H καραβίδα, ο βλάχος, ο μπαλάς, ο ροφός, ο μπακαλιάρος, ο σαργός, ακόμη και τα σαυρίδια, οι κολιοί και τα μπαρμπούνια κινδυνεύουν να εξαφανιστούν από τις ελληνικές θάλασσες. Οι επιστήμονες προειδοποιούν, οι ψαράδες διαμαρτύρονται και οι καταναλωτές δεν ξέρουν τι τρώνε. H αγορά έχει κατακλυστεί από εισαγόμενα, νωπά και κατεψυγμένα ψάρια, τα οποία παρά ταύτα δεν καλύπτουν τις βασικές ελλείψεις. Οι εισαγωγείς φέρνουν από την Τουρκία, τη Σενεγάλη, την Αίγυπτο, τη Μαλαισία μεγάλες ποσότητες από τα εμπορικά αλιεύματα – όπως είναι το λυθρίνι, η κουτσομούρα κτλ. – με αποτέλεσμα να μην μπορούν οι έλληνες αλιείς να διαθέσουν τα αντίστοιχα ντόπια ψάρια. Γι’ αυτό απειλούν με μεγάλες κινητοποιήσεις τον Σεπτέμβριο αν η πολιτεία δεν βάλει φραγμό στις εισαγωγές. H οικονομική δυσπραγία έχει ρίξει τους ψαράδες στα χέρια τοκογλύφων, οι οποίοι λυμαίνονται τις ιχθυόσκαλες και έχουν δημιουργήσει μια «μαφία» ανάλογη με εκείνη της λαχαναγοράς.
Τα θαλάσσια οικοσυστήματα υποβαθμίζονται από την εντατική αλιεία, με αποτέλεσμα πολλά είδη, που άλλοτε αφθονούσαν στα ελληνικά πελάγη, σήμερα να απειλούνται με εξαφάνιση. Αλλά και οι ερασιτέχνες ψαράδες έχουν τις δικές τους ευθύνες. Τα ροφοειδή – όπως ο βλάχος και ο μπαλάς – αποτελούν τα συνήθη θηράματα στο καμάκι των ψαροτουφεκάδων. Μάλιστα, οι περισσότεροι από αυτούς, όπως λέει ιδιοκτήτης γνωστής ψαροταβέρνας στην ευρύτερη περιοχή του Πειραιά, είναι επαγγελματίες «ερασιτέχνες». «Το μεγαλύτερο ποσοστό των ψαριών, που πουλάω στο μαγαζί μου, το αγοράζω από ψαροτουφεκάδες» λέει ο ίδιος.
Βεβαίως, η μεγάλη ευθύνη των ερασιτεχνών δεν αθωώνει τους επαγγελματίες αλιείς. Τα ψάρια αλιεύονται εντατικά ακόμη και κατά την περίοδο της αναπαραγωγής τους ή όταν είναι κάτω από την ηλικία της πρώτης αναπαραγωγής. Κανείς δεν ενδιαφέρεται αν τα μπαρμπούνια πρέπει να γεννήσουν την Ανοιξη και μετά να ξεκινήσει η αλιεία τους, κανείς δεν τηρεί τις περιόδους πλήρους απαγόρευσης για την προστασία των γόνων. Ετσι, είδαμε εφέτος στα νησιά λυθρίνι, κουτσομούρα και άλλα ψάρια να πωλούνται σε μεγέθη μικρότερα από το επιτρεπόμενο. H νομοθεσία καθορίζει το ελάχιστο επιτρεπόμενο αλιεύσιμο μέγεθος, όμως οι λιμενικοί (οι οποίοι είναι επιφορτισμένοι και με άλλες αρμοδιότητες), αλλά και ορισμένοι υπάλληλοι της Διεύθυνσης Αλιείας του υπουργείου Γεωργίας δεν μπορούν να ξεχωρίζουν ούτε τα διαφορετικά είδη ψαριών.
Από τη συρρίκνωση του πληθυσμού των ψαριών απειλούνται και οι τοπικές κοινωνίες που εξαρτώνται από την αλιεία. Στην Ικαρία, οι περισσότεροι ψαράδες ασχολούνται κυρίως με αγροτικές εργασίες, το Φαρμακονήσι ερήμωσε, ενώ στη θαλάσσια περιοχή των Φούρνων, στο ανατολικό Αιγαίο, με δυσκολία συντηρείται το τελευταίο γρι γρι.
Αντίθετα, η ελληνική καραβίδα έχει εξαφανιστεί για τα καλά, αλλά οι μελέτες για τα ιχθυαποθέματα στην Ελλάδα είναι ανύπαρκτες, οπότε κανείς δεν μπορεί να βγάλει ασφαλή συμπεράσματα. «Για τους ελληνικούς αστακούς δεν υπάρχουν επιστημονικά ή στατιστικά στοιχεία. Δεν είναι είδος μελετημένο. Οι ψαράδες γκρινιάζουν ότι εξαφανίζονται, αλλά δεν τηρούν τη νομοθεσία που επιβάλλει στους αλιείς να ξαναρίχνουν στη θάλασσα όσους μικρούς αστακούς παγιδεύουν» τονίζει.
