Η κατάθεση από το υπουργείο Παιδείας του σχεδίου του νόμου-πλαισίου για την Ανώτατη Παιδεία ήρθε ως συνέχεια της κυβερνητικής πολιτικής για την αναθεώρηση του άρθρου 16.
Από τη δική του πλευρά το κίνημα της Ακαδημαϊκής Κοινότητας κατέδειξε ότι η αναθεώρηση του άρθρου 16 δεν απαντά στα πραγματικά ζητούμενα της Ανώτατης Παιδείας, αγωνίστηκε για την αποτροπή της και διεκδίκησε την ενίσχυση και αναβάθμιση του Δημόσιου Πανεπιστημίου. Πώς όμως ανταποκρίνεται αυτό το νομοσχέδιο στην πανθομολογούμενη ανάγκη μεταρρύθμισης της Ανώτατης Εκπαίδευσης με κοινά ζητούμενα την ενίσχυση της αυτοτέλειας και τη διασφάλιση της ποιότητάς της; Πώς ανταποκρίνεται στην πρόκληση της Κοινωνίας της Γνώσης και της Απασχόλησης;
1. Η μεταρρύθμιση είναι τομή που εκφράζεται από ένα σύνολο αμοιβαίων δεσμεύσεων με την εισαγωγή νέων θεσμών.
Πού δεσμεύεται όμως η κυβέρνηση; Δεσμεύεται στο ύψος της χρηματοδότησης των Πανεπιστημίων; Οχι, ούτε καν στο ανεπαρκές, για μια γενναία τομή, 5% του ΑΕΠ, που η ίδια είχε εξαγγείλει. Δεσμεύεται έστω στον προγραμματισμό των εισακτέων; Και πώς τα συναρτά όλα αυτά με τον προγραμματισμό των Πανεπιστημίων; Η έλλειψη αυτών των δεσμεύσεων καθιστά το εγχείρημα της μεταρρύθμισης χωρίς ουσιαστικό έρεισμα.
Η μόνη «τομή» που επιχειρεί το νομοσχέδιο είναι η αντισυνταγματική διεύρυνση του άρθρου 16 του Συντάγματος, ώστε να διευκρινίσει ότι τα ΑΕΙ συμπεριλαμβάνουν τα Πανεπιστήμια και τα ΤΕΙ. Και όταν αυτή η τομή επιχειρείται χωρίς καμία άλλη προϋπόθεση ουσιαστικής αναβάθμισης των ΤΕΙ, τότε το συμπέρασμα που προκύπτει είναι ότι ολοκληρώνεται διά νόμου η ανάπτυξη της δομής της Μπολόνια, στην ελληνική Ανώτατη Εκπαίδευση, και μάλιστα χωρίς να είναι υποχρεωτική η εφαρμογή της στις εθνικές πολιτικές για την Παιδεία. Ο κατακερματισμός των σπουδών σε τριετείς ή τετραετείς και πενταετείς κύκλους απορρυθμίζει τόσο τα Πανεπιστήμια όσο και τα επαγγέλματα.
Πώς θα διασφαλιστεί ότι τα διπλώματα δεν θα υποβαθμιστούν; Οτι τα επαγγέλματα δεν θα ασκούνται με κίνδυνο βλάβης του δημοσίου συμφέροντος; Χρειάζεται ριζική αναμόρφωση του καταστατικού χάρτη άσκησης των επαγγελμάτων. Τα προσόντα που προσδίδει η Ανώτατη Παιδεία να έχουν αντίκρισμα σε απασχόληση και ανάπτυξη σύμφωνα με τις ανάγκες της κοινωνίας. Η θέσπιση της διαβάθμισης των επιπέδων ευθύνης κατά την άσκηση του επαγγέλματος- ανάλογα με τη διάρκεια και το περιεχόμενο των σπουδών- θα διασφαλίσει διακριτούς ρόλους σε όλους τους διπλωματούχους των Πανεπιστημίων και τους πτυχιούχους των ΤΕΙ, χωρίς όμως να υποκαθίσταται η γνώση από την εμπειρία.
Μία πραγματική τομή στην Παιδεία θα ήταν απαραίτητο να συνοδεύεται από μια ανάλογη τομή στο πλαίσιο άσκησης των επαγγελμάτων.
