• Αναζήτηση

Ο «δρόμος» και η κουλτούρα της σύγκρουσης

Από το μεταπολιτευτικό, εμβληματικό για τον ριζοσπαστισμό του, σύνθημα «οι νόμοι καταργούνται στο πεζοδρόμιο» μέχρι τις καταλήψεις, τις βομβιστικές επιθέσεις και τις πολιτικές δολοφονίες η απόσταση μπορεί να φαντάζει και να είναι μεγάλη,

Δημήτρης Κ. Ψυχογιός
Η πολιτική βία στην ελληνική κοινωνία
Εκδόσεις Επίκεντρο (Θεσσαλονίκη), 2013,
σελ. 266, τιμή 13 ευρώ

Από το μεταπολιτευτικό, εμβληματικό για τον ριζοσπαστισμό του, σύνθημα «οι νόμοι καταργούνται στο πεζοδρόμιο» μέχρι τις καταλήψεις, τις βομβιστικές επιθέσεις και τις πολιτικές δολοφονίες η απόσταση μπορεί να φαντάζει και να είναι μεγάλη, η ουσία όμως είναι κοινή. Συνίσταται στο πρόκριμα που αποδίδεται σε μια εξαγνιστική, με αποκαλυψιακά χαρακτηριστικά, συγκρουσιακότητα, η οποία αποτελεί το κοινό ιδεολογικο-πολιτικό υπόστρωμα όλων των «αντιστασιακών» κοινωνικών αντιδράσεων. Διότι, πώς αλλιώς θα μπορούσαμε να ερμηνεύσουμε τη ρητορική καταδίκη της βίας «από οπουδήποτε και αν προέρχεται», με τα επαναλαμβανόμενα βίαια επεισόδια στο κέντρο της πρωτεύουσας; ‘Η και τον πληθωρισμό των ειρηνικών διαδηλώσεων, συχνά ολιγάριθμων, που παραλύουν την καθημερινή ζωή; Βίαιες ή ειρηνικές, τέτοιες αντιδράσεις συνιστούν τον κανόνα της κοινωνικής διαμαρτυρίας στην Ελλάδα της Μεταπολίτευσης, με πυκνότητα και ένταση που όμοιές τους δεν συναντώνται υπό ομαλές συνθήκες σε άλλες ευρωπαϊκές χώρες. Ούτε καν σε αυτές που τα τελευταία χρόνια επλήγησαν, όπως και η Ελλάδα, από την οικονομική κρίση.

