Ο δικός μας Αντερσεν

Ενας δανός κλασικός συγγραφέας, ο Αντερσεν, και μια σύγχρονη Ελληνίδα, η Ελένη Σαραντίτη, «διασταυρώνονται» στον ελληνικό χώρο δίνοντας ο καθένας τις δικές του εικόνες Ο δικός μας Αντερσεν ΛΩΡΗ ΚΕΖΑ Δεν ήταν λίγοι οι περιηγητές του 19ου αιώνα που αντιμετώπισαν κριτικά την Ελλάδα και τη γεωγραφία της. Ο Λαμαρτίνος, για παράδειγμα, θεωρούσε ότι οι ελληνικές ακτές «προκαλούν


Δεν ήταν λίγοι οι περιηγητές του 19ου αιώνα που αντιμετώπισαν κριτικά την Ελλάδα και τη γεωγραφία της. Ο Λαμαρτίνος, για παράδειγμα, θεωρούσε ότι οι ελληνικές ακτές «προκαλούν την περιφρόνηση των ταξιδιωτών». Η περιφρόνηση έδινε συχνά θέση στην απογοήτευση, όπως έγινε με τον Ζεράρ ντε Νερβάλ που δεν έβλεπε «ούτε ένα δεντράκι στην ακτή που ακολουθούμε, ούτε ένα τριαντάφυλλο, αλίμονο ούτε ένα κοχύλι». Ο Χανς Κρίστιαν Αντερσεν ανήκε όμως σε εκείνη την κατηγορία των ανθρώπων που αντιμετώπιζαν τα πάντα με παιδικό ενθουσιασμό. Μόλις είδε τα ελληνικά παράλια, από την κουπαστή του ατμόπλοιου «Λεωνίδας», έγραψε τους στίχους:


Από τα γαλάζια, φωτεινά νερά,


Με χαιρετάς, Ελλάδα,


Τα μάτια μου βλέπουν το Μωριά


Τα ολοχιόνιστα βουνά


Στον ήλιο να φεγγοβολάνε,


Κι απ’ τη θάλασσα αναπηδά


Το βαρύσωμο δελφίνι.


Ο δανός παραμυθάς έμεινε στην Ελλάδα ένα μήνα. Οι εντυπώσεις του καταγράφηκαν στα «Ημερολόγια» ενώ αρκετές εικόνες από το «εξωτικό» ταξίδι του στην Ανατολή επανέρχονται στα έργα «Το παραμύθι της ζωής μου» και στο «Παζάρι ενός ποιητή». Στο βιβλίο «Η Ελλάδα του Αντερσεν», η συγγραφέας Μυρτώ Γεωργίου – Νίλσεν επιχειρεί να συνθέσει όλες τις πληροφορίες για το ταξίδι σε ένα ενιαίο κείμενο, γραμμένο σε τρίτο πρόσωπο, με παραβολή αποσπασμάτων. (Αλλωστε το «Οδοιπορικό στην Ελλάδα» έχει κυκλοφορήσει στα ελληνικά, πριν από αρκετά χρόνια, από το Βιβλιοπωλείο της Εστίας). Η κυρία Γεωργίου – Νίλσεν, που είναι ψυχολόγος, δίδαξε για πολλά χρόνια στο Πανεπιστήμιο της Κοπεγχάγης και εξοικειώθηκε με το πνεύμα του παραμυθά. Η σχέση της μαζί του ξεκίνησε μέσα από τις μεταφράσεις γνωστών παραμυθιών του.


Ο Χανς Κρίστιαν Αντερσεν ήταν, όπως οι περισσότεροι ρομαντικοί, αρχαιολάτρης. Οι σύγχρονοι Ελληνες και οι μετεπαναστατικές συνθήκες μάλλον τον άφηναν αδιάφορο. Οταν ήλθε, την άνοιξη του 1841, αυτό που επιζητούσε περισσότερο ήταν να συναντήσει τον Οθωνα. Τα κατάφερε μετά από επίμονες προσπάθειες αλλά δεν έμεινε απόλυτα ευχαριστημένος από τη συνάντησή τους. Ελεγε μάλιστα ότι ο βασιλιάς δεν τον άκουγε γιατί «ήταν κουφός». Ο Αντερσεν βρήκε εξαιρετικούς ξεναγούς στην Αθήνα: τον ανέλαβαν οι αδελφοί αρχιτέκτονες Κρίστιαν και Τεοφίλ Χάνσεν, οι οποίοι σχεδίασαν το Πανεπιστήμιο, το Νομισματοκοπείο και άλλα επιβλητικά κτίρια. Οντας Δανοί άφησαν για λίγο κατά μέρος τις ασχολίες με σκοπό να συστήσουν τον συμπατριώτη τους στους κύκλους των εν Ελλάδι αλλοδαπών και να του δείξουν την πόλη.