Ο κίνδυνος να μην υπάρχουν στο άμεσο μέλλον ελληνικά ψάρια στο τραπέζι μας είναι μεγαλύτερος από ποτέ. Από τις ελληνικές θάλασσες, σύμφωνα με τον υπεύθυνο δράσης του ερευνητικού προγράμματος «Αρχιπέλαγος» κ. Θοδωρή Τσιμπίδη, σπανίζουν οι μπακαλιάροι, τα ροφοειδή (βλάχος, μπαλάς κτλ.), οι σαργοί, οι τόνοι, οι ξιφίες ακόμη και αφρόψαρα, όπως η γόπα, ο κολιός κτλ.
H κατάρρευση των πληθυσμών των ψαριών αποδίδεται στη μεγάλη ανάπτυξη της αλιευτικής δραστηριότητας, η οποία ευνοήθηκε από την αυξημένη ζήτηση φρέσκων ψαριών, ειδικά τις τελευταίες δεκαετίες. Και να σκεφτεί κανείς ότι οι Ελληνες δεν τρώνε ψάρια και θαλασσινά – τουλάχιστον όχι όσο θα έπρεπε.
Σύμφωνα με στοιχεία του καθηγητή κ. Σωφρονίου Παπουτσόγλου, προέδρου του Τμήματος Ζωικής Παραγωγής του Γεωπονικού Πανεπιστημίου Αθηνών «ο Ελληνας καταναλώνει 14,33 κιλά ψαριά και θαλασσινά τον χρόνο». H κατανάλωση ιχθυηρών στη χώρα μας βρίσκεται περίπου στον παγκόσμιο μέσο όρο, ο οποίος διαμορφώνεται και από χώρες – όπως η Γερμανία, η Γαλλία κτλ. – των οποίων η γεωγραφία δεν συγκρίνεται με τη δική μας.
Δεν είναι μόνο ελληνικό φαινόμενο η μείωση της θαλάσσιας πανίδας
Το φαινόμενο της μείωσης των ιχθυαποθεμάτων δεν είναι μόνο ελληνικό. Τα τελευταία χρόνια πολλά ψάρια εξαφανίζονται στις θάλασσες του πλανήτη. Χαρακτηριστικό παράδειγμα, η εξαφάνιση των αποθεμάτων μπακαλιάρου. Αλλα είδη, όπως η γλώσσα βρίσκονται ήδη εκτός ασφαλών βιολογικών ορίων. Οι εξηγήσεις είναι πολλές και διαφορετικές για κάθε είδος. Κάποια είδη ανταποκρίνονται στην αλιευτική πίεση. Προλαβαίνουν δηλαδή να αναπαραχθούν. «Για παράδειγμα, η κουτσομούρα δεν έχει πρόβλημα όπως και όλα τα ψάρια που γεννάνε στον πρώτο χρόνο της ζωής τους. Υπάρχει, βεβαίως, και η φυσική βιολογική αντικατάσταση κάποιων ειδών. Συμβαίνει σε όλα τα είδη, όχι μόνο του θαλάσσιου οικοσυστήματος» παρατηρεί ο κ. Γ. Πετράκης, ερευνητής στο Εθνικό Κέντρο Θαλασσίων Ερευνών (ΕΚΘΕ).
Υπάρχουν όμως και παροδικά φαινόμενα εξαφάνισης ειδών, τα οποία δεν μπορούν να εξηγηθούν επιστημονικά. Για παράδειγμα, τα χάντοκ («συγγενή» με τον μπακαλιάρο) κάθε πέντε χρόνια χάνονται από τη Βόρεια θάλασσα και επανεμφανίζονται σε αφθονία. Κανείς δεν έχει εξηγήσει το φαινόμενο. Το ίδιο συνέβη και με τον ελληνικό γαύρο. «Πέρυσι ανησυχούσαμε ότι εξαφανίζεται. Εφέτος, οι ψαράδες λένε ότι δεν έχουν ξαναδεί μεγαλύτερο γαύρο» λέει ο κ. Πετράκης. Το ίδιο παρατηρείται και με τις γαρίδες. Πέρυσι δεν υπήρχε στην αγορά. Εφέτος «βρωμάει» ο τόπος.
Πώς δεύτερης διαλογής αλιεύματα «σερβίρονται» ως φρέσκα
Οι πρόσφατοι διαπληκτισμοί στη Χίο μεταξύ αλιέων και τελωνειακών αποτελούν επεισόδιο μόνο μιας συνεχιζόμενης αντιπαράθεσης που έχει ως επίκεντρο την αθρόα εισαγωγή αλιευμάτων από χώρες εκτός Ευρωπαϊκής Ενωσης.