2. Η αυτοτέλεια- που η ρύθμισή της απασχολεί κατά το μεγαλύτερο μέρος του το σχέδιο νόμου- δεν μπορεί όμως να σημαίνει απλώς μεταφορά εξουσίας από τον υπουργό στον πρύτανη. Πρέπει να σημαίνει διοικητικές διαδικασίες που θα επιτρέπουν να σχεδιάζονται και να υλοποιούνται προγραμματισμοί και κρίσεις με εκπαιδευτικά και επιστημονικά κριτήρια. Πόσο επιστημονικά αυτοτελείς και αξιοκρατικές θα είναι όμως οι κρίσεις των καθηγητών όταν ο νόμος προϋποθέτει ότι θα πρέπει να αλλάξουν τα γνωστικά αντικείμενα των ήδη εκλεγμένων καθηγητών (!), επιχειρώντας έτσι να τις ελέγξει αυτόματα μέσω της ομοιομορφίας των γνωστικών αντικειμένων; Και πόσο η Διοίκηση θα ανταποκρίνεται στις ιδιομορφίες της λειτουργίας της εκπαίδευσης ή της έρευνας, όταν οι εσωτερικοί κανονισμοί των Πανεπιστημίων θα πρέπει να είναι κομμένοι και ραμμένοι σε κάποιο πρότυπο, που θα θεσμοθετήσει το ΥΠΕΠΘ;
Αν η πλειοδοσία σε διοικητικού τύπου διαδικασίες, ελεγχόμενες μέσω της τυποποίησης, αποτελεί το υπόδειγμα της αυτοδιοίκησης των Πανεπιστημίων, τότε μήπως η παντελής απουσία πολιτικής και θεσμών για την ενοποίηση και ενίσχυση της Ερευνας στα ΑΕΙ μας δίνει την απάντηση στο τι λείπει από τον νόμο-πλαίσιο; Λείπει το όραμα για το Πανεπιστήμιο της Κοινωνίας της Γνώσης. Λείπει η επιστημονική υποστήριξη στη λήψη αποφάσεων. Λείπουν οι νέες τεχνολογίες, η διαδικτύωση, η επικοινωνία και οι θεσμοί ανάπτυξης. Λείπει η Παιδεία για την Κοινωνική και Πολιτική συμμετοχή της Νέας Γενιάς. Λείπει η αντίληψη του σύγχρονου Πανεπιστημίου που, σε σχέση με το Πανεπιστήμιο της Αναγέννησης, έχει σήμερα πολύ σημαντικότερο ρόλο να παίξει στη διαμόρφωση ενεργών πολιτών, ικανών όχι μόνο να χρησιμοποιούν τη γνώση, αλλά και να κρίνουν και να αλλάζουν τα συστήματα στα οποία αναφέρονται. Από την έλλειψη αυτή φαλκιδεύεται ουσιαστικά το νέο δυναμικό περιεχόμενο και της Γνώσης και της Ακαδημαϊκής Ελευθερίας, πολύ σοβαρότερα από ό,τι με τις διοικητικές αναρρυθμίσεις του Πανεπιστημιακού Ασύλου.
3. Πώς διασφαλίζεται η ποιότητα και πώς διασφαλίζεται το Δημόσιο Πανεπιστήμιο: – όταν δεν προβλέπεται καμία θεσμική ρύθμιση για την αναγνώριση και κατοχύρωση του ρόλου του νέου επιστημονικού δυναμικού (μεταπτυχιακοί φοιτητές- επιστημονικοί συνεργάτες) ούτε όμως και για την ανανέωση του ΔΕΠ, 25 χρόνια μετά τον Ν. 1268 (!) και 30 και πλέον χρόνια μετά τη μαζική ανανέωση του ΔΕΠ στην περίοδο της μεταπολίτευσης;
– όταν η σύνδεση της Εκπαίδευσης με την Ερευνα, που σήμερα γίνεται αποσπασματικά (άλλο το κράτος του ΥΠΕΠΘ και άλλο της ΓΓΕΤ;), δεν διασφαλίζεται με δεσμεύσεις για τη χρηματοδότηση της Ερευνας (που είναι το 3% των ευρωπαϊκών στόχων);
– όταν ο αναγκαίος όντως προγραμματισμός δεν είναι σαφές ότι απορρέει από τις συλλογικές διαδικασίες των θεμελιωδών ακαδημαϊκών μονάδων για τον εκσυγχρονισμό των σπουδών, αλλά συνδέεται κυρίως με τη διοίκηση και τον καθόλου ακαδημαϊκό θεσμό του μάνατζερ;
Προς όφελος ποίου λοιπόν η «μεταρρύθμιση» και ποιος θα την κρίνει; Ας μην αγκυλωθεί ο διάλογος στις σκοπιμότητες της τυφλής κομματικής και συνδικαλιστικής αντιπαράθεσης που υπαγορεύει η συγκυρία. Οχι άλλες χαμένες ευκαιρίες για το Δημόσιο Πανεπιστήμιο. Η κυβέρνηση πρέπει να αναλάβει τις ευθύνες της και να δεσμευθεί, έστω και τώρα, στη ριζική αναμόρφωση του νόμου-πλαισίου, σε ειλικρινή διάλογο με την ακαδημαϊκή κοινότητα. Κι εμείς πρέπει να αναλάβουμε τις δικές μας.
Η κυρία Τώνια Μοροπούλου είναι καθηγήτρια ΕΜΠ, μέλος ΔΕ ΤΕΕ.



