Δημοψήφισμα-παγίδα για τον Ματέο Ρέντσι

Αισθανόταν πως είναι άτρωτος ενώ τώρα βρίσκεται με την πλάτη στον τοίχο. Μερικούς μήνες αφότου ανέλαβε την εξουσία το 2014 μέσω ενός ενδοκομματικού πραξικοπήματος με θύμα τον Ενρίκο Λέτα, o Ματέο Ρέντσι

Αισθανόταν πως είναι άτρωτος ενώ τώρα βρίσκεται με την πλάτη στον τοίχο. Μερικούς μήνες αφότου ανέλαβε την εξουσία το 2014 μέσω ενός ενδοκομματικού πραξικοπήματος με θύμα τον Ενρίκο Λέτα, o Ματέο Ρέντσι επισήμανε, μεταξύ άλλων, ότι ήταν ο τέταρτος πρωθυπουργός της Ιταλίας μέσα σε διάστημα τριών ετών. «Δεν ξέρω αν αυτό είναι καλό ή κακό αλλά θεωρώ πως δεν θα δείτε κάποιον άλλον για μερικά χρόνια» είχε δηλώσει τότε με περίσσια σιγουριά στον βρετανικό «Observer». Ο επικεφαλής του κεντροαριστερού Δημοκρατικού Κόμματος (PD) πίστευε – και μαζί του και πολλοί Ιταλοί – ότι θα μπορούσε να εφαρμόσει τις απαραίτητες μεταρρυθμίσεις για τη μετάλλαξη της Ιταλίας ενώ έπειτα από τη σαρωτική επικράτησή του κόμματός του στις ευρωεκλογές, την ίδια χρονιά, όλα έδειχναν πως ο νεαρότερος ιταλός πρωθυπουργός από την ενοποίηση της χώρας, το 1861, θα παρέμενε για αρκετά χρόνια στη θέση του.
Σήμερα ωστόσο το μέλλον για τον πρώην δήμαρχο της Φλωρεντίας προβλέπεται κάθε άλλο παρά λαμπρό και διασφαλισμένο, αν όχι δυσοίωνο. Σε λίγους μήνες, μέσα στον Νοέμβριο κατά πάσα πιθανότητα, οι ιταλοί πολίτες θα προσέλθουν στις κάλπες στο πλαίσιο ενός δημοψηφίσματος για την αναθεώρηση του Συντάγματος με κύριο στόχο τον δραστικό περιορισμό των δικαιοδοσιών της Γερουσίας και του αριθμού των μελών της και την αλλαγή της διαδικασίας για την εκλογή του Προέδρου της Δημοκρατίας. Αλλά ενώ πριν από μερικούς μήνες η επικράτηση του «Ναι», ήτοι μια νίκη για τον Ματέο Ρέντσι, έμοιαζε ιδιαίτερα πιθανή, σήμερα η κατάσταση έχει περιπλεχθεί σε επικίνδυνο βαθμό για τον ιταλό πρωθυπουργό.
Αρχικά ο Ματέο Ρέντσι είχε δεσμευθεί ότι σε περίπτωση που δεν καταφέρει να πείσει τους Ιταλούς για την ανάγκη μεταρρύθμισης του Συντάγματος και επικρατήσει το «Οχι» θα παραιτηθεί από την πρωθυπουργία. Κατά τη διάρκεια αυτής της εβδομάδας ωστόσο δεν δίστασε να παραδεχθεί, αν και καθυστερημένα, πως έκανε λάθος να παρουσιάσει το δημοψήφισμα ως προσωπική υπόθεση. «Δεν πρόκειται για μια προσωπική μεταρρύθμιση, πρόκειται για τη μεταρρύθμιση που χρειάζεται η Ιταλία» δήλωσε ο ίδιος μιλώντας σε υποστηρικτές του στη Μόντενα, ενώ όταν ρωτήθηκε αν θα παραιτηθεί σε περίπτωση που ηττηθεί, απάντησε λακωνικά πως «θα κερδίσουμε».
Λαμβάνοντας ωστόσο υπόψη ότι – όπως ακριβώς συνέβη στη Βρετανία με το μοιραίο για τον Ντέιβιντ Κάμερον Brexit – πολλοί Ιταλοί εκλαμβάνουν το δημοψήφισμα ως ευκαιρία για να εκφράσουν τη γενικότερη δυσφορία τους για την κάστα των πολιτικών και τα πεπραγμένα της κυβέρνησης όσον αφορά την αναιμική ανάπτυξη της οικονομίας και την ολοένα εντεινόμενη προσφυγική κρίση, είναι ξεκάθαρο πως οι επόμενες εβδομάδες θα είναι ιδιαίτερα δύσκολες για τον ιταλό πρωθυπουργό. Δύο δημοσκοπήσεις που δημοσιεύθηκαν την επαύριον της έγκρισης της διεξαγωγής του δημοψηφίσματος από το ανώτατο δικαστήριο της Ιταλίας έδιναν το προβάδισμα στο «Οχι» με ποσοστό 52%.

