• Αναζήτηση
  • Αλι Σμιθ: Κανείς μας δεν είναι μόνο ένα πράγμα

    Το σπίτι της Αλι Σμιθ στο Κέιμπριτζ της Αγγλίας, όπου συζεί με τη σύντροφό της, την κινηματογραφίστρια Σάρα Γουντ, έχει γεμίσει γατάκια τούτη την εποχή.

    ΑΛΙ ΣΜΙΘ
    Πώς να είσαι δύο

    Μετάφραση Νίκος Α. Μάντης.
    Εκδόσεις Καστανιώτη, 2015,
    σελ. 350, τιμή 19,17 ευρώ

    Το σπίτι της Αλι Σμιθ στο Κέιμπριτζ της Αγγλίας, όπου συζεί με τη σύντροφό της, την κινηματογραφίστρια Σάρα Γουντ, έχει γεμίσει γατάκια τούτη την εποχή. «Πριν από μερικές εβδομάδες γέννησε μία από τις γάτες μας. Είναι όμως καλοκαίρι πλέον και παρότι δουλεύω ακόμη σκληρά – δεν έχει διακοπές ως τον Αύγουστο! – σκέφτομαι τον ήλιο, την επιστροφή στην Ελλάδα, όλους τους φίλους στα Χανιά που μου έχουν λείψει» είπε στο «Βήμα» η 53χρονη σκωτσέζα συγγραφέας, λάτρις της Ελλάδας και πιο συγκεκριμένα της Κρήτης.

    Το νησί το έχει επισκεφθεί πολλές φορές. «Ακόμη θυμάμαι τη στιγμή που τα πίναμε στο μαγαζί της Καρμέλας και συζητούσαμε τη σημασία της λέξης «φιλοξενία». Είναι αυτή η αγάπη για τον ξένο, το να καλοδέχεσαι τον Αλλον. Αυτή είναι, πιστεύω, η βάση κάθε ιστορίας και έτσι θα είναι πάντοτε» συνέχισε η ίδια, που παρακολουθεί την κρίση στη χώρα μας.
    Βραβεύσεις


    Με το νέο της μυθιστόρημα υπό τον τίτλο «Πώς να είσαι δύο» («How to be both») η Αλι Σμιθ απέσπασε τα βραβεία Costa και Goldsmiths το 2014, ενώ βρέθηκε στις βραχείες λίστες του περσινού Man Booker Prize και του εφετινού Folio Prize. Ως επιστέγασμα όλων αυτών των διακρίσεων απέσπασε στις αρχές Ιουνίου και το Baileys Women’s Prize for Fiction για το 2015, ένα σημαντικό βραβείο (το πρώην Orange Prize for Fiction), που τιμά και προωθεί τη γυναικεία λογοτεχνία σε παγκόσμια κλίμακα.
    Η ενθουσιώδης πρόεδρος της κριτικής επιτροπής Σάμι Τσακραμπάρτι αποκάλεσε την Αλι Σμιθ «λογοτεχνική ιδιοφυΐα», προέβλεψε ότι «θα διαβάζεται και σε εκατό χρόνια», ενώ χαρακτήρισε το μυθιστόρημά της ένα «τρυφερό, πνευματώδες και ευφυές βιβλίο για τη θλίψη, την αγάπη, τη σεξουαλικότητα και την ανθρώπινη ταυτότητα που αλλάζει». Δεν παρέλειψε μάλιστα να αναφερθεί στη φυσικότητα με την οποία η συγγραφέας μεταβαίνει από διαχρονικά θέματα σε επίκαιρα ζητήματα, από την κλασική τέχνη λ.χ. στις πλέον σκοτεινές όψεις της ψηφιακής τεχνολογίας. Και εδώ που τα λέμε, δεν είναι καθόλου τυχαίο που έχουν χρίσει την Αλι Σμιθ εδώ και αρκετά χρόνια «διάδοχο της Βιρτζίνια Γουλφ» στο Ηνωμένο Βασίλειο, τηρουμένων πάντοτε των αναλογιών.
    «Οταν γράφεις βιβλία, τα βραβεία σου φαίνονται μονίμως απροσδόκητα. Ωστόσο είμαι πολύ χαρούμενη που κέρδισα το συγκεκριμένο διότι πριν από μια εικοσαετία και πλέον είχα βρεθεί σε μια εκδήλωση όπου προβληματισμένοι οι συμμετέχοντες ρωτούσαν το κοινό αν έπρεπε να θεσπιστεί ένα ακραιφνώς γυναικείο βραβείο. Η συζήτηση είχε ως αφορμή το γεγονός ότι το τελευταίο μεγάλο μυθιστόρημα της Αντζελα Κάρτερ «Wise Children» (Σοφά παιδιά) είχε αγνοηθεί παντελώς από την επιτροπή του βραβείου Booker. Τότε, μόλις το άκουσα, σκέφτηκα ότι ήταν μια ωραία ιδέα! Τα βραβεία όμως έχουν να κάνουν και με διάφορες συμπτώσεις. Σ’ αυτή την περίπτωση ήμουν τυχερή. Είναι όμορφο αυτό. Τώρα όμως πρέπει να επιστρέψω σε ό,τι πραγματικά χρειάζεται κανείς την καλή τύχη: τη συγγραφή του νέου μου βιβλίου» σχολίασε με μετριοφροσύνη η Αλι Σμιθ.
    Δύο αλληλένδετες ιστορίες


