• Αναζήτηση
  • Ζυράννα Ζατέλη: Το να μην ρισκάρεις καθόλου είναι μεγάλο ρίσκο

    Το γρέζι της φωνής της και η κασετίνα με τα Santé. Χαρακτηριστικά όσο και το σκούρο μοβ κραγιόν της, τα κόκκινα μαλλιά και η εξωτική σιλουέτα της. Συναντιόμαστε για κάτι παλιό, με μια νέα αφορμή. Η «Περσινή αρραβωνιαστικιά» από το ομότιτλο βιβλίο διηγημάτων, η παρθενική εμφάνισή της στα γράμματα το 1984, γίνεται παράσταση στο Θέατρο του Νέου Κόσμου από την ομάδα Elephas tiliensis. Τη βρίσκω απορροφημένη από τις διορθώσεις στις δαχτυλογραφημένες σελίδες της συνέντευξης σε ένα γραφείο των εκδόσεων Καστανιώτη. Με εντυπωσιάζει το ανάγλυφό τους από τα δυνατά χτυπήματα των γραφίδων της Olympia. Πάνω τους διακρίνονται με χρώμα ορισμένες καλλιγραφικές διορθώσεις. Σκέφτομαι ότι ακόμη και τα φύλλα χαρτιού που την περιβάλλουν έχουν προσωπικότητα, έχουν στίγμα. Θέλει να βεβαιωθεί ότι κάθε λέξη που είπε θα παραμείνει ως έχει. Αντιγράφω από το δελτίο της παράστασης: «Ενα κορίτσι αρραβωνιάζεται τον Μάρκο το βράδυ της Πρωτοχρονιάς του 1961. Γυναίκα πια, ανοίγει τα φύλλα της μνήμης της και αναβιώνει το γεγονός που επικυρώνει την είσοδό της στην περίοδο που η ίδια αποκαλεί «πρώτη μοναξιά της ζωής της»».
    Γιατί είπατε το ναι στη συγκεκριμένη, νεοσύστατη ομάδα και δεν εμπιστευτήκατε το κείμενό σας σε κάποιον πιο έμπειρο σκηνοθέτη; Διάβαζα ότι σας έχουν γίνει προτάσεις στο παρελθόν για τη θεατρική διασκευή κειμένων σας… «Για να είμαι ειλικρινής, δεν θυμάμαι να μου έχουν γίνει και τόσες προτάσεις από έμπειρους. Κάνα-δυο φορές ο Λευτέρης Βογιατζής, όπως και ο Αντώνης Αντύπας, είχαν εκφράσει την απορία γιατί δεν γράφω ένα θεατρικό ή δεν διασκευάζω κάτι από τα βιβλία μου, αλλά μέχρι στιγμής δεν ένιωσα την ανάγκη να δοκιμαστώ και σε αυτό το είδος. Οσο για τη συγκεκριμένη ομάδα των νέων παιδιών που ζήτησαν την «Περσινή αρραβωνιαστικιά», αφού το σκέφτηκα αρκετά και έκλινα μάλλον προς την απόφαση να πω ένα ευγενικό όχι, τελικά συγκατένευσα. Εκπληξη και για μένα. Θυμάμαι που χρειάστηκε κάποτε, δεκαετία του ’80, να πάρω δίπλωμα οδήγησης. Ούτε που μου είχε περάσει ποτέ από τον νου τέτοιο πράγμα, ούτε και είχα ποτέ αυτοκίνητο, παρ’ όλα αυτά πήρα το δίπλωμα και μάλιστα με την πρώτη. Τότε ένας φίλος μου είχε πει με επισημότητα: «Μετά από αυτό, Ζυράννα, σε θεωρώ ικανή για όλα!». Κάπως έτσι λοιπόν ένιωσα, ικανή για όλα, όταν ανακοίνωσα στα παιδιά πως δέχομαι. Πριν από αυτούς, έπεσα εγώ απ’ τα σύννεφα. Μα είχε αρχίσει να με κεντρίζει το μεράκι τους, η επιμονή τους, κι είπα μέσα μου «γιατί όχι, ας δούμε τι πουλιά θα βγάλει αυτή η ιστορία». Πιάστηκα άραγε στο φιλότιμο; Ποιος ξέρει. Σκέφτομαι, πάντως, πως το να μη ρισκάρουμε καθόλου στη ζωή είναι κι αυτό μεγάλο ρίσκο».


    Πώς αισθάνεστε που θα δείτε την ηρωίδα σας με σάρκα και οστά; Τι χάνεται και τι κερδίζεται από τη μεταφορά ενός γραπτού κειμένου στη σκηνή του θεάτρου; «Τρεις είναι οι νεαρές κοπέλες που θα ενσαρκώσουν επί σκηνής την ηρωίδα και μακάρι να μας ξαφνιάσουν ευεργετικά, νομίζω πως έχουν τα φόντα. Τώρα, για το φλέγον θέμα της μεταφοράς, θα έλεγα πως ισχύει λίγο-πολύ ό,τι και για τη μετάφραση ενός έργου από μια γλώσσα σε άλλη: από κάπου ίσως χάσει, μα κι από κάπου ίσως κερδίσει. Μιλώ, φυσικά, για σοβαρή μεταφορά, με φόβο και με θάρρος, με υπόσταση, όχι απλώς σε δουλειά να βρισκόμαστε».

