ΜΠΟΡΟΥΜΕ άραγε να ζήσουμε χωρίς να φαντασιωνόμαστε γύρω από μια συλλογική υλική μοίρα; Το ερώτημα είναι προαιώνιο και σαφώς αναπάντητο, τουλάχιστον από την εποχή όπου ο Θεός έπαψε να ορίζει τις σοδειές και τους λιμούς. Από τη στιγμή μάλιστα όπου η «κοινωνία» υποκαταστάθηκε από την «κοινότητα», το ίδιο το ερώτημα ατόνησε. Η «οργανική αλληλεγγύη» του Emile Durkheim σηματοδοτεί τα πάντα, εκτός από μιαν αίσθηση αυτονόητης συμμετοχής σε ένα κοινό οικονομικό γίγνεσθαι. Ο θεσπισμένος καταμερισμός της εργασίας συνεπέφερε και έναν αντίστοιχο καταμερισμό των βλέψεων, των ονείρων και των προοπτικών.
Τα τελευταία χρόνια όμως το ερώτημα επιζητεί και φιλοδωρείται με μια νέα απάντηση. Στη θέση του κοινού πεπρωμένου οικοδομήθηκε ένα νέο υπερβατικό υποκείμενο, ένα νέο ολικό νόημα που καλείται να συνενώσει τις ψυχές. Πρόκειται για τη νεόκοπη «εθνική οικονομία», τη νέα απαρέγκλιτη οντότητα που ενσαρκώνει κατά παραγγελίαν την κοινή μας επιβίωση. Αυτή φαίνεται να μας ορίζει, εμάς και τα παιδιά μας. Αυτή μας φωτίζει και μας ζωογονεί, σ’ αυτήν ελπίζουμε, από αυτήν απελπιζόμαστε. Είτε από πίστη είτε από συνήθεια είτε από αβουλία, τη λατρεύουμε και προπαντός δεν μας επιτρέπεται να αμφισβητούμε τους χρησμούς της. Οι ιεροφάντες της είναι ταυτόχρονα ειρωνικοί και άτεγκτοι: εις το πυρ το εξώτερον οι αμφισβητίες. Δεν είναι μόνο ηλίθιοι, αλλά, ίσως, και προδότες.
Και όμως δεν ήταν πάντα έτσι τα πράγματα. Κάποτε, και μάλιστα στο όχι και τόσο μακρινό παρελθόν, η «οικο»-νομία ήταν υπόθεση των οικονόμων και, το πολύ, των οικονομολόγων, των καγκελαρίων και των θησαυροφυλάκων. Η πολιτεία ούτε παρενέβαινε ούτε ενδιαφερόταν για την ευποιία του λαού, ενός λαού που συγκροτούνταν, ούτως ή άλλως, από αλληλοανταγωνιζόμενες τάξεις και μερίδες που σε κανένα σημείο δεν φαίνονταν να μπορούν να έχουν κοινά οικονομικά συμφέροντα. «Εθνική οικονομία» δεν υπήρχε επειδή δεν χρειαζόταν να υπάρξει, επειδή η ανισότητα των όρων παραγωγής και διαβίωσης των ανθρώπων οριζόταν αποκλειστικά στην ελεύθερη αγορά, δίχως οι όροι αυτοί να αφορούν την πολιτική κοινωνία και την κρατική πολιτική. Τίποτε δεν φαινόταν κοινό και όλα εμφανίζονταν επίμαχα. Και δεν είναι τυχαίο ότι η ανάδυσή της ως ιδέας οφείλεται στους επιστημονικούς απολογητές του κατ’ εξοχήν ολοκληρωμένου και έναρθρου εθνικού προτάγματος που δημιουργήθηκε από τον γερμανικό ιμπεριαλισμό. Η έννοια της «εθνικής οικονομίας» δημιουργήθηκε για να προσφέρει τις υπηρεσίες της σε ένα σχέδιο που δεν ήταν μόνο, ούτε καν κυρίως, οικονομικό.