Η αγωνία του Αντερσεν ήταν να καταφέρει να επιβληθεί στους καινούργιους φίλους του. Ο ναρκισσισμός ήταν ένα χαρακτηριστικό του ­ αν και άσχημος ­ και επεδίωξε να επιτύχει μεταφράσεις έργων του. Βρήκε πρόθυμο τον γερμανό πρόξενο Φον Οστεν, ο οποίος δεσμεύθηκε να αποδώσει κάποια ποιήματα. Στα 29 ταξίδια που πραγματοποίησε στη διάρκεια της ζωής του, ο Αντερσεν δεν θέλησε ποτέ να περάσει ως ανώνυμος περιηγητής και πρόβαλε τη συγγραφική του ιδιότητα. Η πρώτη στάση του στην Ελλάδα έγινε στη Σύρο και αμέσως διόρθωσε την εικόνα που είχε για τις ελληνικές πόλεις: «Τις φανταζόμουν όλες ερειπωμένες και με φτωχοκαλύβες». Εμεινε μία ημέρα και αναχώρησε την επομένη για τον Πειραιά. Μόλις έφτασε στην Αθήνα ­ την «πόλη της Μινέρβας» όπως την αποκαλεί ­ έκανε έναν περίπατο: «Περπάτησα στην οδό Ερμού που στη μέση της υψώνεται ένας μεγάλος φοίνικας και έφτασα στο Θησείο, που είναι ολόκληρο από άσπρο μάρμαρο και μοιάζει με τους ναούς στο Paestum (στη Σικελία)». Την ίδια ημέρα επισκέπτεται το βήμα «απ’ όπου μιλούσε ο Δημοσθένης», είδε τη μικρή σπηλιά «όπου λέγεται ότι φυλακίστηκε ο Σωκράτης» και ανέβηκε στον Αρειο Πάγο «όπου δικάστηκε ο Απόστολος Παύλος».


Την 1η Απριλίου επισκέπτεται την Ακρόπολη, την οποία παρομοίασε με «γιγάντιο θρόνο πάνω από την πόλη». «Ανέβηκα στην Ακρόπολη ενώ με κοιτούσαν κάτι μεγάλα, ελληνικά σκυλιά». Ξαναπήγε την επόμενη ημέρα, παρά τον κρύο και την άσχημη κατάσταση της υγείας του. «Κατέβηκα από την Ακρόπολη και στάθηκα στο θέατρο του Ηρώδη: ένας βοσκός έβοσκε εκεί κοντά τα πρόβατά του. Μερικά πεντάχρονα Ελληνόπουλα μου ρίξαν μια πέτρα και μετά έτρεξαν να κρυφτούν». Εγινε συχνός επισκέπτης του Ιερού Βράχου. Την ημέρα μάλιστα των γενεθλίων του ανέβηκε δύο φορές στον Παρθενώνα, μία το πρωί και μία το βράδυ.


Οι ξένοι διπλωμάτες και επιστήμονες που ζούσαν στην Ελλάδα πρόσφεραν τη συντροφιά τους για περιπλανήσεις, που δεν θα μπορούσε να πραγματοποιήσει ένας νεοφερμένος και ασυνόδευτος περιηγητής. Ετσι ο Αντερσεν βρέθηκε στην «άλλη πλευρά του Υμηττού». «Ιππεύαμε περίπου δυόμισι ώρες… Κάτω από τα πόδια μας μοσχοβολούσε το θυμάρι. Είδαμε τη θάλασσα με την Τήνο και μπροστά μας την Εύβοια. Κοντά σε μια ερειπωμένη εκκλησία, δίπλα σε μια ελιά, ένα λιοντάρι από μάρμαρο ­ το συνηθισμένο αρχαίο μνημείο σε τάφο», έγραψε. Στην επίσκεψή του στα χωριά των Μεσογείων βρήκε ένα μικρό καφενείο, κτισμένο δίπλα σε πεσμένα μάρμαρα. Στην περιγραφή του ο Αντερσεν αναφέρεται σε μια σκηνή που χαρακτήριζε την ελληνική ύπαιθρο ως πολύ πρόσφατα: «Μας πρόσφεραν καφέ και ρακί. Η γυναίκα αγωνιούσε να βγάλει από το φούρνο ένα ψωμί που είχε πάνω του χρωματιστά αυγά. Ο άντρας καθόταν ήρεμος και την κοίταζε (στην Αθήνα έχω δει άντρες καβάλα σε άλογα και οι γυναίκες τους να κουβαλάν μεγάλα φορτία και να τους ακολουθούν πεζή)».


Μία ακόμη εκδρομή που περιγράφεται αναλυτικά είναι εκείνη που πραγματοποίησε στις 6 Απριλίου μαζί με τον Χ. Χάνσεν και τον πολεοδόμο Εντουαρντ Σάουμπερτ. Επισκέφθηκαν το Μαρούσι που ήταν χτισμένο με «μικρές ελεεινές καλύβες από λάσπη» και τα σοκάκια του ήταν «τόσο στενά, που όσοι κάθονταν στο δρόμο έπρεπε να ξαναμπούν στα σπίτια τους για να μπορέσουν να περάσουν τα αμάξια και οι ιππείς». Εκεί «οι άνθρωποι, καθισμένοι σε μικρές ομάδες, είχαν στήσει πάνω στην εκκλησία το λάβαρο της ελευθερίας, μια γαλάζια σημαία με άσπρο σταυρό». Συνεχίζοντας τον περίπατο ως την Κηφισιά σχολίασε προφητικά ότι δεν είναι μακριά η εποχή που ωραίες βίλες θα φυτρώνουν στο γόνιμο αυτό τοπίο».


Την Τρίτη, 20 Απριλίου, ο Χανς Κρίστιαν Αντερσεν αναχώρησε από τον Πειραιά. Εγραψε στο ημερολόγιό του: «Είμαι λυπημένος, αισθάνομαι σαν στο σπίτι μου εδώ». Περνώντας με το καράβι από το Σούνιο χαιρέτισε τον ναό που νόμισε ότι είναι αφιερωμένος στη θεά Αθηνά.


* Το βιβλίο «Η Ελλάδα του Αντερσεν» θα κυκλοφορήσει εντός του Απριλίου.

Ακολουθήστε στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, από
Archive
ΒΗΜΑτοδότης
Σίβυλλα
Helios Kiosk