«Είναι δυνατός, όμως έχει την ικανότητα να αποκαλύπτει τις αδυναμίες του. Είναι όμορφος, γεμάτος ζωή. Οπως ακριβώς το Intenso».

Ιδού πώς η Dolce & Gabbana συνδύασε το άρωμά της με τον άνθρωπο που επελέγη να γίνει ο «πρεσβευτής» του: τον Κόλιν Φάρελ. Ατακαδόρικες, «πιασάρικες» και μεγαλόστομες, αναρωτιέται κανείς κατά πόσο τελικά αυτές οι φράσεις αντανακλούν την πραγματικότητα. Κατά πόσο δηλαδή η φιλοσοφία του ίδιου του Κόλιν Φάρελ συνάδει μαζί τους.

«Δεν ξέρω» απάντησε ο Κόλιν Φάρελ, όταν τον περασμένο Φεβρουάριο μπορέσαμε να «κλέψουμε» λίγο χρόνο από το πρόγραμμά του για μια σύντομη τηλεφωνική επικοινωνία εφ’ όλης της ύλης. «Θα ήθελα να πιστεύω ότι στη ζωή μου είμαι ειλικρινής. Θα ήθελα να πιστεύω ότι δεν συνηθίζω να πιάνω τον εαυτό μου να λέει πράγματα που δεν πιστεύει. Γιατί θεωρώ ότι η ειλικρίνεια και η εντιμότητα ανήκουν στις υψηλότερες ανθρώπινες αρετές και αξίζουν να γίνουν ο στόχος των φιλοδοξιών μας». Παύση δευτερολέπτων. «Λέγοντας όλα αυτά δεν ξέρω καν πόσο επιτυχημένος είμαι» συνέχισε ο Φάρελ. «Αλλά αυτό που σίγουρα ξέρω είναι ότι επιδιώκω την ειλικρίνεια στη ζωή μου και στους ανθρώπους που με περιστοιχίζουν. Γιατί ξέρουν ότι μπορούν να με εμπιστευθούν αν είναι να πω την αλήθεια ή να σωπάσω αν η αλήθεια αναμένεται να προκαλέσει δυσαρέσκεια».

Ωραία απάντηση, γίνεται αμέσως αντιληπτό ότι η κουβέντα μπορεί να ξεγλιστρήσει από το επίπεδο μιας «εμπορικής συνδιαλλαγής» και να βγάλει κάτι ουσιαστικό για έναν ηθοποιό που στο παρελθόν ουκ ολίγες φορές έχει υπάρξει στόχος σκανδαλοθηρίας. Πράγματι, το πρώην κακό παιδί του Χόλιγουντ με εντυπωσιάζει όταν στη συνέχεια λέει ότι κατά τη γνώμη του «δεν πρέπει να λες πάντα αυτό ακριβώς που περνά από το μυαλό σου». Οχι ότι ο Φάρελ είναι θαυμαστής της αυτολογοκρισίας. Πιστεύει απλώς «ότι κάθε άνθρωπος θα πρέπει να ασκεί μια φόρμα διακριτικότητας ούτως ώστε να συνυπάρχει όσο το δυνατόν πιο αρμονικά με όσους τον περιστοιχίζουν».

Ο αρρενωπός και υπερήφανος για την ιρλανδική καταγωγή του ηθοποιός («το να είσαι Ιρλανδός είναι μέρος του εαυτού σου – το κουβαλώ παντού μαζί μου») γεννήθηκε στις 31 Μαΐου 1971 κοντά στο Δουβλίνο και όταν είδε ότι δεν μπορούσε να ακολουθήσει τα χνάρια του αθλητή πατέρα του, Ιμον Φάρελ, στράφηκε στην ηθοποιία. Το 2000 απέσπασε για πρώτη φορά την προσοχή έχοντας παίξει έναν ασυμβίβαστο πεζοναύτη στο στρατιωτικό δράμα του Τζόελ Σουμάχερ «Tigerland», το οποίο δεν κατάφερε να διανεμηθεί ποτέ στις αίθουσες της χώρας μας. Θα συμφωνήσω βεβαίως στο ότι μέτριες ταινίες όπως η «Νύχτα των αιχμαλώτων» και «American Outlaws» (όπου υποδύεται τον Τζέσι Τζέιμς) πιο πολύ κακό παρά καλό κάνουν σε όποιον και αν πρωταγωνιστεί, ο Φάρελ όμως κάθε άλλο παρά πτοήθηκε.