Εθνικισμός και φιλοπατρία


Πώς και γιατί οδηγηθήκαμε ώστε ο «δρόμος», η κουλτούρα της σύγκρουσης, να είναι η λύση; Από πού προκύπτει αυτό το «πλεόνασμα πολιτικής βίας» και κυρίως η μακροημέρευσή της; Αυτό είναι το βασικό ερώτημα που θέτει το πολιτικό δοκίμιο του Δημήτρη Ψυχογιού. Η απάντησή του είναι ευθεία: «Η πολιτική βία διαιωνίζεται στην ελληνική κοινωνία επειδή αποθεώνεται η πολεμική βία των πραγματικών ή φανταστικών προγόνων μας. Πρόκειται για φαινόμενο που συνδέεται αλλά δεν ταυτίζεται με τον εθνικισμό, για αγωνιστική ανάγνωση της Ιστορίας που η Δεξιά αναδεικνύει ως «πολεμική αρετή των Ελλήνων» και η Αριστερά ως «αντιστασιακό ήθος του ελληνισμού»». Ο συγγραφέας συναρτά τη διαιώνιση του φαινομένου με τα χαρακτηριστικά μιας ιδιόμορφης ελληνικής εθνογένεσης που συνήργησε ώστε αντί ενός αισθήματος δημοκρατικής φιλοπατρίας να επικρατήσει ο αντιδημοκρατικός, ο επιθετικός «πατριωτισμός», δηλαδή ο εθνικισμός, όχημα του οποίου είναι η αλυτρωτική ιδεολογία, με τους κατασκευασμένους μύθους του «ήρωα» και του «προδότη», του «πολεμιστή» και του «θύματος» να εναλλάσσονται στον δημόσιο λόγο και να έχουν εμποτίσει τους θεσμούς, με πρώτον αυτόν της εκπαίδευσης. Στην οποία, για παράδειγμα, η φαντασίωση της «κλεφτουριάς» με το συμβολικό της ισοδύναμο, το «καριοφίλι», έχει εκτοπίσει πλήρως τις αντι-ηρωικές μορφές «αστών διανοουμένων» αλλά και πολιτικών που θα μπορούσαν να νοηματοδοτήσουν μια εγγράμματη, ειρηνική και φιλελεύθερη, πολιτειακή συνείδηση. Ο «οπλαρχηγός» που κρύβουμε μέσα μας καιροφυλακτεί, εξεγειρόμενος και διαδηλώνοντας για ό,τι αυτός κρίνει άδικο, για τον εαυτό του και για τη χώρα. Ο «ασυμβίβαστος», ο «αταλάντευτος», ο «κάθετος» είναι αυτός «που αισθάνεται συνέχεια κρίκων που επιλέγει κατά το συμφέρον του».
Μέσα από αυτή την εθνοκεντρική πολιτισμική οπτική διαβάζεται η Ιστορία αλλά και ερμηνεύεται και βιώνεται, «αγωνιστικά» πάντα, το παρόν. Αν η δεξιά φαντασίωση προκρίνει, μεταξύ άλλων, τον Μαραθώνα, τον Μεγαλέξανδρο, τη Μακεδονία, τη Β. Ηπειρο και την Κύπρο, η αριστερή έχει αφετηρία την Εθνική Αντίσταση περνώντας από το Πολυτεχνείο, χωρίς να αδιαφορεί για αναμυθολογήσεις του ’21. Η κάθε αφήγηση έχει τους δικούς της ήρωες, τους δικούς της οπλαρχηγούς, και οι δύο όμως ταυτίζονται με αυτό που ο Δ. Ψυχογιός αποκαλεί «αγωνιστική ερμηνευτική της ελληνικής ιστορίας», «στη μακραίωνη πορεία δίκαιων πολέμων εναντίον άδικων εχθρών». Από εδώ απορρέει η ρητορική του ανενδοτισμού, αλλά και του ρεβανσισμού, η ίδια η συγκατάβαση στην πολιτική βία. Η αριστερή αφήγηση, προκρίνοντας το στοιχείο της «αντίστασης», μπορεί να καταδίκασε ρητορικά αλλά ανέχθηκε το φαινόμενο της τρομοκρατίας στη μεταπολίτευση, καθώς και τη βία στις διαδηλώσεις και στις καταλήψεις, αφού όλες αυτές οι εκδηλώσεις ήταν «δίκαιοι αγώνες». Ενώ, η δεξιά αφήγηση στάθηκε υπεύθυνη για την «πρόσφατη ανάδυση και ταχύτατη εξάπλωση της ακροδεξιάς ιδεολογίας και βίας». Το επιφώνημα του συγγραφέα: «έλεος, όχι άλλους αγώνες», δείχνει το αβυσσαλέο κενό που έχει αφήσει η έλλειψη μιας κουλτούρας διαπραγμάτευσης και συμβιβασμού, στοιχείο προσδιοριστικό του δημοκρατικού ήθους, της φιλοπατρίας.
