• Αναζήτηση
  • Η συζήτηση για τη χωριστή προστασία των μειονοτήτων έχει έλθει στο προσκήνιο σε όλη την Ευρώπη και, με ιδιαίτερη ένταση, στην Ελλάδα, όπως αποδεικνύει η πύκνωση της σχετικής βιβλιογραφίας.

    Εμείς και οι άλλοι

    Εμείς και οι άλλοι Η συζήτηση για τη χωριστή προστασία των μειονοτήτων έχει έλθει στο προσκήνιο σε όλη την Ευρώπη και, με ιδιαίτερη ένταση, στην Ελλάδα, όπως αποδεικνύει η πύκνωση της σχετικής βιβλιογραφίας. ΣΩΤΗΡΗΣ ΝΤΑΛΗΣ Από το 1945 ως το τέλος του Ψυχρού Πολέμου, η διεθνής κοινότητα είχε αγνοήσει συστηματικά το ζήτημα της προστασίας των μειονοτήτων. Η διάλυση της πρώην ΕΣΣΔ και της Γιουγκοσλαβίας,

    Από το 1945 ως το τέλος του Ψυχρού Πολέμου, η διεθνής κοινότητα είχε αγνοήσει συστηματικά το ζήτημα της προστασίας των μειονοτήτων. Η διάλυση της πρώην ΕΣΣΔ και της Γιουγκοσλαβίας, οι κίνδυνοι ανάφλεξης σε διάφορα σημεία του πλανήτη και της Ευρώπης ειδικότερα, με αιχμή του δόρατος το μειονοτικό, οδήγησαν τους διεθνείς οργανισμούς και τα κράτη-μέλη τους να θέσουν και πάλι επί τάπητος ένα παλαιό αλλά πάντοτε επίκαιρο ζήτημα και να αναζητήσουν ένα κοινά αποδεκτό πολιτικό και νομικό πλαίσιο αντιμετώπισης του μειονοτικού προβλήματος.


    Από τους τρεις διεθνείς οργανισμούς που κυρίως ασχολήθηκαν με το θέμα (ΟΗΕ,


    ΟΑΣΕ, Συμβούλιο της Ευρώπης), μόνο οι εργασίες του Συμβουλίου της Ευρώπης ξεπέρασαν το στάδιο των διακηρύξεων και κατέληξαν στην υιοθέτηση ενός νομικά δεσμευτικού κειμένου το οποίο ρυθμίζει συνολικά τις διάφορες πτυχές της προστασίας των μειονοτήτων.


    Η σύμβαση-πλαίσιο του Συμβουλίου της Ευρώπης τέθηκε σε ισχύ πριν από λίγες μόλις ημέρες, την 1η Φεβρουαρίου 1998, και αποτελεί αναμφισβήτητα, από πολιτική σκοπιά, το σημαντικότερο κείμενο που υιοθετήθηκε τα τελευταία χρόνια από τον Οργανισμό. Κατά μία άποψη, η σύμβαση αυτή είναι ρηξικέλευθη, ιδίως σε θέματα γλώσσας, θρησκείας και εκπαίδευσης. Κατ’ άλλους είναι άτολμη στο μέτρο που για τα ίδια αυτά ζητήματα αφήνει μεγάλα περιθώρια εκτίμησης στα συμβαλλόμενα κράτη και εγκαθιδρύει έναν χαλαρό μηχανισμό ελέγχου. Ωστόσο, αν κρίνει κανείς από την υποδοχή που έχει τύχει μέχρι στιγμής, η σύμβαση-πλαίσιο για την προστασία των εθνικών μειονοτήτων είναι κείμενο ευέλικτο το οποίο μπορεί να συνθέσει αντικρουόμενες απόψεις. Πράγματι η σύμβαση αυτή έχει αναπτύξει πρωτοφανή δυναμική δεδομένου ότι σε ελάχιστο χρόνο έχει υπογραφεί από 36 από τα 40 κράτη-μέλη του Συμβουλίου της Ευρώπης.


    Η Ελλάδα υπέγραψε τη σύμβαση τον Σεπτέμβριο του 1997, εν όψει δε και της επικείμενης ελληνικής προεδρίας στο Συμβούλιο της Ευρώπης ανακύπτει το ζήτημα της τυχόν επικύρωσής της.


    Η πρώτη έκδοση που σχολιάζουμε εδώ περιέχει επεξεργασμένη μορφή των πρακτικών διεθνούς συνεδρίου που οργάνωσαν το Ιδρυμα Μαραγκοπούλου για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου και το Συμβούλιο της Ευρώπης. Τη διεύθυνση της έκδοσης είχαν ο καθηγητής Α. Μπρεδήμας και ο λέκτωρ Λ.-Α. Σισιλιάνος. Πρόκειται για την πρώτη απόπειρα ανάλυσης σε βάθος της σύμβασης-πλαισίου με στόχο να προκαλέσει κατά το δυνατόν ευρεία συζήτηση γύρω από ένα αιχμηρό ζήτημα για την Ελλάδα και να συμβάλει στη μελέτη των επιπτώσεων που θα είχε η επικύρωση της σύμβασης αυτής από την ελληνική κυβέρνηση.