Ξεπέρασε ακόμη και τη γρουσουζιά του «Τηλε-φονικού θαλάμου», ταινίας που απαγορεύθηκε στην Αμερική διότι συνέπεσε με τη δράση ενός ελεύθερου σκοπευτή που σκότωσε δεκάδες αθώους (ο Φάρελ υποδύεται έναν άντρα εγκλωβισμένο σε τηλεφωνικό θάλαμο υπό την απειλή ενός ελεύθερου σκοπευτή). Μετά την επιτυχία του «Minority Report», για το οποίο πληρώθηκε 2,5 εκατ. δολάρια, το κασέ του άρχισε να ανεβαίνει ραγδαία κι έτσι στο «SWΑΤ» ο μισθός του ανήλθε σε 8 εκατ. δολάρια. Το Χόλιγουντ πόνταρε πάνω του και ένα από τα μεγαλύτερα στοιχήματα στην καριέρα του ήταν τελικά ο «Μέγας Αλέξανδρος» του Ολιβερ Στόουν. Ο Μέγας Αλέξανδρος άλλωστε είναι ο κινηματογραφικός ήρωάς του με τον οποίο επικοινωνεί περισσότερο, όπως μας είπε στην ίδια συνέντευξη. Η «Αποστολή στην Μπριζ» του Μάρτιν Μακ Ντόνα και το «Ονειρο της Κασσάνδρας» του Γούντι Αλεν είναι επίσης ταινίες για τις οποίες αισθάνεται υπερήφανος.

Ανάμεσα σε όσα ο Κόλιν Φάρελ έχει ως σήμερα κερδίσει είναι και μία θέση στη λίστα των «πιο καυτών αρσενικών» του περιοδικού «People». Δεν ξέρω αν η επιτυχημένη σταδιοδρομία του οφείλεται περισσότερο στην υποκριτική από ό,τι στα εξωτερικά χαρίσματά του (τα οποία τον έφεραν πολύ κοντά στον ρόλο του Τζέιμς Μποντ, χωρίς ποτέ να τον κερδίσει), ο ίδιος πάντως δεν νιώθει και τόσο άνετα με το δεύτερο. Οταν τον ρώτησα πώς θα όριζε τον ρόλο της ομορφιάς σε συνάρτηση με την επιτυχία, απάντησε: «Ο κόσμος δίνει μεγαλύτερη σημασία στην ομορφιά απ’ όσο ενδεχομένως θα έπρεπε. Ανάλογα με την περίπτωση, βέβαια. Στον κόσμο της φαρμακευτικής για παράδειγμα, η ομορφιά δεν παίζει και τόσο μεγάλο ρόλο. Στον κόσμο του μόντελινγκ όμως παίζει και με το παραπάνω».

Ή αλλιώς, όπως ο Κόλιν Φάρελ το θέτει, «τα φυσικά κάλλη μπορούν να ανοίξουν πόρτες, αλλά δεν πιστεύω ότι από μόνα τους θα σου επιτρέψουν να παραμείνεις στο δωμάτιο. Αν δηλαδή περάσεις την πόρτα και δεν έχεις τίποτε άλλο να δώσεις πέρα από την ομορφιά σου, θα φύγεις». Το τι θεωρείται άλλωστε όμορφο και τι όχι με τα χρόνια διαφοροποιείται. «Η ομορφιά σήμερα είναι πολύ πιο διαφορετική από ό,τι ήταν 40 ή 50 χρόνια πριν, όταν για παράδειγμα οι γυναίκες ωθούνταν να μοιάζουν περισσότερο με πίνακες του Ρούμπενς. Σήμερα δείχνουν πιο αδύνατες. Αυτό δεν σημαίνει όμως ότι παίρνω όλα τα παραπάνω τοις μετρητοίς».

Κατά πόσον ο Κόλιν Φάρελ πιστεύει ότι η «υπογραφή» ενός celebrity για την προώθηση ενός προϊόντος μπορεί όντως να επηρεάσει τη δημόσια αντίληψη και την αποδοχή του; «Αν η δημόσια αντίληψη δεν επηρεαζόταν από μια τέτοια υπογραφή, τότε η υπογραφή δεν θα υπήρχε». «Από την εποχή που ο Ρόναλντ Ρίγκαν πουλούσε τσιγάρα στην τηλεόραση ως τις μέρες μας αυτοί οι “γάμοι” προϊόντων – αστέρων λειτουργούν. Δεν το λέω εγώ, αλλά οι στατιστικές και οι αριθμοί».