    Το «Πώς να είσαι δύο» είναι ένα μυθιστόρημα που αποτελείται από δύο αυτόνομες και ταυτοχρόνως αλληλένδετες ιστορίες. Ακούγεται κάπως οξύμωρο, όμως δεν είναι. Και εδώ έγκειται ο δημιουργικός πειραματισμός της Αλι Σμιθ με τη φόρμα, που δεν είναι ούτε αχρείαστος ούτε εξεζητημένος ούτε ενοχλητικός, αλλά αντιθέτως προσδίδει στο βιβλίο της μια φρεσκάδα, μια ζωντάνια.
    Οι δύο ιστορίες (ενός αναγεννησιακού ζωγράφου του 15ου αιώνα και μιας σημερινής έφηβης στη Βρετανία) συγκλίνουν κάποια στιγμή αναπάντεχα και ο αναγνώστης έχει εκ των υστέρων την παράξενη αίσθηση ότι καθώς διάβαζε τη μία η άλλη αναπτυσσόταν σε ένα παράλληλο και παραδόξως συγχρονικό σύμπαν! Κάτι που, αν το δούμε απολύτως πρακτικά, ασφαλώς δεν μπορεί να γίνει, διότι, όπως αναφέρει σχολαστικά και μία από τις ηρωίδες του μυθιστορήματος, «θα ήταν σαν να διαβάζεις ένα βιβλίο που οι γραμμές έχουν τυπωθεί η μία πάνω στην άλλη, λες και κάθε σελίδα είναι στ’ αλήθεια δύο σελίδες, που η μία έχει μπει πάνω στην άλλη, με τρόπο που καμιά τους να μη διαβάζεται».
    Οι εκδόσεις Καστανιώτη (που επαναφέρουν την Αλι Σμιθ στα εγχώρια βιβλιοπωλεία ύστερα από πέντε χρόνια) τύπωσαν την ελληνική έκδοση του μυθιστορήματός της όπως ακριβώς κυκλοφόρησε αυτό και στην αγγλόφωνη αγορά: οι αναγνώστες, ανάλογα με το ποιο αντίτυπο επιλέγουν τυχαία, διαβάζουν το βιβλίο είτε αρχίζοντας με τις καλλιτεχνικές περιπέτειες του Φραντσέσκο ντελ Κόσα στην Ιταλία είτε με την ιστορία της ανήσυχης Τζορτζ που προσπαθεί να ξεπεράσει τον ξαφνικό θάνατο της μητέρας της Κάρολ Μαρτινό, μιας «αντάρτισσας» του Διαδικτύου και του συστήματος. Στο τέλος δεν έχει και τόση σημασία ποια διαβάζουν πρώτη και ποια δεύτερη, σημασία έχει να διαβάσουν και τις δύο ιστορίες, μόνο τότε αποκτούν άλλωστε συνολική εικόνα του νέου εγχειρήματος της εύστροφης συγγραφέως.
    Η τεχνική της νωπογραφίας


