• Αναζήτηση
  • Στο Συμβούλιο της Επικρατείας η έκτακτη εισφορά αλληλεγγύης

    Η πρώτη προσφυγή κατά της έκτακτης εισφοράς αλληλεγγύης και η δεύτερη κατά του ετήσιου τέλους επιτηδεύματος κατατέθηκε στο Συμβούλιο της Επικρατείας, ενώ μέσα στις επόμενες μέρες, ίσως και την Παρασκευή, θα καταθέσει και ο Δικηγορικός Σύλλογος Αθηνών

    ΤοΒΗΜΑ Team

    Η πρώτη προσφυγή κατά της έκτακτης εισφοράς αλληλεγγύης και η δεύτερη κατά του ετήσιου τέλους επιτηδεύματος κατατέθηκε στο Συμβούλιο της Επικρατείας, ενώ μέσα στις επόμενες μέρες, ίσως και την Παρασκευή, θα καταθέσει και ο Δικηγορικός Σύλλογος Αθηνών.

    Παράλληλα, σύμφωνα με πληροφορίες, ο Σύλλογος θα καταθέσει και αίτημα προκειμένου να συζητηθεί άμεσα η υπόθεση στην Ολομέλεια του Ανωτάτου Ακυρωτικού Δικαστηρίου με τη διαδικασία της «πρότυπης δίκης» όπως προβλέπει ο Ν. 3900/2010.

    Ακόμη, ο Σύλλογος θα αναρτήσει στην ιστοσελίδα του το κείμενο της προσφυγής του για να αποτελέσει υπόδειγμα για τους δικηγόρους.

    «Τσουνάμι» ανάλογων προσφυγών αναμένεται να κατατεθεί στο Συμβούλιο της Επικρατείας. Για το λόγο αυτό, ήδη μεγάλος αριθμός δικηγορικών γραφείων εργάζονται πυρετωδώς για τη σύνταξη ανάλογων προσφυγών.

    Στο Συμβούλιο της Επικρατείας προσέφυγε ο δικηγόρος Αθηνών Άγγελος Τσιγκρής ο οποίος στρέφεται κατά της από 2.8.2011 απόφασης του υπουργού Οικονομικών (ΠΟΛ.1167) που καθορίζει τη «διαδικασία για την βεβαίωση και είσπραξη της ειδικής εισφοράς αλληλεγγύης στα φυσικά πρόσωπα, της έκτακτης εισφοράς σε αντικειμενικές δαπάνες και του τέλους επιτηδεύματος».

    Ο δικηγόρος υποστηρίζει ότι η επίμαχη υπουργική απόφαση είναι αντισυνταγματική, παράνομη και αντίθετη στην Ευρωπαϊκή Σύμβαση Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ΕΣΔΑ).

    Ειδικότερα, υπογραμμίζει ότι παραβιάζονται οι διατάξεις του άρθρου 78 του Συντάγματος που καθιερώνουν τις αρχές της φοροδοτικής ικανότητας των πολιτών της φορολογικής ισότητας και της νομιμότητας του φόρου.

    Αλλά πέρα από το χαρακτηρισμό της επίμαχης οικονομικής επιβάρυνσης ως τέλους αυτό συνιστά φόρο, συμπληρώνει ο δικηγόρος.

    Ειδικότερα, τονίζει:

    «Το τέλος επιτηδεύματος έχει όλα τα χαρακτηριστικά γνωρίσματα του φόρου και συγκεκριμένα πρόκειται για χρηματική, υποχρεωτική και οριστική οικονομική επιβάρυνση των φορολογουμένων, επιτηδευματιών και ελεύθερων επαγγελματιών, προς το κράτος προς εκπλήρωση δημοσίου σκοπού που πραγματοποιείται με βάση προνόμια δημόσιας εξουσίας και η οποία δίνεται χωρίς ειδικό αντάλλαγμα. 

    » Σε κάθε περίπτωση η έλλειψη ειδικού ανταλλάγματος, η οποία συνιστά την ειδοποιό διαφορά μεταξύ φόρου και ανταποδοτικού τέλους, φανερώνει την πραγματική φύση του επιβαλλόμενου τέλους επιτηδεύματος ως φόρου.»

    Μάλιστα, επικαλείται νομολογία (παλαιές αποφάσεις) τόσο του Ανωτάτου Ειδικού Δικαστηρίου όσο και του Συμβουλίου της Επικρατείας, σύμφωνα με την οποία «μια οικονομική επιβάρυνση έχει το χαρακτήρα φόρου και όχι τέλους, ακόμη και αν ονομάζεται έτσι, σε περίπτωση που δεν προβλέπεται ειδικό αντάλλαγμα από το κράτος ή άλλο δημόσιο φορέα».

    Συνεπώς, συνεχίζει ο δικηγόρος, «το επιβαλλόμενο με τις διατάξεις του άρθρου 31 του Ν. 3986/2011 τέλους επιτηδεύματος συνιστά φόρο και όχι τέλος, παρά τον εκ νόμου διδόμενο σε αυτό χαρακτηρισμό, ελλείψει παροχής ειδικού ανταλλάγματος στους υπόχρεους».