Ο ίδιος λέει ότι δεν τρελαίνεται με αυτούς τους «γάμους». Υπάρχουν πολλά προϊόντα που δεν θα προωθούσε και γνωρίζει πολλούς celebrities που δεν θα προωθούσαν ποτέ αρώματα. Η σχέση του με τα προϊόντα της Dolce & Gabbana όμως είναι σταθερή εδώ και περίπου 12 χρόνια, από τότε που ο Ντομένικο Ντόλτσε «μου ζήτησε να μπω στην παρέα του κι εγώ δέχθηκα. Για ποιον λόγο όμως με επέλεξαν για το Intenso; Γι’ αυτό ρωτήστε εκείνους».

Αυτές τις μέρες προβάλλεται στις αίθουσες η «Δεσποινίς Τζούλι», τελευταία κινηματογραφική διασκευή του γνωστού θεατρικού του Αύγουστου Στρίντμπεργκ, την οποία σκηνοθέτησε η Λιβ Ούλμαν με τον Κόλιν Φάρελ, την Τσέσικα Τσαστέιν και τη Σαμάνθα Μόρτον. Ωστόσο, δύο είναι οι τελευταίες δουλειές του Κόλιν Φάρελ που προκαλούν αμέσως την περιέργεια. Η δεύτερη σεζόν της δημοφιλέστατης τηλεοπτικής σειράς «True Detective» και φυσικά η τελευταία κινηματογραφική δημιουργία του Γιώργου Λάνθιμου, το «Lobster», που όλα δείχνουν ότι θα είναι έτοιμο για το προσεχές Φεστιβάλ Καννών τον Μάιο.

«Δεν έχω να πω και πολλά για τη δεύτερη σεζόν του “True Detective” γιατί δεν έχω δει ούτε ένα κάδρο» ομολόγησε ο Φάρελ που την εποχή της συνομιλίας μας δεν είχε ακόμη τελειώσει τα γυρίσματα. «Προτιμώ λοιπόν να κρατώ το κεφάλι μου σκυφτό και να περιμένω». Στη σειρά υποδύεται «έναν αστυνομικό ονόματι Ρέι Βελκόρο που είναι μέρος μιας τριμελούς ομάδας αστυνομικών που προσπαθούν να λύσουν το μυστήριο της δολοφονίας ενός δημοτικού υπαλλήλου ο οποίος δολοφονείται στο πρώτο επεισόδιο» απάντησε όταν του ζήτησα να μου πει δυο λόγια για τον ήρωά του.

Λιγότερο φειδωλός ωστόσο ήταν μιλώντας για το «Lobster», όπου ο Φάρελ πρωταγωνιστεί δίπλα στη Ρέιτσελ Γουάιζ και στον Τζον Σ. Ράιλι. Πρόκειται για την πρώτη ταινία που ο Λάνθιμος γυρίζει εκτός Ελλάδας. «Τα γυρίσματα έγιναν σε ένα πανέμορφο σημείο της Ιρλανδίας, μια πόλη έξω από το Σνεμ» είπε ο Φάρελ. «Σκηνικός χώρος ήταν ένα ξενοδοχείο ονόματι “Parknasilla” και η ιστορία χωρίζεται σε δύο μέρη. Το πρώτο μισό λαμβάνει χώρα στο ξενοδοχείο και το δεύτερο μισό σε ένα δάσος. Υπάρχει κάτι γύρω από την αφήγηση της ιστορίας που κάνει αυτό το κινηματογραφικό σχέδιο εξαιρετικά ενδιαφέρον και διαφορετικό από πολλά πράγματα που έχω κάνει ως σήμερα. Μου άρεσε που δούλεψα με τον Γιώργο Λάνθιμο και τον Ευθύμη Φιλίππου. Είναι καλά παιδιά και ήταν πολύ διασκεδαστικό να τους έχεις κοντά σου».

Aπό τις 2/4 η «Δεσποινίς Τζούλι» προβάλλεται στους κινηματογράφους.

* Δημοσιεύθηκε στο ΒΗΜΑmen Απριλίου 2015