    Ολα ξεκίνησαν όταν η Αλι Σμιθ, ξεφυλλίζοντας ένα τεύχος του καλλιτεχνικού περιοδικού «Frieze», έπεσε πάνω σε μια φωτογραφημένη νωπογραφία του βρίσκεται στο Παλάτσο ντι Σκιφανόια της Φεράρας, την εικόνα ενός ρακένδυτου αλλά αγέρωχου άνδρα που είχε φιλοτεχνήσει ο Φραντσέσκο ντελ Κόσα. Η ίδια εντυπωσιάστηκε, κατάλαβε αίφνης ότι έγραφε «το λάθος βιβλίο» και επιπλέον ταξίδεψε επί τόπου για να δει το εν λόγω έργο από κοντά (αν και υπάρχουν ορισμένα και στην Εθνική Πινακοθήκη του Λονδίνου). Προτού αρχίσει να γράφει το μυθιστόρημά της διάβασε πολλές μελέτες για τις τέχνες στην ιταλική Αναγέννηση. Επειτα, όπως εξήγησε στο «Βήμα», άρχισε να σκέφτεται την τεχνική αλλά και τη «δομή» της νωπογραφίας ή του fresco (μέθοδος ζωγραφικής σε τοίχο στην οποία χρησιμοποιούνται υδροχρώματα επάνω στη νωπή ακόμη επιφάνεια του ασβεστοκονιάματος).
    «Το fresco συνιστά ένα κανονικό κομμάτι του τοίχου, της όλης δομής φανταστείτε, ένα κομμάτι όμως που είναι περισσότερο μέσα παρά επάνω στην επιφάνεια η οποία ζωγραφίζεται. Αν, δηλαδή, αρχίσουμε να «ξεφλουδίζουμε» τον τοίχο, αν αποκολλήσουμε την πρώτη του επίστρωση, παρατηρούμε πολλές φορές ότι από κάτω υπάρχουν προκαταρκτικά ή προγενέστερα σχέδια του ίδιου έργου, σχέδια που ναι μεν διαφέρουν αλλά συχνότατα συνδέονται και «επικοινωνούν» με αυτό που βλέπουμε εμείς ως τελική εκδοχή της νωπογραφίας. Γράφοντας το βιβλίο ήθελα να αναδείξω τις έννοιες της επιφάνειας και του βάθους στην τέχνη, όπως και τη διάσταση του χρόνου. Και επειδή ανέκαθεν με απασχολούσαν τα γόνιμα πεδία όπου διασταυρώνονται οι διαφορετικές καλλιτεχνικές φόρμες, θέλησα ακριβώς να μεταφέρω, να εφαρμόσω αν θέλετε, την τεχνική της νωπογραφίας στο μυθιστόρημα. Εχω την εντύπωση ότι εντόπισα σ’ αυτή την παλιά τεχνική ένα εγγενές χαρακτηριστικό της ίδιας της αφηγηματικής τέχνης: αυτό σχετίζεται με κάτι που δεν αρθρώνεται ποτέ στην ιστορία, κάτι καλυμμένο που βρίσκεται πάντοτε κάτω από την επιφάνεια (των όσων αρθρώνονται), ένα πριν και ένα μετά σε μια κατάσταση συγχρονισμού, το ένα ορατό, το άλλο όχι, ανάλογα με το πού βρίσκεται κανείς σε σχέση με την ιστορία» σημείωσε η Αλι Σμιθ, που πιστεύει ότι κάθε ιστορία (story) συνταξιδεύει με μια υπο-ιστορία (substory), ό,τι δηλαδή περιέγραψε παραπάνω.
    Το πρόβλημα της μυθοπλασίας