    Εσείς συμμετείχατε στην προετοιμασία της παράστασης; «Οχι ιδιαίτερα. Προτίμησα να τους αφήσω ελευθερία κινήσεων. Πήγα σε τρεις ή τέσσερις πρόβες μόνο, είδα στοιχεία που μου άρεσαν πολύ, είδα και μερικά σημεία με τα οποία δεν πολυσυμφώνησα και μίλησα για αυτά με το ζευγάρι των σκηνοθετών, τον Αγαρτζίδη και την Αναστάσογλου. Φαντάζομαι θα τα έλαβαν υπ’ όψιν, είναι ευγενικά παιδιά. Είδα και μια γενική πρόβα και έχουν κάνει θαυμάσια δουλειά».

    Πώς είναι να έρχεστε σε επαφή ξανά με κάτι που είχατε δημιουργήσει πριν από τόσο καιρό; «Ψάχνω κι εγώ να καταλάβω πώς αισθάνομαι για κάτι που ήταν πρόσφατο πριν από 30 χρόνια… Ξεκάθαρη απάντηση δεν υπάρχει, ευτυχώς».

    Πώς εξηγείτε το γεγονός ότι ενώ στην ουσία γράφετε για πολύ προσωπικούς προβληματισμούς, αυτοί που σας διαβάζουν νιώθουν ότι τους εκφράζουν εξίσου και ότι τους αφορούν; «Μα αυτό δεν είναι το ζητούμενο για έναν συγγραφέα; Να πιάνει τα βαθύτερα σκιρτήματα της ύπαρξης, του βίου, της θνητότητας και μια κατάθεση τόσο προσωπική να αφορά εν τέλει την ανθρωπότητα, την ανθρώπινη συνθήκη τελοσπάντων».

    Τα τελευταία χρόνια σας χαρακτηρίζουν ακριβοθώρητη. Γιατί έχετε κάνει αυτή την επιλογή; Μήπως είναι επειδή όσο περισσότερο γνωρίζουμε κάποιον υπάρχει ο κίνδυνος να χαθεί μέρος της γοητείας του; «Τίποτα δεν έχει γίνει συνειδητά και μεθοδευμένα, από ένστικτο αποφεύγω τις κακοτοπιές του κλέους, του δήθεν κλέους. Καλύτερα ακριβοθώρητη, παρά να βαρεθώ να βλέπω τον εαυτό μου στα μέσα και στα έξω. Καθόλου δεν μου πάει αυτό».

    Γράφετε ασταμάτητα, έχω την αίσθηση ότι οι λέξεις είναι το οξυγόνο σας. Πώς είστε ως αναγνώστρια; Πότε θεωρείτε ένα βιβλίο κακό; «Δεν γράφω κι ασταμάτητα, μην τρομάζουμε τον κόσμο. Περνώ και περιόδους βαθιάς σιγής, ή βασανιστικής αδράνειας, πώς να το πω δεν ξέρω. Αλλά ότι το θέμα της γραφής με τρώει συνέχεια και με απασχολεί, είτε κοιμάμαι είτε ξυπνώ, αυτό βεβαίως ισχύει. Αφού καμιά φορά κάνω τη σκέψη πως δεν θα μείνει τίποτα να φάει από μένα κάποια αρρώστια, θα μ’ έχει φάει το γράψιμο. Ελπίζω να μην ακουστεί ως ύβρις ή πολύ δραματικό, με χιούμορ το λέω περισσότερο. Ως αναγνώστρια δε, που υπήρξα δεινή πριν καταπιαστώ με το πολύχρονο γράψιμο, δεν διστάζω να πω πως τίποτα δεν έκανε μέσα μου τόση δουλειά όσο ένα σπουδαίο βιβλίο. Να μπαίνεις σε τέτοια κολυμβήθρα και να βγαίνεις άλλος άνθρωπος. Θυμάμαι εκείνο που είπε ο Φρόιντ: «Οπου κι αν έφτασα, πριν από μένα έφτασε ένας ποιητής». Τώρα, ας μην το χαλάσουμε με το τι εστί κακό βιβλίο… Και να σας πω κάτι; Αν ο εχθρός του καλού είναι το καλύτερο, προσωπικά πιστεύω πως κι η παρηγοριά του κακού είναι το μέτριο. Πάμε, όμως, παρακάτω».

