Η επιστολή του κ. Μάνου Κοντολέων

Η επιστολή του κ. Μάνου Κοντολέων | tovima.gr

Στο ΒΗmagazino της 9.12.2012 δημοσιεύθηκε στη σελίδα με τίτλο «Περιπαικτικά», άρθρο της κυρίας Λώρης Κέζα με τίτλο: «Σύγκρουση πνευματικών συμφερόντων – Πώς η Ελλάδα των διανοούμενων δεν διαφέρει από την Ελλάδα των πολιτικών».

Το παραπάνω άρθρο της κυρίας Λώρης Κέζα είναι γραμμένο με τέτοιο τρόπο ώστε να δημιουργείται η εντύπωση στους αναγνώστες του περιοδικού σας πως εγώ προσωπικά, με την ιδιότητα του μέλους της Επιστημονικής Επιτροπής του Προγράμματος «Καινοτόμες δράσεις ενίσχυσης της φιλαναγνωσίας των μαθητών» που είχε υπό την εποπτεία του το Υπουργείο Πολιτισμού και εκτελούσε το Εθνικό Κέντρο Βιβλίου, ενήργησα με τρόπο ώστε να ευνοηθώ τόσο εγώ, όσο και μέλη της οικογένειάς μου, στη σύνταξη του καταλόγου των προς αγορά βιβλίων παιδικής λογοτεχνίας που θα χρησιμοποιηθούν για δράσεις του πιο πάνω αναφερομένου προγράμματος φιλαναγνωσίας.

Συγκεκριμένα η συντάκτρια του άρθρου υπογραμμίζει πως έκρινα ως καλύτερα μεταξύ άλλων και πολλά από τα δικά μου βιβλία. Και στη συνέχεια προσθέτει: η επιτροπή έκρινε ως καλύτερα τα βιβλία της συζύγου μου και της θυγατέρας μου.

Για την πρώτη καταγγελία σας παραθέτω τη διευκρίνηση της επιτροπής έτσι όπως δίνεται στο υπόμνημά της προς τον Υπουργό Παιδείας, Θρησκευμάτων, Αθλητισμού και Πολιτισμού και κοινοποιήθηκε επίσης και στον καθ’ ύλην αρμόδιο Αναπληρωτή Υπουργό Πολιτισμού:

Μετά από συζήτηση και προβληματισμό, αποφασίσαμε ομόφωνα:

α. Να συμπεριλάβουμε στον κατάλογο των βιβλίων και έργα (πρωτότυπα ή μεταφρασμένα) μελών της επιτροπής, με το σκεπτικό ότι τα έργα αυτά είναι καταξιωμένα τόσο στη χώρα μας όσο και διεθνώς. Ετσι συμπεριελήφθησαν έργα του Βαγγέλη Ηλιόπουλου και του Μάνου Κοντολέων, οι οποίοι υπηρετούν εδώ και χρόνια την παιδική λογοτεχνία με δεκάδες βιβλία βραβευμένα και μεταφρασμένα σε πολλές γλώσσες και είναι βέβαιο ότι καμιά επιτροπή δεν θα τους απέκλειε από ένα «σώμα» 500 τίτλων.

β. Να θέσουμε ως ανώτατο όριο ανά δημιουργό τα έξι πρωτότυπα βιβλία. Αυτό αφορά το έργο 17 συγγραφέων, ιδιαίτερα αναγνωρισμένων και καταξιωμένων στην Ελλάδα και στο εξωτερικό.

Κανείς δεν μπορεί να αμφισβητήσει πως μετά από 43 χρόνια παρουσίας μου στο χώρο της λογοτεχνίας και μετά από τα περίπου 60 βιβλία που έχω εκδώσει, μετά από πολλαπλές διακρίσεις και δύο κρατικά βραβεία, υποψηφιότητες σε διεθνή βραβεία (Αντερσεν και Αστριντ Λίντγκρεν) και μεταφράσεις σε άλλες χώρες, πως δεν δικαιούμαι να ανήκω ανάμεσα στους 17 αυτούς συγγραφείς.

Ακόμα δε και αν η επιτροπή είχε μια εντελώς διαφορετική σύνθεση και εγώ δεν ήμουν μέλος της και πάλι τα βιβλία μου θα ήταν ανάμεσα στις πρώτες επιλογές για τη συμπλήρωση του καταλόγου.