Βαθμιαία τα πράγματα άλλαξαν. Η «εθνική οικονομία» δεν υπακούει πια σε ένα σχέδιο κατάκτησης, αλλά είναι το προϊόν μιας οικουμενικής ανάγκης. Αντίθετα με το ιστορικό της πρότυπο, εκφράζει όχι την εδραία ενίσχυση, αλλά τη σχετική αποδυνάμωση της πολιτικής ισχύος, μια αποδυνάμωση που αποτελεί ευθεία συνάρτηση της αύξουσας υπερεπικρατειακότητας των κέντρων οικονομικής εξουσίας. Στα νέα παγκόσμια πλαίσια, το κύριο πεδίο των οικονομικών συγκρούσεων και ανταγωνισμών μετατέθηκε από το εσωτερικό στο εξωτερικό των κοινωνιών. Ολο και περισσότερο, και προτού καν τεθεί το ζήτημα των κοινωνικών και οικονομικών αντιθέσεων ανάμεσα στις μερίδες και τάξεις που εργάζονται και μοιράζονται τους πόρους της κοινωνίας, τίθεται το προκαταρκτικό ζήτημα πώς μοιράζονται οι πόροι σε παγκόσμια κλίμακα, ανάμεσα στις ίδιες τις εργαζόμενες, παράγουσες, καταναλώνουσες και «οργανικά αλληλέγγυες» κοινωνίες. Και στα νέα αυτά πλαίσια, η «ανταγωνιστικότητα» και η «επίδοση» της εθνικής οικονομίας στο σύνολό της γίνονται πάγκοινο διακύβευμα, που αφορά υποτίθεται όλους και αντανακλάται σε όλους, αν όχι ισόμερα, τουλάχιστον ομόρροπα. Η εθνική οικονομία αναδεικνύεται στην προφανή υλική βάση της κοινότητας και του έθνους, και συγκροτείται σε πρωταρχικό αντικείμενο της υπεύθυνης πολιτικής του έκφρασης.
Δεν έχει λοιπόν ίσως τόση σημασία εν προκειμένω αν η νέα αυτή αντιμετώπιση του συλλογικού οικο-νομικού γίγνεσθαι αντιστοιχεί ή όχι σε «αντικειμενικές αναγκαιότητες», που εξάλλου δεν σημαίνουν παρά εκείνο που επιλέγουμε να σημαίνουν. Μεγαλύτερη σημασία έχει το γεγονός ότι όλοι, εν χορώ, πράττουμε, ομιλούμε και σκεπτόμαστε ως εάν η αντίληψη αυτή ήταν σωστή και μάλιστα αυτονόητη. Θεωρείται εκ προοιμίου δεδομένο ότι, πριν και ανεξάρτητα από τις οποιεσδήποτε ταξικές ή άλλες αντιπαραθέσεις ως προς το δέον της εσωτερικής οργάνωσης των οικονομικών σχέσεων, η προστασία και προώθηση της λεγομένης «εθνικής οικονομίας» είναι και πρέπει να είναι ο πρώτος συλλογικός στόχος.
Ετσι, το νέο συλλογικό οικονομικό υποκείμενο αποκτά μιαν αυτονόητη, αυτόνομη και οιονεί υπερβατική διάσταση. Δίπλα στο σώμα των πολιτών που συγκροτούν την έννομη πολιτεία πάνω στη βάση της αξιωματικής τους ομοιογένειας, κατασκευάζονται το νέο σώμα των «οικονομικών πολιτών» και κατ’ επέκταση των «φορολογούμενων πολιτών» που νοείται και αυτό ως κατ’ ανάγκην και κατ’ επιταγήν ενιαίο, ομοιογενές και εκ φύσεως ομογάλακτο με το πολιτικό του πρότυπο. Το πολιτικοϊδεολογικό συμπέρασμα εξάγεται αβίαστα. Ακόμη και αν εξακολουθούν να έχουν διαφορετικά συμφέροντα, οι οικονομικοί πολίτες έχουν το κοινό αφετηριακό συμφέρον ως προς την καλή λειτουργία της «εθνικής οικονομίας». Μιας εθνικής οικονομίας που, και αν ακόμη δεν τη θέλουμε, μας επιβάλλεται από τους άλλους.