    Το πρώτο μέρος του τόμου παρουσιάζει τα προβλήματα κατά την όλη διαπραγμάτευση της σύμβασης στο πλαίσιο του Συμβουλίου της Ευρώπης (Η. Hartig), επισημαίνοντας συγχρόνως τις ιστορικές της (Λ. Διβάνη) και τις πολιτικές της (Α. Ηρακλείδης) καταβολές.


    Το δεύτερο μέρος του τόμου αναλύει τις βασικές αρχές και τις επί μέρους διατάξεις της σύμβασης, ξεκινώντας από το σύγχρονο νομικό καθεστώς των μειονοτήτων (Σ. Περράκης). Υπογραμμίζονται ιδίως η φύση και η έκταση των μειονοτικών δικαιωμάτων και των αντίστοιχων υποχρεώσεων των κρατών (Λ.-Α. Σισιλιάνος), το πρόβλημα αναγνώρισης πολιτιστικών δικαιωμάτων (Φ. Παζαρτζή) και η ουσιαστικοποίηση της αρχής της ισότητας (Κ. Fabjan).


    Το τρίτο μέρος περιέχει ενδελεχή ανάλυση του μηχανισμού εποπτείας που προβλέπει η σύμβαση και των σοβαρών πολιτικών αντιδράσεων που δημιούργησε το θέμα αυτό κατά τη διαπραγμάτευση (Μ. Τελαλιάν).


    Το τέταρτο μέρος αφορά ζητήματα αμιγώς ελληνικού ενδιαφέροντος και συγκεκριμένα το καίριο πρόβλημα της συμβατότητας της Συνθήκης της Λωζάννης με τη σύμβαση-πλαίσιο (Α. Σκόρδας) και τις επιπτώσεις της τελευταίας για την ελληνική μειονότητα στην Αλβανία (Α. Μπρεδήμας).


    Ο τόμος κλείνει με τις συμπερασματικές παρατηρήσεις του έλληνα δικαστή στο Δικαστήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων του Στρασβούργου και ακαδημαϊκού Ν. Βαλτικού.



    Το βιβλίο «Αντεγκληματική Πολιτική και Δικαιώματα του Ανθρώπου» περιέχει κείμενα των Κ. Σπινέλλη, Μ.Η. de Liege, Ν. Κουράκη, Ρ.Η. Bolle, Α. Γιωτοπούλου-Μαραγκοπούλου, Π. Κακκαλή, Α. Μαγγανά, Ι. Φαρσεδάκη, Ε. Gimenez-Salinas, Δ. Σπινέλλη, Α. Τσήτσουρα που εξετάζουν τα μέτρα αντεγκληματικής πολιτικής υπό το πρίσμα της προστασίας των δικαιωμάτων του ανθρώπου. Αναλύονται οι σύγχρονες τάσεις που αποσκοπούν ιδίως στην ενίσχυση της κοινωνικής πρόληψης, τη χρήση μέτρων εναλλακτικής της φυλάκισης όταν η επικινδυνότητα του εγκληματία δεν απαιτεί στέρηση της ελευθερίας, την εφαρμογή εξω-ποινικών μέτρων όπως η μεσολάβηση στην περίπτωση ελαφρών αδικημάτων, την προστασία των δικαιωμάτων του θύματος.


    Το Ιδρυμα Μαραγκοπούλου έχει να επιδείξει πλούσιο εκδοτικό έργο σχετικά με το εγκληματικό φαινόμενο και τη μεταχείριση των εγκληματούντων και η έκδοση αυτή εντάσσεται στους στόχους που έχει χαράξει το Ιδρυμα για τη μελέτη των ανθρωπίνων δικαιωμάτων.


    Πώς ορίζεται όμως σήμερα η αντεγκληματική πολιτική: Σύμφωνα με έναν ορισμό που δόθηκε σε μια εισήγηση του Συμβουλίου της Ευρώπης, η πολιτική αυτή είναι «το σύνολο των μέτρων ποινικού ή μη χαρακτήρα που τείνουν στο να διασφαλίσουν την προστασία της κοινωνίας από την εγκληματικότητα, να διευθετήσουν τη μελλοντική εξέλιξη των εγκληματιών και να διασφαλίσουν τα δικαιώματα του θύματος».


    Οπως σημειώνει η επιμελήτρια της έκδοσης, αυτός ο ορισμός δείχνει τους βασικούς τομείς της αντεγκληματικής πολιτικής, που είναι: η πρόληψη της εγκληματικότητας, η κοινωνική αντίδραση έναντι του εγκληματία, η προστασία του θύματος της εγκληματικότητας.