Για την άλλη κατηγορία, πως δηλαδή η επιτροπή έκρινε καλύτερα βιβλία της συζύγου και της κόρης μου, έχω να παρατηρήσω για μεν την πρώτη (που με το μεταφραστικό της έργο συμμετέχει στον κατάλογο) πως δεν υπάρχει κανένα χρηματικό όφελος για εκείνη μιας και η μεταφραστική εργασία αμείβεται εφάπαξ και όχι με βάση τα ποσοστά επί των πωλήσεων και ακόμα πως (όπως και πάλι στο υπόμνημα της επιτροπής αναφέρεται):

(Αποφασίσαμε) Να επιλέξουμε από την ξένη, σύγχρονη και κλασική, παιδική λογοτεχνία βιβλία συγγραφέων με ιδιαίτερη παγκόσμια αναγνώριση, στις πλέον δόκιμες μεταφράσεις.

Η σύζυγός μου Κώστια Κοντολέων είναι μια από τις πιο αξιόλογες μεταφράστριες, το μεταφραστικό της δε έργο έχει επανειλημμένως βραβευτεί, είναι δε η μόνη μεταφράστρια που έχει τιμηθεί με Κρατικό Βραβείο Μετάφρασης για μυθιστόρημα για παιδιά. Κι άλλωστε με ποια δικαιολογία η επαγγελματική υπόσταση μιας γυναίκας σήμερα καλύπτεται από τις παράλληλες επαγγελματικές δραστηριότητες του συζύγου της;

Για δε την ύπαρξη στον κατάλογο του βραβευμένου από το Ελληνικό Τμήμα της Διεθνούς Οργάνωσης Βιβλίων για Νέους (Κύκλος Ελληνικού Παιδικού Βιβλίου) και περιλαμβανόμενου στη βραχεία λίστα των βραβείων του περιοδικού ΔΙΑΒΑΖΩ, «Οι εφτά ζωές του Κόμπου» της κόρης μου, Αννας Κοντολέων, και πάλι σας παραθέτω το σχετικό απόσπασμα του εν λόγω υπομνήματος:

(Αποφασίσαμε) Να συμπεριλάβουμε βιβλία βραβευμένων και διακριθέντων νέων συγγραφέων και εικονογράφων.

Είναι, λοιπόν, πασιφανές πως καμιά χαριστική και υπόπτων σκοπιμοτήτων διάκριση δεν έγινε μήτε για τα δικά μου έργα, μήτε για εκείνα που υπογράφουν μέλη της οικογένειάς μου, και εν τέλει θα ήταν άδικο έργα καταξιωμένα από την κριτική και αγαπημένα από τους αναγνώστες να μη συμπεριληφθούν στον κατάλογο λόγω μιας φαρισαϊκής νοοτροπίας.

Στο ίδιο άρθρο, η συντάκτριά σας παραθέτει διάφορους αριθμούς εκδοθέντων βιβλίων δικών μου και της οικογένειάς μου που δήθεν αποκαλύπτουν την πρόθεσή μου να ευνοήσω με τις επιλογές μου τις Εκδόσεις Πατάκη, εκδότη στον οποίο είναι αλήθεια πως έχω εκδώσει τα περισσότερα βιβλία μου, αλλά και ο οποίος, επίσης είναι αλήθεια, πως είναι ο εκδοτικός οίκος που περιλαμβάνει ανάμεσα στους τίτλους του τους καλύτερους έλληνες συγγραφείς παιδικής λογοτεχνίας.

Και για το ζήτημα αυτό, το υπόμνημα της επιτροπής αναφέρει:

Επίσης, ως επιτροπή, φροντίσαμε στις επιλογές μας να αντιπροσωπεύονται οι περισσότεροι εκδοτικοί οίκοι που εκδίδουν βιβλία για παιδιά, λαμβάνοντας υπόψη την ποιότητα των σχετικών τίτλων τους. Κατά συνέπεια, κάποιοι εκδοτικοί οίκοι εκπροσωπούνται με περισσότερα βιβλία τους.

Και στο σημείο αυτό, για να γίνει περισσότερο κατανοητό το πώς οι Εκδόσεις Πατάκη έχουν μεγάλο αριθμό βιβλίων στον κατάλογο, θα ήθελα να δώσω ένα παράδειγμα: όπως σε έναν κατάλογο βιβλίων με ποιήματα ελλήνων ποιητών, οι Εκδόσεις Ικαρος (εκδότες των Σεφέρη, Ελύτη, Καρούζου, Καβάφη, Εγγονόπουλου, Δημουλά κ.ά.) θα είχαν τους περισσότερους τίτλους, με την ίδια λογική και οι Εκδόσεις Πατάκη στα ελληνικά βιβλία για παιδιά έχουν δικαιωματικά το μεγαλύτερο ποσοστό συμμετοχής.

