Ενα από τα ερωτήματα που ταλανίζουν πολλούς από τους ασφαλιζόμενους είναι το κατά πόσον τους συμφέρει να εξαγοράσουν το ασφαλιστήριο συμβόλαιο ζωής που έχουν συνάψει. Δεν είναι λίγοι αυτοί που πιστεύουν ότι σπάζοντας το συμβόλαιό τους τους θα πάρουν πίσω το κεφάλαιο που έχει δημιουργηθεί τη χρονική εκείνη στιγμή από τις ως τότε εισφορές τους και από τις αποδόσεις του συμβολαίου τους. Πιστεύουν δηλαδή ότι η ασφάλισή τους λειτουργεί όπως μια κατάθεση· δεν είναι όμως ακριβώς έτσι. Αυτό είναι ένα από τα μεγαλύτερα λάθη που κάνουν οι ασφαλισμένοι και τούτο διότι το σπάσιμο του ασφαλιστηρίου συμβολαίου επιβαρύνεται με τις προμήθειες εξαγοράς που πολλές φορές φθάνουν ως και το 40% του κεφαλαίου που έχει δημιουργηθεί εκείνη τη στιγμή.
Τι συμβαίνει στην περίπτωση των σχετικώς νέων στην αγορά ασφαλιστηρίων συμβολαίων που είναι συνδεδεμένα με αμοιβαία κεφάλαια τα γνωστά unit linked προϊόντα; Το καλό στην περίπτωση των unit linked προϊόντων είναι ότι η προμήθεια που παρακρατείται για την εξαγορά τους είναι πολύ μικρότερη από αυτή των παραδοσιακών ασφαλιστικών προϊόντων ζωής, απόδειξη το ότι στα παραδοσιακά το πρόστιμο εξαγοράς μπορεί να φθάνει και το 40% του λογαριασμού σας όπως είπαμε. Σε γενικές γραμμές πάντως, τα έξοδα εξαγοράς (πρόστιμα) των ασφαλιστηρίων συμβολαίων ποικίλλουν από εταιρεία σε εταιρεία και εξαρτώνται από τον τρόπο με τον οποίο κατανέμονται οι χρεώσεις. Αλλο ένα πράγμα το οποίο θα πρέπει να γνωρίζετε είναι ότι σε καμία περίπτωση δεν είναι δυνατόν να εξαγοραστεί το ασφαλιστήριο συμβόλαιο αν δεν συμπληρώσει και τον δεύτερο χρόνο της ισχύος του.
Το ποσοστό παρακρατείται από τον Λογαριασμό Επένδυσης του Ασφαλιστηρίου που αποτελεί το ποσοστό του ασφαλίστρου που προορίζεται για επένδυση και εξαρτάται κυρίως από το ασφαλιστικό έτος κατά το οποίο πραγματοποιείται η εξαγορά. Με λίγα λόγια, όταν έχετε συνάψει ένα συμβόλαιο δεκαετούς ή και εικοσαετούς διάρκειας και αποφασίζετε να το εξαγοράσετε στο 4ο έτος, τότε η επιβάρυνσή σας θα είναι πολύ μεγαλύτερη από ό,τι αν αποφασίζατε να το εξαγοράσετε κατά το 7ο, για παράδειγμα, έτος. Θα πρέπει να σημειωθεί ότι κάθε χρόνο οι ασφαλιστικές εταιρείες ορίζουν κάποια ποσά με τα οποία χρεώνουν τον λογαριασμό σας ως έξοδα διαχείρισης του συμβολαίου σας. Ετσι, όταν θα θελήσετε να το εξαγοράσετε τα ποσά αυτά θα αφαιρεθούν. Πιο συγκεκριμένα, από τον λογαριασμό σας αφαιρείται: Το «Ετήσιο Δικαίωμα Διαχείρισης Επενδύσεων», το οποίο θα πρέπει να υπολογίζετε ότι ισούται με το 1% περίπου του λογαριασμού, αλλά και το «Μηνιαίο Δικαίωμα Διαχείρισης», το οποίο δεν ξεπερνά τις 10.000 δρχ. σε ετήσια βάση. Επίσης καθ’ όλη τη διάρκεια της ασφάλισης στον λογαριασμό επένδυσης γίνονται οι ακόλουθες πιστώσεις: του ετήσιου επενδυόμενου ασφαλίστρου, του ετήσιου μερίσματος των αμοιβαίων κεφαλαίων με τα οποία συνδέεται ο λογαριασμός επενδύσεων και κάθε εκτάκτου ασφαλίστρου που έχει καταβληθεί.