«Το δημοψήφισμα αφορά μια ευρεία δέσμη μέτρων τα οποία δεν είναι εύκολα κατανοητά από τους ψηφοφόρους. Και, όπως μας δίδαξε το αποτέλεσμα του δημοψηφίσματος για το Brexit, όταν οι ευρωπαίοι ψηφοφόροι καλούνται να ψηφίσουν για σύνθετα και δυσνόητα ζητήματα, χρησιμοποιούν την ψήφο τους ως ένα μέσο να δείξουν την απογοήτευσή τους όσον αφορά τη λιτότητα και την αναποτελεσματικότητα των όποιων πολιτικών, τασσόμενοι κατά του πολιτικού κατεστημένου, ειδικά όταν ο θυμός τους εξάπτεται από την προπαγάνδα λαϊκιστικών κομμάτων όπως το Κίνημα Πέντε Αστέρων στην Ιταλία και το Κόμμα Ανεξαρτησίας της Βρετανίας»
επισήμανε μιλώντας στο «Βήμα» ο Τζέιμς Νιούελ, καθηγητής Πολιτικής Επιστήμης στο Πανεπιστήμιο του Σάλφορντ με ειδίκευση στην ιταλική πολιτική.
Αλλά πριν από τους ιταλούς ψηφοφόρους, ο Ματέο Ρέντσι καλείται να πείσει πρώτα αρκετά υψηλόβαθμα στελέχη του για την αναγκαιότητα των μεταρρυθμίσεων οι οποίες έχουν ήδη ψηφιστεί από το ιταλικό Κοινοβούλιο. Στο εσωτερικό του Δημοκρατικού Κόμματος τα πνεύματα είναι ιδιαίτερα τεταμένα, με την αριστερή, εσωκομματική, μειοψηφία να δηλώνει έτοιμη να ψηφίσει κατά της συνταγματικής αναθεώρησης. Αλλά δεν αποκλείεται η επίτευξη ενός συμβιβασμού. Αρκεί ο Ματέο Ρέντσι να αποδεχθεί την τροποποίηση του αποκαλούμενου Italicum, του νέου εκλογικού νόμου της Ιταλίας που εγκρίθηκε πέρυσι από τη Βουλή και τέθηκε σε ισχύ τον περασμένο Ιούλιο. Ο νέος αυτός νόμος διατηρεί την αρχή της αναλογικής κατανομής των εδρών, αλλά δίνει το 55% των εδρών στο κόμμα που αποσπά πάνω από το 40% των ψήφων. Σε αντίθετη περίπτωση, τα δύο πρώτα κόμματα οδηγούνται σε δεύτερο γύρο. Αυτό που κυρίως ζητούν οι αριστεροί αντάρτες του κεντροαριστερού Δημοκρατικού Κόμματος είναι το πριμ των εδρών να δίνεται σε πολιτικές συμμαχίες και όχι σε μεμονωμένα κόμματα.