«Το τελωνείο της Χίου δεν έκανε απολύτως κανέναν έλεγχο, ούτε καν υγειονομικό. Εχουμε κάνει εκατοντάδες καταγγελίες στο υπουργείο Γεωργίας για ψάρια από την Αφρική και την Ασία που παρουσιάζονται ως ελληνικά, αλλά δεν έχει γίνει απολύτως τίποτε» λέει ο πρόεδρος της Συνομοσπονδίας Αλιέων Ελλάδας κ. Δ. Κοτσωριός.
Ο δρόμος των εισαγόμενων ψαριών ξεκινά από χώρες όπως η Τουρκία, η Αίγυπτος, η Σενεγάλη και η Μαλαισία. Δεν είναι λίγες οι περιπτώσεις που η χώρα προέλευσης είναι άγνωστη. Τις περισσότερες φορές πρώτη χώρα υποδοχής των αλιευμάτων στην EE είναι η Ιταλία. Εκεί, σύμφωνα με τους επαγγελματίες αλιείς, το κύκλωμα εμπορίας εισαγόμενων ψαριών κατευθύνεται από μια «μαφία» που έργο της είναι ο μικρότερος δυνατός έλεγχος ποιότητας.
Μάλιστα, όπως δηλώνει προς «Το Βήμα» ο γενικός γραμματέας του Συνεταιρισμού Αιγαίου κ. Στ. Λαγός, αποτέλεσμα της ανεξέλεγκτης εισαγωγής είναι να προωθούνται στην αγορά τεράστιες ποσότητες αλιευμάτων δεύτερης, ακόμη και τρίτης διαλογής, στα οποία χρησιμοποιούνται συντηρητικά προκειμένου να φθάσουν από την Αφρική και την Ασία στην Ελλάδα και να πωληθούν ως «φρέσκα».
«Ετσι, ο κόσμος καταλήγει να τρώει μπαγιάτικο ψάρι. Αν βγάλεις το ψάρι σήμερα και δεν το πουλήσεις σε δύο ημέρες, χάνει τη φρεσκάδα του», λέει ο κ. Λαγός και προτείνει την εισαγωγή χρονικού πλαφόν στην πώληση των αλιευμάτων. Οπως λέει ο ίδιος, οι εισαγωγείς των ψαριών είναι άγνωστοι στην Ιχθυόσκαλα και στους επαγγελματίες αλιείς, ενώ τα χρήματα που ξοδεύονται είναι εξωπραγματικά για τα μεγέθη της αγοράς. Ετσι, έχει δημιουργηθεί αθέμιτος ανταγωνισμός για την παραγωγική τάξη των εγχώριων αλιέων. «Οι τιμές εισαγωγής είναι κάτω του κόστους. Οπότε, η τιμή πώλησης από τον ψαρά στον πρατηριούχο παρουσιάζεται ως μεγαλύτερη. Και στην αγορά προωθούνται φθηνότερα αλλά μπαγιάτικα ψάρια» λέει ο κ. Λαγός. Πάντως, το πρόβλημα με τα εισαγόμενα ψάρια δεν εμφανίστηκε τώρα. Μεγάλες ποσότητες εισαγόμενων ιχθυαλιευμάτων δεύτερης κατηγορίας είχαν εντοπιστεί ήδη από το 1995, οπότε το Σώμα Ελεγκτών είχε εντοπίσει σχετικά στοιχεία στην Ιχθυόσκαλα του Κερατσινίου.
Ο κ. Κοτσωριός κάνει λόγο για κυκλώματα παρόμοια με αυτά που λυμαίνονται τη λαχαναγορά και την κρεαταγορά. Οπως λέει, έχει παρατηρηθεί το τελευταίο χρονικό διάστημα ο δανεισμός ψαράδων από «τοκογλύφους». Αυτοί εκμεταλλεύονται την οικονομική δυσπραγία των ψαράδων και τους δανείζουν τα χρήματα για να υποστηρίξουν τις επιχειρήσεις τους και στη συνέχεια ζητούν ως αντάλλαγμα την πώληση των αλιευμάτων σε τιμές κάτω του κόστους. Αξίζει να σημειωθεί ότι τα λειτουργικά έξοδα ενός πλήρως εξοπλισμένου αλιευτικού σκάφους αγγίζουν τα 45.000 ευρώ τον μήνα!
Τα σωματεία των αλιέων βρίσκονται τους τελευταίους μήνες σε διαρκή επαφή με τα υπουργεία Οικονομίας και Γεωργίας, προκειμένου να ακολουθήσουν κοινή κατεύθυνση για την αντιμετώπιση τόσο της εισαγωγής ψαριών όσο και της παράνομης αλιείας. Οι αλιείς βάζουν ως χρονικό όριο εξεύρεσης λύσης το τέλος του ερχόμενου Σεπτεμβρίου και προειδοποιούν ότι σε περίπτωση διαφωνίας θα προχωρήσουν σε μεγάλες κινητοποιήσεις.



