«Μικροί» και «μεγάλοι» εν δράσει

«Αγνοούμε το μεγαλύτερο μέρος της ανθρώπινης εμπειρίας επειδή η λογοτεχνία που το εκφράζει δεν είναι γραμμένη στην αγγλική γλώσσα» έλεγε τον Ιανουάριο του 2011, στο Λογοτεχνικό Φεστιβάλ της Τζαϊπούρ στην Ινδία, ο τούρκος νομπελίστας πεζογράφος Ορχάν Παμούκ, αγανακτώντας για την κατίσχυση της αγγλικής. Αργότερα θα κατηγορούσε την κριτική ότι αποδίδει εθνικά χαρακτηριστικά στη μυθιστοριογραφία του και την «επαρχιωτικοποιεί».

«Αγνοούμε το μεγαλύτερο μέρος της ανθρώπινης εμπειρίας επειδή η λογοτεχνία που το εκφράζει δεν είναι γραμμένη στην αγγλική γλώσσα» έλεγε τον Ιανουάριο του 2011, στο Λογοτεχνικό Φεστιβάλ της Τζαϊπούρ στην Ινδία, ο τούρκος νομπελίστας πεζογράφος Ορχάν Παμούκ, αγανακτώντας για την κατίσχυση της αγγλικής. Αργότερα θα κατηγορούσε την κριτική ότι αποδίδει εθνικά χαρακτηριστικά στη μυθιστοριογραφία του και την «επαρχιωτικοποιεί».
Το περιστατικό συμπυκνώνει εναργέστατα την ιστορία της παγκόσμιας λογοτεχνίας όπως την αντιλαμβάνεται η γαλλίδα κριτικός Πασκάλ Καζανοβά, μια ιστορία αντιπαλότητας ανάμεσα σε κυρίαρχους και κυριαρχούμενους, κέντρο και περιφέρεια, ισχυρές και ασθενείς γλώσσες, «μεγάλες» και «μικρές» λογοτεχνίες, εθνικούς και διεθνείς συγγραφείς.
Ο διεθνής λογοτεχνικός χώρος αρχίζει να συγκροτείται στα μέσα της Αναγέννησης και η Ιταλία, χάρη στη λατινική της παράδοση και στους τρεις μεγάλους Τοσκανούς, τον Δάντη, τον Πετράρχη και τον Βοκκάκιο, είναι αδιαφιλονίκητη δύναμη. Στο μονοπώλιο των λατινικών αντιδρούν όμως, στα μέσα του 16ου αιώνα, οι γάλλοι ποιητές της Πλειάδας: προωθούν τη γαλλική γλώσσα και εγκαινιάζουν την περίοδο της λογοτεχνικής ηγεμονίας της Γαλλίας.
Δύο αιώνες αργότερα, ο γερμανός κριτικός Γιόχαν Χέρντερ ανατρέπει όλες τις ιεραρχίες: αναδεικνύει το «πνεύμα του λαού» σε πηγή κάθε καλλιτεχνικής δημιουργίας και νομιμοποιεί όλες τις νέες λογοτεχνίες που παράγονται στις «χυδαίες» γλώσσες των εθνικών κρατών που ξεπηδούν από τις επαναστάσεις του 18ου και του 19ου αιώνα. Ο διεθνής λογοτεχνικός χώρος διευρύνεται, και επεκτείνεται ακόμη περισσότερο μετά την αποαποικιοκρατικοποίηση, καθώς συγγραφείς αποκλεισμένοι ως τότε από την ίδια την ιδέα της λογοτεχνίας προσέρχονται στη διεθνή αρένα.

Το χρηματιστήριο του πνεύματος
Μια «αγορά όπου όλα τα έθνη προσφέρουν τα εμπορεύματά τους» είναι η παγκόσμια λογοτεχνία, η Weltliteratur, έγραφε ο Γκαίτε. Ο Πολ Βαλερί παρομοίαζε τον κόσμο του πνεύματος με χρηματιστήριο, όπου το πνεύμα αποτελεί επενδύσιμη αξία. Κινούμενη στο ίδιο πλαίσιο και χρησιμοποιώντας το θεωρητικό οπλοστάσιο του Πιερ Μπουρντιέ για το «λογοτεχνικό κεφάλαιο», η Καζανοβά κατονομάζει τους παράγοντες που ανεβάζουν την αξία αυτού του κεφαλαίου: την παλαιότητά του, τον όγκο του (τα κλασικά κείμενα και τους καταξιωμένους συγγραφείς που διαθέτει) και την «πίστωση» που του δίδεται χάρη στον πλούτο του, στο κύρος και στους αξιοποιήσιμους πόρους του (μεταφραστές, εκδότες, κριτικούς, περιοδικά, επιτροπές, λογοτεχνικές σχολές, βραβεία).
Εχοντας όλα τα προσόντα, η Γαλλία καταλήγει να κυριαρχεί στην παγκόσμια λογοτεχνία και το Παρίσι γίνεται – τουλάχιστον ως τη δεκαετία του ’60 – αδιαμφισβήτητο λογοτεχνικό κέντρο με ισχύ να διαμορφώνει τη λογοτεχνική σκηνή. Ο Πόου, ο Τζόις, ο Φόκνερ, ο Μπέκετ, ο Ναμπόκοφ αναγνωρίστηκαν στη χώρα τους αλλά και διεθνώς αφότου τους επέβαλαν οι κριτικοί και οι εκδότες της γαλλικής πρωτεύουσας.
Εκεί βρίσκεται ο «μεσημβρινός του Γκρίνουιτς», το σημείο μηδέν του λογοτεχνικού χρόνου, εκεί γεννιέται η πρωτοπορία, εκεί εδράζεται η νεωτερικότητα. Σε απόσταση από το κέντρο αυτό, συγγραφείς και λογοτεχνίες ζουν σε χρόνους καλλιτεχνικής «καθυστέρησης», ήτοι, σύμφωνα με την Καζανοβά, δεν ξεφεύγουν από τον παραδοσιακό ρεαλισμό.