    Στην πραγματικότητα, με το προβλεπόμενο τέλος επιτηδεύματος, επιβάλλεται κεφαλικός φόρος, δεδομένου ότι οι φορολογούμενοι, επιτηδευματίες και ελεύθεροι επαγγελματίες, αποτελούν αυτοί καθαυτοί τη βάση επιβολής του εν λόγω φόρου, προσθέτει ο Τσιγκρής.

    Ακόμη, αναφέρει ότι η επιβολή «κεφαλικού φόρου», όπως το τέλος (φόρος) επιτηδεύματος, παραβιάζει και την αρχή της φοροδοτικής ικανότητας που κατοχυρώνεται στην παράγραφο 5 του άρθρου 4 του Συντάγματος.

    Οι φορολογούμενοι, συνεχίζει ο δικηγόρος, θα πρέπει να φορολογούνται ανάλογα με τις δυνάμεις τους, δηλαδή τη φοροδοτική τους ικανότητα και όχι με κριτήρια, όπως για παράδειγμα ο τόπος εγκατάστασής τους, τα οποία δεν είναι κατάλληλα και αντικειμενικά για την ανεύρεση της φοροδοτικής τους ικανότητας.

    Έτσι, δύο φορολογούμενοι, οι οποίοι έχουν διαφορετική φοροδοτική ικανότητα (για παράδειγμα ο ένας έχει 20.000 ευρώ έσοδα και ο άλλος 200.000 ευρώ έσοδα), θα επιβαρυνθούν με το ίδιο ακριβώς ποσό, 400 ευρώ εάν είναι εγκατεστημένοι στην Αθήνα.

    Με τον τρόπο αυτό παραβιάζεται και η συνταγματική αρχή της ισότητας την οποία επιβάλλει η Πολιτεία και μεταχειρίζεται με ομοιόμορφο τρόπο τους φορολογούμενους που τελούν υπό όμοιες συνθήκες από την πλευρά της φοροδοτικής ικανότητας.

    Επίσης, η επιβολή «κεφαλικού φόρου» μόνο στους ελεύθερους επαγγελματίες και στους επιτηδευματίες και όχι στους λοιπούς φορολογούμενους παραβιάζει την αρχή της φορολογικής ισότητας. 

    Πολύ περισσότερο παραβιάζεται η εν λόγω αρχή, καθώς προβλέπονται και εξαιρέσεις από την επιβολή του τέλους επιτηδεύματος.

    Παράνομη χαρακτηρίζει ο δικηγόρος την πρόβλεψη της επίμαχης απόφασης που αναφέρει ότι η κατάθεση προσφυγής στα Διοικητικά Δικαστήρια δεν αναστέλλει την είσπραξη του τέλους επιτηδεύματος.

    Και αυτό γιατί ο πρόσφατος νόμος 3943/2011 με την κατάθεση προσφυγής αναστέλλεται η πληρωμή του 50% του τέλους, φόρου κ.λπ.

    Ως προς την ειδική εισφορά αλληλεγγύης ο Τσιγκρής υπογραμμίζει ότι παραβιάζει τις συνταγματικές αρχές της φοροδοτικής ικανότητας και της μη αναδρομικότητας των φορολογικών νόμων.

    Συγκεκριμένα, αναφέρει ο δικηγόρος, με το «άρθρο 29 του Ν. 3986/2011 θεσπίζεται αναδρομικά εφαρμογή φορολογικού τεκμηρίου και διαδικασίας και μεθόδου εξεύρεσης της φορολογητέας ύλης, καθώς και η αναδρομική κατάργηση υφιστάμενου φορολογικού καθεστώτος που προβλέπει φορολογικές αλλαγές».

    Ο φόρος αλληλεγγύης παραβιάζει και τις συνταγματικές αρχές της φορολογικής ισότητας και της προοδευτικότητας του φόρου και αυτό γιατί οι «φορολογικοί συντελεστές επιβάλλονται στο σύνολο των εισοδημάτων των φορολογουμένων και όχι σε μέρος των εισοδημάτων αυτών με βάση την προοδευτική κλίμακα υπολογισμού του φόρου, όπως προβλέπεται στο φόρο εισοδήματος φυσικών προσώπων».

    Η εισφορά αλληλεγγύης και το τέλος επιτηδεύματος παραβιάζουν την ΕΣΔΑ, καθώς και τα δύο επιβάλλονται για το ίδιο οικονομικό αντικείμενο προσβάλλοντας έτσι το κατοχυρωμένο περιουσιακό δικαίωμα των φορολογουμένων.

    Τέλος, σημειώνει ότι το ύψος των νέων έκτακτων φόρων είναι δυσανάλογα μεγάλο σε σχέση με τη φοροδοτική ικανότητα των φορολογούμενων και ενδέχεται οι φορολογούμενοι να στερηθούν την ιδιοκτησία τους, αφού για να καταβάλουν το ποσό των αμφισβητούμενων φόρων, θα πρέπει να προβούν στη λήψη μέτρων (π.χ. λήψη δανείων), ενώ σε περίπτωση μη συμμόρφωσής τους με την υποχρέωση αυτή υπάρχει ο κίνδυνος να ληφθούν μέτρα αναγκαστικής εκτέλεσης σε βάρος της περιουσίας τους, όπως για παράδειγμα επιβολή κατάσχεσης στην ακίνητη περιουσία.

    Κοινωνία