Γενικότερα, σε περίπτωση ολικής εξαγοράς το ποσό που θα σας καταβληθεί, και αποτελεί ποσοστό του λογαριασμού, εξαρτάται τόσο από το ασφαλιστικό έτος στο οποίο γίνεται η εξαγορά όσο και από το ύψος του λογαριασμού έτσι όπως έχει διαμορφωθεί ως τη χρονική στιγμή της εξαγοράς, αφαιρουμένων όλων αυτών των εξόδων. Στην πλειονότητά τους πάντως οι άνθρωποι της ασφαλιστικής αγοράς παραδέχονται ότι όποιος αποφασίσει να «τρέξει» σε ένα συνταξιοδοτικό ασφαλιστικό πρόγραμμα δεν τον συμφέρει να σπάσει το συμβόλαιό του, γιατί πάντοτε υπάρχει η επιβάρυνση που περιγράψαμε. Αντίθετα, όταν ο ασφαλισμένος καταφέρνει να «τρέξει» μέχρι τέλους το συμβόλαιό του, τότε οι εταιρείες προβλέπουν τα γνωστά «bonus λήξεως» τα οποία αποτελούν εφάπαξ ποσά που προσφέρονται από την εταιρεία για την επιβράβευση, κατά κάποιον τρόπο, της διατήρησης του συμβολαίου σε ισχύ.
Οπως προαναφέρθηκε, από εταιρεία σε εταιρεία διαφοροποιούνται τα ποσοστά με τα οποία χρεώνεται ο Λογαριασμός Επένδυσης Ασφαλιστηρίου και τα οποία αφαιρούνται από το κεφάλαιο σε περίπτωση εξαγοράς. Ετσι λοιπόν στην Commercial Union ο επενδυτής επιβαρύνεται για την κάλυψη των διαχειριστικών εξόδων και του χαρτοσήμου με βάση το ποσό στο οποίο επενδύει. Από τις 300.000 δρχ. ως και τις 650.000 δρχ. η επιβάρυνση επί του ποσού της επένδυσης ανέρχεται στο 6%. Από τις 650.000 ως και το 1.000.000 δρχ. ο ασφαλιζόμενος επιβαρύνεται κατά 5%, από 1.000.000 δρχ. ως και 2.000.000 δρχ. επιβαρύνεται κατά 4%, ενώ από τα 2.000.000 και άνω η επιβάρυνση επί του ποσού της επένδυσης είναι πολύ μικρότερη και φθάνει το 3%. Οσον αφορά τώρα την επιβάρυνση εξαγοράς, η οποία στην Commercial Union είναι δυνατή μετά τα τρία χρόνια από την ισχύ του ασφαλιστηρίου, αυτή στο τέταρτο έτος φθάνει το 2,25%, στο πέμπτο έτος το 1,50% και στο έκτο έτος το 0,75%.
Και στα προϊόντα της Interamerican η εξαγορά μπορεί να πραγματοποιηθεί μετά τη λήξη του δεύτερου έτους. Στο τρίτο έτος η εταιρεία κρατά το 20% του λογαριασμού επένδυσης, στο τέταρτο έτος κρατά το 15% του λογαριασμού και στο πέμπτο έτος το 10% του λογαριασμού. Οσον αφορά τις προμήθειες εξαγοράς στο πρώτο έτος παρακρατείται το 2,75% επί τα έτη ισχύος της ασφάλειας με μέγιστο το 55%, η προμήθεια του δεύτερου έτους διαμορφώνεται στο 20% της προμήθειας του πρώτου έτους και τέλος η προμήθεια του τρίτου μέχρι και του δέκατου έτους είναι το 2,5% του ετήσιου ασφαλίστρου.
Στη Scoplife το συμβόλαιο ενιαίας καταβολής ασφαλίστρου μπορεί να εξαγοραστεί από τον πρώτο χρόνο της ισχύος του. Η «ποινή» του πρώτου χρόνου ανέρχεται στο 4% του λογαριασμού. Τον δεύτερο χρόνο στο 2% του λογαριασμού, ενώ τον τρίτο χρόνο δεν προβλέπεται επιβάρυνση. Στο συμβόλαιο περιοδικής καταβολής του ασφαλίστρου η εξαγορά είναι εφικτή μετά τον δεύτερο χρόνο και χωρίς επιβαρύνσεις. Παρόμοια πολιτική ακολουθεί και η Allianz στα unit linked προϊόντα της.