Κι άλλωστε είναι, νομίζω, χαρακτηριστικό πως εκδοτικοί οίκοι με ιστορία στο παιδικό βιβλίο (Ψυχογιός, Κέδρος, Καστανιώτης, Αγκυρα κ.ά.) δεν εκφράσανε κανένα παράπονο και δεν αμφισβήτησαν την ποιότητα του καταλόγου των προς αγορά βιβλίων. Στο ζήτημα αυτό αξίζει να σας θυμίσω πως Γενικός Γραμματέας του ΕΚΕΒΙ ήταν ο εκδότης κ. Αργύρης Καστανιώτης και ο οποίος μαζί με όλα τα υπόλοιπα μέλη του ΔΣ του ΕΚΕΒΙ είχε εγκρίνει τον κατάλογο που είχε συντάξει η επιτροπή μας.

Η κυρία Λώρη Κέζα έχει μια πολυετή θητεία στη δημοσιογραφία για θέματα βιβλίου. Εχει γράψει και η ίδια μερικά παιδικά βιβλία (τα οποία η επιστημονική επιτροπή δεν τα επέλεξε να συμπεριληφθούν στον κατάλογο), υπήρξε ακόμα συνεργάτης των Εκδόσεων Πατάκη, αλλά και δική μου την εποχή που είχα την ευθύνη του in flight περιοδικού της Ολυμπιακής Αεροπορίας. Γνωρίζει, με άλλα λόγια, τα πρόσωπα και το έργο τους, τους συγγραφείς και το ήθος του καθενός από αυτούς.

Προτού αποφασίσει να ασχοληθεί με το θέμα της σύνταξης αυτού του καταλόγου, θα έπρεπε να είχε λάβει υπ΄ όψιν της όλα αυτά τα στοιχεία και να ζητούσε διευκρινήσεις τόσο από μέλη της επιτροπής, όσο και από το ίδιο το Εθνικό Κέντρο Βιβλίου. Να έπαιρνε και τη γνώμη άλλων σημαντικών συγγραφέων και μελετητών της παιδικής λογοτεχνίας.

Μικρός είναι ο τόπος μας και γνωστό το αποτύπωμα του καθενός μας.

Μετά απ΄ τα όσα σας εξέθεσα, ο καθένας μπορεί να διαπιστώσει πως όλο το ύφος με το οποίο γράφτηκε το συγκεκριμένο άρθρο της κυρίας Κέζα δε συνάδει με την αναγνώριση της ποιότητας του έργου μου και ακόμα οι χαρακτηρισμοί όπως κομπιναδόροι και παρατρεχάμενοι με τους οποίους καταλήγει το κείμενο είναι άδικοι, δυσφημιστικοί και κηλιδώνουν την ηθική υπόσταση ανθρώπων που έχουν για χρόνια και με τα έργα τους προσφέρει πολλά στο χώρο του παιδικού, κι όχι μόνο, βιβλίου.

Θεωρώ, με την εξέλιξη μάλιστα που έλαβε το όλο θέμα (την πέρα από κάθε δεοντολογία απονομής δικαιοσύνης απόφαση του Υφυπουργού Πολιτισμού), πως με τα όλο ανακρίβειες και κακόβουλα ψεύδη άρθρο της, η συνεργάτις του περιοδικού σας έχει θίξει την προσωπική και επαγγελματική μου αξιοπρέπεια και γι’ αυτό ζητώ από εσάς την αυτονόητη δημοσίευση της επιστολής μου αυτής τόσο στην ηλεκτρονική όσο και στην έντυπη έκδοση του περιοδικού σας.

Δηλώνω δε πως εγώ, έχοντας επί ένα και πλέον έτος εργαστεί αμισθί για τον σχεδιασμό και την υλοποίηση αυτού του προγράμματος και σε πείσμα αυτών που το απεργάζονται, πως θα κάνω ό,τι θα θεωρήσω αναγκαίο για τη συνέχιση και την πλήρη εφαρμογή του.

Κατά τα άλλα, για το συκοφαντικό και υβριστικό άρθρο της κυρίας Κέζα, που δημοσιεύσατε και το οποίο θίγει την προσωπικότητά μου και τη συγγραφική και επαγγελματική μου υπόσταση, επιφυλάσσομαι για κάθε νόμιμο δικαίωμά μου.

Μάνος Κοντολέων

συγγραφέας – κριτικός

BHMAgazino
ΒΗΜΑτοδότης
Σίβυλλα
Helios Kiosk