ΟΙ ΣΥΝΕΠΕΙΕΣ
Αν ο Ματέο Ρέντσι χάσει το στοίχημα που ο ίδιος έβαλε, οι συνέπειες θα είναι στην καλύτερη περίπτωση απρόβλεπτες τόσο για τον ίδιο όσο και για την Ιταλία. Και, πράγματι, αποτελεί γεγονός πως η επικράτηση του «Οχι» θα μπορούσε να ανοίξει τον δρόμο για τη διεξαγωγή πρόωρων εκλογών, ενώ ύστερα από την επιτυχία που σημείωσε το λαϊκίστικο, ευρωσκεπτικιστικό και ενάντια στο πολιτικό κατεστημένο Κίνημα Πέντε Αστέρων του Μπέπε Γκρίλο στις δημοτικές εκλογές του περασμένου Ιουνίου, κερδίζοντας μεταξύ άλλων τη δημαρχία της Ρώμης και του Τουρίνου, κανείς δεν μπορεί να αποκλείσει το ανησυχητικό ενδεχόμενο να βρεθεί στην εξουσία το κόμμα του ιταλού κωμικού. Το επιβεβαίωσε μάλιστα και ο ίδιος ο Ρέντσι μιλώντας στο αμερικανικό CNBC. «Κοιτώντας τις δημοσκοπήσεις (γίνεται αντιληπτό πως) βρισκόμαστε σε μια κατάσταση όπου ενδεχομένως να επιτραπεί στο Κίνημα Πέντε Αστέρων να ηγηθεί αυτής της χώρας. Οι πολίτες πρέπει να καταλάβουν τι σημαίνει το “Οχι” – το μάθαμε αυτό στη Βρετανία» επισήμανε.

Λάουρα Πολβεράρι, ερευνήτρια στο Πανεπιστήμιο Στραθκλάιντ της Γλασκώβης
«Ενδέχεται οι Ιταλοί να επιλέξουν να κάνουν ένα άλμα πίστης στο άγνωστο»

«Αν μπορούμε να διδαχθούμε κάτι από το πρόσφατο δημοψήφισμα για το Brexit είναι ότι οι άνθρωποι ενδέχεται να προτιμήσουν να κάνουν ένα άλμα πίστης στο άγνωστο παρά να συνεχίσουν να βιώνουν μια κατάσταση με την οποία αισθάνονται δυστυχισμένοι»
δηλώνει στο «Βήμα» η Λάουρα Πολβεράρι, ερευνήτρια στο Κέντρο Μελετών Ευρωπαϊκών Πολιτικών στο Πανεπιστήμιο Στραθκλάιντ της Γλασκώβης. Σύμφωνα με την ιταλίδα ακαδημαϊκό «το αποτέλεσμα του δημοψηφίσματος παραμένει ρευστό και αυτό που ενδεχομένως να υπερεκτιμά ο Ματέο Ρέντσι είναι η σημασία που αποδίδει ο μέσος Ιταλός στην κυβερνητική σταθερότητα η οποία δεν εκλαμβάνεται απαραιτήτως ως ένα θετικό στοιχείο αν οι ενέργειες της κυβέρνησης και οι συνέπειές τους είναι αρνητικές. Κάποιες από τις πρόσφατες μεταρρυθμίσεις του Ρέντσι – στην εκπαίδευση, στον δημόσιο τομέα κ.α. – άφησαν μια πικρία στο στόμα πολλών Ιταλών, ενώ οι επιπτώσεις της οικονομικής κρίσης εξακολουθούν να πλήττουν επίσης πολλούς».