Τα πράγματα θα μπορούσαν ίσως, υπό άλλες συνθήκες, να είναι έτσι. Είναι όμως έτσι; Εχουν όλοι παρόμοιο συμφέρον για την προαγωγή της «εθνικής οικονομίας»; Η απάντηση είναι προφανής. Πράγματι όλοι οι πολίτες μετέχουμε στην εθνική οικονομία, πλην Λακεδαιμονίων. Οι «οικονομικοί πολίτες» δεν είναι όλοι μέτοχοι του κοινού εγχειρήματος. Το ζήτημα δεν είναι ηθικό, παρ’ όλο που θα μπορούσαμε να αναπολήσουμε τους αλήστου μνήμης μαυραγορίτες και λαθρεμπόρους συναλλάγματος που ευημερούσαν πάνω στα ερείπια των κοινών. Διότι, πέρα από εκείνους που ωφελούνται και τρέφονται από τη δυσπραγία των άλλων, υπάρχουν εκείνοι οι απόλυτα σεβαστοί και έντιμοι πολίτες για τους οποίους η ενδεχόμενη δυσπραγία αυτή είναι απλώς εξ αντικειμένου αδιάφορη. Υπάρχουν εκείνοι που απλώς δεν βλάπτονται από την οικονομική κάμψη, κρίση ή ύφεση. Εκείνοι για τους οποίους η ένταξη στην οικονομική κοινότητα γίνεται υπό όρους, υπό τους δικούς τους όρους, πρώτος εκ των οποίων είναι να μην είναι ποτέ μακροπρόθεσμα εμπλεγμένοι σε ένα κοινό πρόταγμα που να τους αφορά αλλιώς παρά ευκαιριακά.
Πράγματι, με αυτή την έννοια, σήμερα περισσότερο παρά ποτέ, το μεγάλο κεφάλαιο δεν ενεργεί ως «οικονομικός πολίτης». Συμμετέχει βέβαια στην εθνική οικονομία, μόνο όμως εάν και εφόσον το συμφέρει. Ούτε φορολογείται ούτε πειθαναγκάζεται ούτε εκβιάζεται. Αν άλλες, πιο «ευοίωνες», αποτελεσματικές ή εύκαμπτες «εθνικές οικονομίες» προσφέρουν ευνοϊκότερους επενδυτικούς όρους, απλώς «τα μαζεύει και φεύγει», όπως φρόντισαν εξάλλου να μας θυμίσουν πρόσφατα μερικοί από τους επιφανέστερους εκπροσώπους του. Η σχέση τους με την εθνική οικονομία είναι «λεόντεια»: τελεί εξ υποθέσεως υπό τη διαλυτική αίρεση της ρήτρας rebus sic standibus. Αν και όταν «τα πράγματα» πάψουν να «έχουν ούτως», οι Αλβανίες και οι Ουκρανίες είναι εξίσου κοντά με τις Σιγκαπούρες και τις Ινδονησίες.
Αυτούς τους «πολίτες ευκαιρίας» ούτε τους αφορά λοιπόν ούτε μπορεί να τους αφορά το παρόν και το μέλλον της εθνικής οικονομίας. Η απέραντη κινητικότητά τους είναι απερίφραστη και δεδομένη. Για να μείνουν μαζί μας δεν αρκεί να έχουν λελογισμένα κέρδη, αλλά πρέπει να τους προσφέρονται και επιπλέον «κίνητρα»: κίνητρα να μείνουν στη δική μας εθνική οικονομία και να μην εγκαταστήσουν τις επιχειρήσεις τους σε μιαν άλλη, κίνητρα για να «μας προτιμήσουν» ή να «εξακολουθούν να μας προτιμούν», κίνητρα να επενδύσουν και να μην αποεπενδύσουν, κίνητρα φορολογικά, πιστωτικά και συμβολικά. Η ίδια η λέξη είναι χαρακτηριστική της νέας εποχής. Για να υπάρξουν επενδύσεις δεν αρκεί η ελεύθερη αγορά, αλλά πρέπει η πολιτεία να εξασφαλίσει τους επιπλέον εκείνους ευνοϊκούς όρους που θα «πείσουν» τους ολοένα και πιο δύσπιστους και κακομαθημένους κεφαλαιούχους. Ο επιζητούμενος «τέλειος ανταγωνισμός» είναι εκείνος που προσφέρει τα τελειότερα κίνητρα.