    Δεδομένου ότι είστε φανατική σινεφίλ, ποιος πιστεύετε ότι είναι ο ιδανικός σκηνοθέτης που θα μπορούσε να γυρίσει μια ταινία βασισμένη σε βιβλίο σας; «Παλιά, όταν κυκλοφόρησε το «Και με το φως του λύκου επανέρχονται», μου έκαναν συχνά την ίδια ερώτηση. Απαντούσα, λοιπόν, μεταξύ σοβαρού και αστείου, πως το φαντάζομαι σε σκηνοθεσία Κουστουρίτσα και παραγωγή Κόπολα. Τέτοια πράγματα. Ο Κουστουρίτσα, βέβαια, πριν αρχίσει τις παλαβομάρες του. Αλλά το πιο σπαρταριστό ελέχθη από μια φίλη, νεαρό κορίτσι τότε, που είχε βαλθεί ένα βράδυ, μια μεγάλη παρέα ήμασταν, να με πείσει να κάνουμε ταινία αυτό το βιβλίο. Να κάνουμε ποιοι και πώς δεν ξέρω, πάντως ότι πρέπει να το κάνουμε. Ελα, βρε Ρίτα, της λέω, ας σοβαρευτούμε, είναι δυνατόν να γίνει ταινία ένα τέτοιο πολυκέφαλο τέρας; Πού θα βρούμε το καστ; Τα λεφτά; Τις κάμερες; Μα γιατί, μου λέει, δεν μπορούμε να το κάνουμε μια μικρού μήκους ταινία; Ακόμα γελάμε όταν το θυμόμαστε. Στον ρόλο του Χριστόφορου, πάντως, ή του Ντάφκου, αν ποτέ γινόταν κάτι, έναν ηθοποιό φαντάζομαι. Τον Ντάνιελ Ντέι-Λιούις».

    Ζείτε από τα βιβλία σας, οπότε αναρωτιόμουν πόσο έχετε επηρεαστεί από την κρίση. Ποια η άποψή σας για το κλισέ ότι «η κρίση βοηθά τις τέχνες να ανθήσουν»; «Καμιά φορά σκέφτομαι πόσο ενδιαφέρον θα ήταν να ακούγαμε τι θα έλεγε ένας Χάμφρεϊ Μπόγκαρτ, ή τι δεν θα έλεγε, αν τον ρωτούσαν για την κρίση σήμερα. Και μόνο να φανταστούμε τη σκηνή, καλό θα μας κάνει. Στα καθ’ ημάς τώρα, ασφαλώς και μ’ έχει επηρεάσει αυτή η κατάσταση, είναι σαν μια ομίχλη που τρυπώνει από παντού, σου κόβει τα γόνατα. Επιεικώς «ομίχλη», βέβαια. Και είναι πραγματικά άδικο που πληρώνουν τη ζημιά και τόσοι αθώοι, αντί να δώσουν πίσω τα λεφτά οι μεγάλοι αετονύχηδες. Δεν υπάρχει πια τσίπα, αυτό είναι το θλιβερότερο. Κάποτε οι έχοντες, θεμιτώς ή παρανόμως, είχαν και λίγη τσίπα, γίνονταν κι ευεργέτες εν ανάγκη, φρόντιζαν για την υστεροφημία τους. Τώρα, πλην ελαχίστων εξαιρέσεων, ποιούν την νήσσαν με αυθάδεια και οι ταπεινοί βογγούν διπλάσια. Είναι μια αδικία διαχρονική, κατάφωρη, και δεν ξέρω πώς τα κατάφερε έτσι το ανθρώπινο είδος. Γιατί είναι ανθρώπου έργο όλο αυτό, δεν μας το έστειλαν οι εξωγήινοι. Απ’ την άλλη, δεν αντέχω το θρηνολόγημα ως… ιδεολογία περίπου. Η κρίση, όπως και κάθε πραγματικότητα, δεν είναι μονοσήμαντη, δεν μπορεί να είναι μόνο αρνητική. Αρχισε να σκάει ένα απόστημα που δεν χόρταινε επί δεκαετίες να μαζεύει ανομίες. Δεν ήταν καιρός να γίνει; Δεν το ώθησε να σκάσει η κρίση; Ναι, πιστεύω πως η τέχνη, με το άυλο «λίπος» που διαθέτει για να αντέχει, μπορεί να βοηθήσει τον άνθρωπο, κυρίως σε ζόρικες περιόδους, να κάνει τις καλές επιλογές του, να βρει βαθύτερες ισορροπίες, να βρει ξανά την ψυχή και τη μνήμη του».

    Τι βοηθάει τελικά τις τέχνες να ανθήσουν; «Το επαναστατικότερο πράγμα στον κόσμο: να κάνουμε καλά τη δουλειά μας».
    * «Περσινή αρραβωνιαστικιά»: Θέατρο του Νέου Κόσμου (Αντισθένους 7 & Θαρύπου)ως τις 13/4.

    ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ

    BHMAgazino
    Σίβυλλα
    • Έντυπη έκδοση Η ζωή σε ένα private jet… Ο μεγαλοβιομήχανος, χρυσός κληρονόμος Φίφης Δελμούζος-Κασσανδρής τίναξε βαριεστημένα τη στάχτη του πούρου του. Ρούφηξε μια γουλιά από το τσάι... ΣΙΒΥΛΛΑ
    Helios Kiosk