    Στο μυαλό της όμως δεν είχε μόνο αυτό. «Επίσης προσπάθησα να ανταποκριθώ σε κάτι που έγραψε ο μεγάλος πορτογάλος λογοτέχνης Ζοζέ Σαραμάγκου στο μυθιστόρημά του «Η πέτρινη σχεδία» αναφορικά με τους συγγραφείς, την αιτιότητα και τον χρόνο, να διερευνήσω το πρόβλημα που έχει η μυθοπλασία να αναπαραστήσει αυτό που λέμε συγχρονικότητα της ζωής: στη ζωή όλα συμβαίνουν ταυτοχρόνως, στη λογοτεχνία όμως δεν γίνεται να μην υπάρχει αιτιοκρατία, αυτό είναι άλλωστε που καθιστά το μυθιστόρημα μια «φόρμα ηθικής», κοινωνικά και χρονολογικά προσδιορισμένη. Σ’ αυτό λοιπόν το βιβλίο που μιλάει ευρύτερα για τη συνεκτικότητα και τον κατακερματισμό – όπου η Ιβηρική χερσόνησος αποκόπτεται γεωγραφικά από την Ευρώπη και αρχίζει να πλέει ως άλλη σχεδία προς την Αμερική! – ο νομπελίστας εκφράζει μια κάποια λύπη που οι συγγραφείς δεν μπορούν να κάνουν ό,τι κάνουν λ.χ. οι τραγουδιστές της όπερας, που αναμειγνύουν από κοινού τις φωνές τους μέσα στην ίδια τη συγχρονικότητα του καλλιτεχνικού συμβάντος. Συλλογιζόμενη όλα αυτά, ήθελα με το «Πώς να είσαι δύο» να φανερώσω τους τρόπους με τους οποίους το παρελθόν, το παρόν και το μέλλον, όλα αυτά μαζί, είναι συγχρονικά στην ουσία, να πω ότι όλα συνδέονται τόσο άρρηκτα και τόσο απίθανα μεταξύ τους, ότι δεν είναι ξέχωρα, και ότι αυτό δεν ισχύει μόνο για εμάς σήμερα αλλά ισχύει διαχρονικά» υπογράμμισε η Αλι Σμιθ.
    Τι είναι όμως αυτό που κάνει τον Φραντσέσκο ντελ Κόσα τόσο ξεχωριστό ώστε να (συμ)πρωταγωνιστεί σε ένα μυθιστόρημα του 21ου αιώνα, στο οποίο μάλιστα δεν είναι αγόρι αλλά ένα κορίτσι που μεταμφιέζεται για να κάνει αυτό που αγαπά; Μήπως, ρωτήσαμε τη συγγραφέα, το γεγονός ότι δεν έχουμε πολλά στοιχεία γι’ αυτόν τον καθιστά πιο ελκυστικό ως επινοημένο χαρακτήρα; «Πράγματι δεν ξέρουμε σχεδόν τίποτα γι’ αυτόν, ό,τι ξέρουμε για τη ζωή του είναι καθαρά θέμα τύχης. Τα βιογραφικά του στοιχεία δεν ξεπερνούν μια μικρή παράγραφο. Γνωρίζουμε, ευτυχώς, την τέχνη που άφησε πίσω του. Αλλά διαθέτουμε και μια εκπληκτική χειρόγραφη επιστολή που έστειλε ο ίδιος στον Δούκα της Φεράρας, με την οποία του ζητεί να τον αναγνωρίσει καλλιτεχνικά και να αυξήσει την αμοιβή του! Εχουμε την απόδειξη ενός καλλιτέχνη που διεκδικεί την αξιοπρέπειά του. Είχα, επομένως, τη φωνή του, λεπτεπίλεπτα υπαινικτική αλλά αρκετά αποκαλυπτική για μια ανθρώπινη φύση τόσο παιγνιώδη, ταλαντούχα, θαρραλέα αλλά και ματαιόδοξη. Ο,τι χρειάζομαι συνήθως για μια ιστορία είναι μια φωνή και η φωνή του Φραντσέσκο είναι η υπέροχη φωνή μιας χαμένης ζωής».