Ως προς το πεδίο όπου ασκείται, η πάλη των τάξεων άλλαξε λοιπόν μορφή. Το σημερινό κεφάλαιο δεν χρειάζεται καν την επικουρία του χωροφύλακα, αφού πλέον όλοι, σύσσωμοι, το εκλιπαρούν για να μη φύγει. Οι εκπρόσωποί του είναι τα επίτιμα και αντεπιστέλλοντα μέλη μιας εθνικής οικονομίας που εκούσα άκουσα υποχρεώνεται να τους προσκυνήσει. Τακτικά μέλη δεν θα χρειασθεί να γίνουν ποτέ, εκτός αν παρ’ ελπίδα πτωχεύσουν. Οι πραγματικοί «τσαμπατζήδες» των εθνικών οικονομιών δεν είναι συνεπώς οι έμφοβοι και κρυπτόμενοι λαθρεπιβάτες, αλλά οι περίοπτοι επιβάτες της πρώτης θέσεως που δίχως να έχουν πληρώσει εισιτήριο είναι ελεύθεροι να επιβιβάζονται και να αποβιβάζονται κατά το δοκούν από το κινούμενο όχημα.
Η «εθνική οικονομία» ως πραγματική συλλογική οντότητα αφορά λοιπόν κατά κυριολεξία μόνο τους «άλλους», εκείνους που δεν έχουν άλλη επιλογή παρά να μετέχουν, να εργάζονται και να αντλούν τα προς το ζην στο πλαίσιο του οπωσδήποτε ονομαζόμενου «κοινού οικονομικού χώρου», εκείνους που δεν είναι δυνατόν να τα μαζέψουν και να φύγουν αλλιώς παρά ως καλόγηροι ή μετανάστες, εκείνους που εγκαλούνται να υποστούν αδιαμαρτύρητα τις συνέπειες του κοινού γίγνεσθαι. Αυτοί συγκροτούν την αναγκαστική κοινότητα της «εθνικής οικονομίας», αυτοί θα νιώσουν στο πετσί τους τις προεκτάσεις της «καλής» ή «κακής» εθνικής οικονομικής πολιτικής, αυτοί θα είναι τα θύματα μιας λιτότητας που δεν μπορεί παρά να είναι «μονόπλευρη», να αναφέρεται δηλαδή σε εκείνους που δεν μπορούν παρά να υποταχθούν στα κελεύσματα της οικονομικής πολιτικής. Μια αμφίπλευρη ή αμφοτεροβαρής λιτότητα είναι σχήμα οξύμωρον. Αντίθετα με τα «κίνητρα», τα «μέτρα», τα οποιαδήποτε μέτρα, που βέβαια πάντοτε άλλους βλάπτουν και άλλους ωφελούν, είναι σχεδόν αδιάφορα για ένα κεφάλαιο που είναι αντικείμενο μιας διαρκούς διεθνούς «δημοπρασίας κινήτρων»: au plus offrant.