Ποιες θα είναι οι επιπτώσεις για τον ιταλό πρωθυπουργό σε περίπτωση επικράτησης του «Οχι»;
«Ο Ματέο Ρέντσι έριξε μεγάλο βάρος στο επικείμενο δημοψήφισμα, μετατρέποντάς το σε μείζον ζήτημα της κυβερνητικής του θητείας και συνδέοντας την επιτυχία ή την αποτυχία του με τη δική του επιτυχία ή αποτυχία ως πολιτικού, ηγέτη κόμματος και πρωθυπουργού. Τον Μάιο, πριν από τις δημοτικές εκλογές – οι οποίες αποτέλεσαν μια αποτυχία για τον ίδιο και το κόμμα του -, δήλωσε ξεκάθαρα πως αν χάσει το δημοψήφισμα θα πάει στο σπίτι του. Στόχος αυτής της κίνησης ήταν όχι μόνο η άσκηση πίεσης στους ψηφοφόρους – μέσω της απειλής περί ακυβερνησίας της Ιταλίας στην περίπτωση πτώσης της κυβέρνησης – αλλά και η ισχυροποίηση της θέσης του. Αν και κέρδισε τις εσωκομματικές εκλογές (για τη θέση του γραμματέα του Δημοκρατικού Κόμματος), ο Ρέντσι: (i) δεν κατέχει έδρα στο ιταλικό Κοινοβούλιο, (ii) δεν ανήλθε στην εξουσία ύστερα από μια εκλογική νίκη του κόμματός του, (iii) η εσωκομματική μειοψηφία αντιτάχθηκε σε πολλές από τις ενέργειές του, (iv) παραμένει στην εξουσία με βάση μια κυβερνητική πλειοψηφία που μπορεί να χαρακτηριστεί επισφαλής. Οπότε η ενδεχόμενη ισχυρή λαϊκή υποστήριξη στο δημοψήφισμα θα παράσχει στον Ρέντσι ένα όπλο κατά της εσωκομματικής μειοψηφίας αλλά και την πολιτική ισχύ για να συνεχίσει το φιλόδοξο, αν και αμφιλεγόμενο, μεταρρυθμιστικό του σχέδιο. Η μετατροπή ωστόσο του δημοψηφίσματος σε προσωπική υπόθεση σημειώθηκε σε μια περίοδο κατά την οποία η νίκη ήταν ιδιαίτερα πιθανή για το στρατόπεδο του «Ναι». Δυστυχώς όμως για τον Ρέντσι η κατάσταση άλλαξε σταδιακά. Οπότε το πολιτικό στοίχημα που έβαλε ενδέχεται να επιφέρει τα αντίθετα αποτελέσματα. Σε περίπτωση που οι Ιταλοί απορρίψουν τη μεταρρύθμιση, η κυβέρνηση θα πέσει, είτε ο Ρέντσι επιλέξει είτε αναγκαστεί να παραιτηθεί».
Ποια η σημασία που αποδίδει ο ιταλικός λαός στο δημοψήφισμα;
«Δεν είμαι σίγουρη αν το δημοψήφισμα θα κινητοποιήσει τους Ιταλούς. Θα μπορούσαν κάλλιστα να μην ενδιαφερθούν. Πολλοί Ιταλοί εξακολουθούν να αισθάνονται τις επιπτώσεις της οικονομικής κρίσης και των συνακόλουθων προγραμμάτων λιτότητας, και έχουν πιο συγκεκριμένα ζητήματα στο κεφάλι τους, όπως η εργασιακή ανασφάλεια, η μείωση του πραγματικού διαθέσιμου εισοδήματος των νοικοκυριών, η απασχόληση και οι προοπτικές για το μέλλον των νεότερων γενεών. Το αν θα παραμείνουν απαθείς ή θα συμμετάσχουν στο δημοψήφισμα θα εξαρτηθεί σε μεγάλο βαθμό από την ικανότητα του στρατοπέδου που τάσσεται υπέρ του «Οχι» να κινητοποιήσει τους υποστηρικτές του. Οσον αφορά τoν Ρέντσι, εργάστηκε σκληρά για να τονίσει τον φιλολαϊκό χαρακτήρα της συνταγματικής μεταρρύθμισης επισημαίνοντας την υποτιθέμενη εξοικονόμηση πόρων που αυτή συνεπάγεται και θα επιτευχθεί μέσω του περιορισμού των πολιτικών δαπανών. Μπορεί ωστόσο να υποστηριχθεί ότι πολλοί Ιταλοί θεωρούν πως ο Ρέντσι ανήκει στην κάστα των πολιτικών που δεν είναι τόσο «αγνοί». Αρκετοί θα μπορούσαν απλώς να μην τσιμπήσουν το λαϊκιστικό δόλωμά του».

ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ

Ακολουθήστε στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, από
Κόσμος
ΒΗΜΑτοδότης
Σίβυλλα
Helios Kiosk