Δεξιός εξτρεμισμός
Εντός κρίσης, και μέσα σε αυτό το διανοητικό και πολιτικό περιβάλλον αναπτύχθηκε ο πρόσφατος φιλοναζιστικός εξτρεμισμός στη χώρα. Επικοινώνησε με το ανεξάντλητο εθνικιστικό απόθεμα της ελληνικής πολιτικής κουλτούρας γονιμοποιώντας το με όλες τις εκδοχές του βιολογικού ρατσισμού και του ριζικού πολιτισμικού διαφορισμού, τον αντισημιτισμό και την ισλαμοφοβία. Η ρατσιστική βία της Χρυσής Αυγής λειτούργησε καθησυχαστικά, ως επικίνδυνο ηρεμιστικό, για εκείνο το ποσοστό του πληθυσμού που ίσως ασύγγνωστα είδε στα πογκρόμ κατά των μεταναστών την επιβολή του «νόμου και της τάξης». Το κύμα της «αγανακτισμένης» βίας (από το οποίο ωφελήθηκε και η ριζοσπαστική Αριστερά), του ευρωσκεπτικισμού και της συνωμοσιολογικής αντι-παγκοσμιοποίησης που κατέκλυσε τη χώρα τα τελευταία χρόνια την ωφέλησε τα μέγιστα, γιατί ταίριαξε απολύτως με τη φιλοναζιστική της κοσμοαντίληψη, σύμφωνα με την οποία τα μνημόνια, υποδεικνυόμενα εντέχνως ως η «αιτία» της κρίσης, δεν είναι τίποτα άλλο από «σχέδια» που υλοποιούν την «παγκόσμια αμερικανο-σιωνιστική κυριαρχία του χρήματος ενάντια στις πατρίδες», με πρώτη την Ελλάδα.
Οσοι θα αμφισβητούσαν ότι η ελληνική περίπτωση της πολιτικής βίας είναι διακριτό φαινόμενο, θα βρουν στο δοκίμιο του Δ. Ψυχογιού ένα συγκριτικό πλαίσιο της πολιτικής βίας σε ευρωπαϊκό επίπεδο, την οποία ο συγγραφέας θεματοποιεί και περιοδολογεί σε όλη τη μεταπολεμική περίοδο και με ιδιαίτερη επιμέλεια από τη δεκαετία του ’60 μέχρι σήμερα. Η ελληνική διαφορά προκύπτει αβίαστα προς όλους σχεδόν τους αναβαθμούς της κλιμάκωσής της (από τις «απλές» διαδηλώσεις, τη βία στις πορείες και τις καταλήψεις, μέχρι τις βομβιστικές επιθέσεις και τις πολιτικές δολοφονίες). Βαθύς γνώστης της δημιουργίας και ανάπτυξης των κοινωνικών και πολιτικών κινημάτων, όπως του ευρωπαϊκού ’68 και των μετενσαρκώσεών του, των νεο-εθνικισμών τύπου ΙRA και ΕΤΑ, της ιταλικής και γερμανικής τρομοκρατίας της δεκαετίας του ’70, και αντιστικτικά της μετεμφυλιακής περιόδου στην Ελλάδα, ο συγγραφέας, με λιτό, ενίοτε αυτοβιογραφικό ύφος, συναντά τον πανεπιστημιακό-ερευνητή, που εντοπίζει και αναλύει κρίσιμες μεταξύ τους διαφοροποιήσεις όχι μόνον ως προς τη γέννηση της εγχώριας πολιτικής βίας, τα ελληνικά «έρποντα μολυβένια χρόνια», αλλά και τη μακροημέρευσή της, την κοινωνική της νομιμοποίηση. Το δεύτερο μέρος του βιβλίου του, το οποίο αποτελείται από άρθρα δημοσιευμένα στο «Βήμα» στις αρχές της προηγούμενης δεκαετίας και τα οποία επικεντρώνουν κυρίως το ενδιαφέρον τους στις τρομοκρατικές επιθέσεις της 11ης Σεπτεμβρίου και την ελληνική τρομοκρατία, συμπληρώνει αυτόν τον πολύ ενδιαφέροντα τόμο.

Ο κ. Ανδρέας Πανταζόπουλος είναι επίκουρος καθηγητής Πολιτικής Επιστήμης στο ΑΠΘ.

ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ

Βιβλία
Σίβυλλα
Helios Kiosk