Με αυτή την έννοια, η προβολή και φετιχοποίηση της νέας εθνικής οικονομικής κοινότητας είναι ίσως η σημαντικότερη ιδεολογική εξέλιξη των τελευταίων δεκαετιών, μια εξέλιξη που σφραγίζει την κυριαρχία του παγκόσμιου καπιταλιστικού συστήματος και θεμελιώνει την αναγκαία εσωτερική νομιμοποίηση της εθνικής οικονομικής πολιτικής. Μέσω και διά της κατασκευής της νέας αυτής μυθικής αλλά ταυτόχρονα και αδυσώπητα πραγματικής ως προς τις προεκτάσεις της ολότητας οικοδομείται μια νέα φαντασιακή κοινότητα που εξ ορισμού υποτίθεται ότι έχει «κοινά συμφέροντα». Με αυτόν τον τρόπο δημιουργούνται οι προϋποθέσεις για να κατισχύσει οικουμενικά η τεχνοοικονομική γλώσσα και να τεχνικοποιηθούν οι κατ’ επίφαση ουδέτερες πολιτικές επιλογές. Μόνο από τη στιγμή όπου θεωρείται δεδομένο ότι η εθνική κοινότητα υπάρχει, μπορεί και να γίνει συζήτηση γύρω από τα αναγκαία ή πρόσφορα μέτρα για την προώθηση των κατ’ επίφαση κοινών συμφερόντων, που καίτοι συγκρουόμενα μπορούν να εμφανίζονται εν τούτοις και ως αξιωματικά ομόρροπα.
Δεν υπαινίσσομαι βέβαια ότι η εθνική οικονομία είναι φενάκη ή απάτη. Αντίθετα, η σημασία της εντείνεται μέσα από τις διαδικασίες παγκοσμιοποίησης που συνεπιφέρουν την αύξουσα κινητικότητα του κεφαλαίου και της πληροφορίας, χωρίς βέβαια να επιτρέπουν μιαν αντίστοιχη κινητικότητα των άλλων συντελεστών της παραγωγής. Στο πλαίσιο αυτό, η «εθνική οικονομική πολιτική» δεν μπορεί παρά να ασκείται μέσα στα στενά περιθώρια που αφήνονται ανοιχτά στις πολιτικές εξουσίες των ανεξάρτητων κρατών. Αλλά και αν είναι εθνική, πάντως δεν είναι «παν-εθνική». Ως προς τις αδήριτες συνέπειές της, δεν αφορά παρά τους «κοινούς» ανθρώπους, τους εργαζομένους, τους συνταξιούχους, τους ανέργους, τους αγρότες, τους υπαλλήλους και τους μικροεπιχειρηματίες.
Αυτή λοιπόν είναι η πραγματικότητα μιας νέας εθνικής οικονομίας: δεν αποτελείται από πλούσιους και φτωχούς εργοδότες και εργάτες, ούτε καν από αστούς και προλεταρίους. Συγκροτείται από τους λίγους εκείνους ευνοουμένους στους οποίους απευθύνεται η πολιτική των κινήτρων και από τους πολλούς υπολοίπους που είναι οι καθημαγμένοι αποδέκτες της πολιτικής των μέτρων και ταυτόχρονα οι παραδομένοι συλλογικά ικέτες της παρουσίας των πρώτων. Η τρέχουσα και συχνά οξύτατη εσωτερική πολιτική αντιπαράθεση περιορίζεται συνεπώς σε εκείνους που έχουν να κερδίσουν ή να χάσουν. Αυτοί είναι οι υποχρεωμένοι να οιμώζουν, να πιέζουν και να κραυγάζουν. Σε πλήρη αντίθεση, το μεγάλο κεφάλαιο, ή τουλάχιστον ένα μεγάλο μέρος του, έχει την ευχέρεια να κινείται κατά βούλησιν. Εχει να κερδίσει, αλλά δεν έχει πια πολλά να χάσει παρά την εντοπιότητά του. Μετά από δύο αιώνες, κατάφερε επιτέλους να μπορεί να βρίσκεται «εκτός πολιτικής», να αδιαφορεί δηλαδή για το ποιος θα βγάλει το φίδι απ’ την τρύπα. Μπορεί πια να ασκεί τη διακριτική παρουσία του όχι κραυγάζοντας «βέτο», αλλά ψιθυρίζοντας «φεύγω».