Η αριστοκρατία της λογοτεχνίας
Ποιος θεωρείται πλέον διεθνής λογοτέχνης; Εκείνος τον οποίο διαβάζει η καλλιεργημένη ελίτ της χώρας του και τον γνωρίζει η αντίστοιχη ελίτ των άλλων χωρών. Στερημένοι, περιφερειακοί, κυριαρχούμενοι συγγραφείς, όπως οι Ινδοί Νάιπολ και Ρούσντι ή οι Ιρλανδοί Τζόις και Μπέκετ, θα επιδιώξουν την αναγνώριση από το Λονδίνο, το κέντρο του εθνικού πεδίου τους, με διαφορετικούς τρόπους ο καθένας: μέσα από την αφομοίωση προς τις βρετανικές αξίες ο πρώτος ή μέσα από τη ρήξη, επιλέγοντας την εξορία στη Γαλλία, ο τελευταίος.
Η λογοτεχνία δεν είναι δημοκρατία, είναι αριστοκρατία, και η πρόσβαση στο λογοτεχνικό σύμπαν είναι άνιση – μολονότι η κεντρική σκηνή επιμένει να το αρνείται. Βασική οδό επικοινωνίας μεταξύ κέντρου και περιφέρειας αποτελεί η μετάφραση: εισάγει την παραγωγή της περιφέρειας στο κέντρο για να την καθιερώσει, εμπλουτίζοντας τελικά την κεντρική σκηνή, και μεταφέρει τα καλλιτεχνικά ρεύματα και τους μοντέρνους τρόπους της κεντρικής παραγωγής στην «καθυστερημένη» περιφέρεια.
Μέσα σε αυτό το κλίμα έντασης όπου οι «εθνικοποιημένοι» λογοτεχνικοί χώροι ανταγωνίζονται ο ένας τον άλλον, η λογοτεχνία αποκτά αυτοδυναμία και γίνεται εξουσία όταν ανεξαρτητοποιείται από την πολιτική, το έθνος και την οικονομία – πράγμα συνήθως ανέφικτο, αναγκάζεται να παραδεχθεί η συγγραφέας. Εντονότερες είναι οι εξαρτήσεις της λογοτεχνίας από την πολιτική και την εθνική αισθητική στις λεγόμενες «μικρές» λογοτεχνίες, σχολιάζει η Καζανοβά και παραπέμπει, μεταξύ άλλων, στο παράδειγμα της νέας ελληνικής λογοτεχνίας και στη σύνδεσή της με το ιδεολόγημα της Μεγάλης Ιδέας.

Ωρα Ανατολικής Ακτής
Στηριγμένη κατ’ εξοχήν σε γαλλική βιβλιογραφία και με αρκετές επαναλήψεις, η αφήγηση της Καζανοβά έχει πρόδηλο γαλλοκεντρικό προσανατολισμό, ο οποίος σε σημεία ενοχλεί. Αναντίρρητα όμως είναι μια εποπτική, πλούσια σε λεπτομέρειες και παραδείγματα, θελκτική αφήγηση για τη λογοτεχνία, η οποία λειτουργεί κάλλιστα ως «κριτικό όπλο» στην υπηρεσία των έκκεντρων συγγραφέων προκειμένου να διεκδικήσουν τη θέση τους στον κόσμο της λογοτεχνίας. Αυτή ήταν άλλωστε η φιλοδοξία της συγγραφέως και οι πολλές μεταφράσεις του βιβλίου δείχνουν ότι πέτυχε στον σκοπό της. Προσφέρει ένα ενδιαφέρον ερμηνευτικό εργαλείο για να προσεγγίσουμε μείζονες περιφερειακούς συγγραφείς της δικής μας επικράτειας, τον Σολωμό, τον Καβάφη, τον Τσίρκα, αλλά και τους νεότερους δίγλωσσους, λόγου χάριν τον Βασίλη Αλεξάκη και τον Θοδωρή Καλλιφατίδη. Αν πρόκειται όμως να το χρησιμοποιήσουμε για την προώθηση της σύγχρονης λογοτεχνικής παραγωγής μας, οφείλουμε να συνυπολογίσουμε δύο πρόσφατες ανατροπές τις οποίες η Καζανοβά, πρωτογράφοντας το βιβλίο το 1999, δεν έλαβε υπόψη: την επανάσταση του Διαδικτύου, που σημασιοδοτεί διαφορετικά τις έννοιες κέντρο και περιφέρεια, και τη μετατόπιση του «μεσημβρινού του Γκρίνουιτς» δυτικά. Οσο και αν προσπαθεί η ίδια να υποτιμήσει το γεγονός μιλώντας για «εμπορική παγκοσμιοποίηση» της λογοτεχνίας, η πραγματικότητα είναι ότι το ρολόι της διεθνούς λογοτεχνίας δείχνει τώρα ώρα Ανατολικής Ακτής.

ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ

Ακολουθήστε στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, από
Βιβλία
ΒΗΜΑτοδότης
Σίβυλλα
Helios Kiosk