    «Οι ταινίες της Βουγιουκλάκη μου θυμίζουν τον Ντίκενς»
    Το 2012 η Αλι Σμιθ εξέδωσε ένα βιβλίο υπό τον τίτλο «Artful», όπου συσσωμάτωσε τέσσερις διαλέξεις (για τις τέχνες και τη λογοτεχνία) που έδωσε στο Πανεπιστήμιο της Οξφόρδης.
    Το ενδιαφέρον είναι ότι τα δοκίμια αυτά συνδέονται (και πάλι) από έναν επινοημένο χαρακτήρα. Το ακόμη πιο ενδιαφέρον (για ένα ελληνικό μάτι) είναι το εξώφυλλο: η Αλίκη Βουγιουκλάκη σε μια σκηνή από την ταινία «To κλωτσοσκούφι».
    Η συγγραφέας ήλθε για πρώτη φορά σε επαφή με το ταλέντο της ελληνίδας ηθοποιού στη δεκαετία του 1990, στη διάρκεια των πασχαλινών της διακοπών στην Κρήτη. «Εκανα ζάπινγκ στην τηλεόραση και ξαφνικά έπεσα πάνω σε ό,τι άρχισε να με κερδίζει ως μια πολύχρωμη και εύθυμη ιστορία μιας ξανθιάς κοπέλας, γλυκιάς και χαριτωμένης, η οποία για κάποιον λόγο έχει επιβιβαστεί κρυφά σε ένα πολεμικό πλοίο που είναι γεμάτο ναύτες! Δεν είχα ιδέα περί τίνος επρόκειτο (σ.σ.: η ταινία «Η Αλίκη στο Ναυτικό»), αλλά μου άρεσε πολύ.
    Η μουσική (σ.σ.: του Μάνου Χατζιδάκι) σε εκείνο το «Τράβα μπρος» ήταν τόσο μεταδοτική που για έναν ολόκληρο χρόνο προσπαθούσα να τα εντοπίσω όλα αυτά πίσω στην Αγγλία».
    Σήμερα, έπειτα από πολλά χρόνια συστηματικής έρευνας, «πρέπει να έχω δει (υποτιτλισμένες) σχεδόν όλες τις ταινίες της Αλίκης Βουγιουκλάκη. Τις λατρεύω. Λατρεύω την ίδια. Ακόμη αναρωτιέμαι πώς είναι δυνατόν να παραμένει άγνωστη εκτός Ελλάδας! Οι ταινίες της είναι εμποτισμένες από χαρά και ζωτικότητα, παραμένουν καλοήθεις σε έναν δυσάρεστο και καταστροφικό κόσμο. Μου θυμίζουν τον Ντίκενς, πρέπει να σας πω. Η Αλίκη Βουγιουκλάκη υπήρξε ένας θηλυκός Ερμής, ήταν η ενσάρκωση μιας επιδέξιας ευελιξίας, μιας δυναμικής προσαρμοστικότητας, που είναι απαραίτητη στον κόσμο των τεχνών. Γι’ αυτό την επέλεξα για το εξώφυλλο».

    «Ο κόσμος εκτείνεται και πέραν του εαυτού μας»
    Το «Πώς να είσαι δύο» δεν είναι απλώς ο τίτλος ενός μυθιστορήματος, επισημάναμε στην Αλι Σμιθ, είναι κάτι περισσότερο, έρχεται να συνοψίσει τη φιλοσοφία τόσο της ζωής όσο και της λογοτεχνίας της: ένας τρόπος να σκεφτόμαστε την ταυτότητά μας ως μια θετική διαδικασία που «συμπεριλαμβάνει» πράγματα, ακόμη και ετερόκλητα, στον αντίποδα μιας άλλης που «αποκλείει» και «περιχαρακώνει», μιας αποφατικής διαδικασίας που συνήθως προσδιορίζεται ηθικά ή κοινωνικά.
    «Μου αρέσει ο τρόπος με τον οποίο διαβάζετε τον τίτλο. «Αντιφάσκω;/ Πολύ καλά τότε αντιφάσκω,/ (Είμαι ευρύς, περικλείω άφθονα.)» γράφει ο Ουόλτ Ουίτμαν στο «Τραγούδι του εαυτού μου».
    Κάθε άτομο, λοιπόν, περιέχει πολλά πράγματα. Κανείς μας δεν είναι μόνο ένα πράγμα. Αντιθέτως, κάθε άτομο ξεχωριστά χαρακτηρίζεται, θα έλεγα, από μια «πληθυντική» έφεση, είναι αυτό το αρχέγονο ένστικτο που συνδέει τον καθένα από μας με το κοινοτικό, κάτι που έχει σχέση με την οικείωση του Αλλου, με το να είμαστε ως άνθρωποι ανοιχτοί και να έχουμε αισθήματα για τους άλλους ανθρώπους, έχοντας βεβαίως συνείδηση ότι ο κόσμος εκτείνεται και πέραν του εαυτού μας, προς μια σύνθετη πολλαπλότητα. Το «πώς να είσαι δύο» δεν είναι παρά μόνο η αρχή μιας τέτοιας λογικής» αποκρίθηκε η διάσημη συγγραφέας.

    Βιβλία της Αλι Σμιθ που έχουν κυκλοφορήσει στα ελληνικά:


    • «Η τυχαία» (Ελληνικά Γράμματα, 2006)
    • «Hotel Cosmos» (Ελληνικά Γράμματα, 2007)
    • «Κορίτσι συναντά αγόρι» (Τόπος, 2010)

    ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ

    Βιβλία
    Σίβυλλα
    Helios Kiosk