    Μια πραγματική αντεγκληματική πολιτική, υπεύθυνη και αποτελεσματική πρέπει να καθορίζει με σαφήνεια τους σκοπούς που επιδιώκει και τα μέσα με τα οποία προσδοκεί να επιτύχει τους σκοπούς αυτούς. Η πολιτική αυτή δεν πρέπει να στηρίζεται σε εικασίες, θεωρητικές σκέψεις ή πεποιθήσεις, αλλά στα πορίσματα της εγκληματολογικής έρευνας. Τέλος, μια ορθολογική πολιτική πρέπει να κάμει την καλύτερη δυνατόν χρήση των πιστώσεων που διατίθενται για την καταπολέμηση του εγκλήματος.


    Οσον αφορά την Ελλάδα, επιβάλλεται μια νέα μελέτη της όλης αντεγκληματικής πολιτικής, προληπτικής και κατασταλτικής, από την αρχή της ποινικής διαδικασίας ως το τέλος της κατά την τιμώρηση και την εκτέλεσή της και όλα αυτά υπό το πρίσμα των ανθρωπίνων δικαιωμάτων των εγκληματούντων, των θυμάτων και του κοινωνικού συνόλου.


    Τον τελευταίο καιρό το φαινόμενο των μειονοτήτων έχει συγκεντρώσει το ενδιαφέρον της επιστήμης και πολλές σημαντικές μελέτες βλέπουν το φως της δημοσιότητας.


    Μία από αυτές είναι και το συλλογικό έργο «Το Μειονοτικό φαινόμενο στην Ελλάδα, Μια συμβολή των κοινωνικών επιστημών». Στις 461 σελίδες αυτού του έργου θίγονται καίρια ζητήματα που αφορούν το μειονοτικό φαινόμενο στην Ελλάδα μέσα από την οπτική διαφορετικών επιστημών (νομική και πολιτική επιστήμη, οικονομία, ιστορία, γλωσσολογία). Και αυτό γιατί, όπως γράφει πολύ εύστοχα στην εισαγωγή του ο καθηγητής του Διεθνούς Δικαίου Χρήστος Ροζάκης, «το φαινόμενο των μειονοτήτων είναι, αναμφίβολα, πολυδιάστατο. Και είναι αδύνατον να διερευνηθεί από μία και αποκλειστική πλευρά. Γιατί δεν είναι ούτε ενιαίο ούτε μοναδικό.


    Θα λέγαμε ότι έξω από ορισμένα κοινά χαρακτηριστικά που έχουν διατοπικό και διαχρονικό χαρακτήρα κάθε μειονότητα έχει τις δικές της ιδιαιτερότητες και τα δικά της γνωρίσματα, σε βαθμό που καθιστά απαραίτητη την εξειδικευμένη μελέτη της προκειμένου να δοθεί λύση στα προβλήματά της. Για τους λόγους αυτούς, η μελέτη των μειονοτήτων και η απάντηση στα προβλήματα που τις απασχολούν ανήκει σε επιστημονικούς κλάδους περισσότερους του ενός. Κάτι που καθιστά εξαιρετικά προβληματική και την πολιτική αντιμετώπιση του φαινομένου και την κυρίαρχη (πολιτικά) κανονιστική διάστασή του».


    Σήμερα η συζήτηση για τη χωριστή προστασία των μειονοτήτων, πέρα και έξω από την παράλληλη προστασία τους από το οπλοστάσιο του δικαίου των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, έχει έλθει στο προσκήνιο τόσο στην Ευρώπη όσο και στην Ελλάδα. Αυτή τη συζήτηση έρχεται να εμπλουτίσει κατά τον καλύτερο τρόπο το παραπάνω συλλογικό έργο για το μειονοτικό φαινόμενο στην Ελλάδα.


    Τέλος, τρεις άλλες εκδόσεις που κυκλοφόρησαν και αυτές πρόσφατα θα συμβάλουν η καθεμία από τη δική της σκοπιά στον γόνιμο επιστημονικό διάλογο.


    Πρόκειται για τις μελέτες: «Οι μειονότητες στα μετα-κομμουνιστικά Βαλκάνια. Πολιτικές του κέντρου και μειονοτικές απαντήσεις» της Μ. Κοππά (Εκδόσεις Νέα Σύνορα, 1997), «Η απαγόρευση των βασανιστηρίων και άλλων τρόπων απάνθρωπης ή εξευτελιστικής μεταχείρισης ή τιμωρίας στο Διεθνές Δίκαιο» του Κ. Σιμιτσή (Πρόλογος Στ. Περράκης, Εκδόσεις Α. Σάκκουλα, 1997) και «Το διεθνές και ευρωπαϊκό καθεστώς προστασίας των γλωσσικών δικαιωμάτων των μειονοτήτων και η ελληνική έννομη τάξη» του Κ. Τσιτσελίκη (Εκδόσεις Α. Σάκκουλα, 1997).


    Ο κ. Σωτήρης Ντάλης είναι πολιτικός επιστήμων-διεθνολόγος.

    Βιβλία