το φύλο των νέων αρχηγών. Μια νέα γενιά πολιτικής ελίτ που γεννήθηκε από τα τέλη της δεκαετίας του 1960 και μετά έχει πλέον αναδειχθεί, μεταξύ αυτής και αρκετές γυναίκες, γεγονός που διασκεδάζει τη μομφή περί ανδροκρατούμενων σχηματισμών που αναγνωρίζουν στις γυναίκες παραδοσιακούς ρόλους.
2. Ο χώρος της λαϊκιστικής ριζοσπαστικής Δεξιάς διακρινόταν ανέκαθεν από εσωτερικές ίντριγκες και διαμάχες. Καθένα από τα μορφώματα αυτά πορευόταν μέσα από καιροσκοπικές συνεργασίες, προβάλλοντας προς τα έξω την εικόνα τυχάρπαστων σχηματισμών, χωρίς συνοχή, αλλά και χωρίς ενδιαφέρον για την πέραν της εγχώριας πολιτική σκηνή. Στις ημέρες μας όμως η Ακρα Δεξιά της Λεπέν (FN), του Βίλντερς (PVV), της Πέτρι (AfD), του Στράχε (FPÖ), του Σαλβίνι (Lega Nord) λειτουργεί ως μια δικτύωση εντός της ΕΕ αλλά και πέρα από αυτήν. Η δικτύωση συγκροτήθηκε καιρό πριν από τις ευρωεκλογές του 2014 και αποκρυσταλλώθηκε θεσμικά με τη δημιουργία μιας πολιτικής ομάδας, της Ευρώπης των Εθνών και της Ελευθερίας, στην οποία μετέχουν 40 ευρωβουλευτές από εννέα χώρες της ΕΕ. Για έναν ολοένα αυξανόμενο αριθμό εκλογέων που ψηφίζει κόμματα της Ακρας Δεξιάς, το γεγονός ότι αυτά δείχνουν να διαθέτουν πολιτική και διαπραγματευτική ισχύ και έχουν λόγο στις ευρύτερες εξελίξεις δίνει συνέχεια και εδραιώνει μια τέτοια απόφαση ψήφου.
3. Ενα από τα αδύνατα σημεία του λαϊκιστικού ριζοσπαστικού χώρου ήταν η έλλειψη συνεκτικού πολιτικού αφηγήματος και προγραμματικής πρότασης. Τα κόμματα αυτού του χώρου ψηφίζονταν αρνητικά, για λόγους εκτόνωσης της δυσαρέσκειας του εκλογικού σώματος προς τις κατεστημένες δυνάμεις και το πολιτικό σύστημα. Ο ρόλος τους ως συλλέκτη της πολιτικής διαμαρτυρίας ως ένα σημείο εξακολουθεί να υφίσταται· το γεγονός ωστόσο ότι η Ακρα Δεξιά σε όλο το εύρος της έχει διαμορφώσει μια δική της πολιτική πλατφόρμα που διασυνδέει τις εναντιωματικές της πεποιθήσεις (το ότι δηλαδή είναι κατά των μεταναστών, της ΕΕ, του Ισλάμ, του κοινοβουλευτισμού, της παγκοσμιοποίησης, κ.λπ.) με αντίστοιχες αντιλήψεις σημαντικής μερίδας εκλογέων, την καθιστά μια επιλογή που αποκτά συνέχεια στις προτιμήσεις των ψηφοφόρων, οι οποίοι σταδιακά παγιώνουν μια τέτοια προτίμηση.
Μπροστά μας έχουμε τρεις σημαντικές εκλογικές αναμετρήσεις (Ολλανδία, Γαλλία, Γερμανία) και η έκβασή τους θα δείξει πόσο βαθμό συνέχειας και δέσμευσης έχει αποκτήσει η προτίμηση των εκλογέων για την Ακρα Δεξιά.
Η κυρία Βασιλική Γεωργιάδου είναι αναπληρώτρια καθηγήτρια Πολιτικής Επιστήμης στο Πάντειο Πανεπιστήμιο.

ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