Κάντε TO BHMA προτιμώμενη πηγή




26 Δεκεμβρίου 1893.
Στο χωριό Σαοσάν στην επαρχία Χουνάν της Αυτοκρατορίας του Κέντρου (του κόσμου) ή Κράτος του Ουρανού – έτσι λεγόταν τότε η Κίνα – ο αγρότης Μάο Σουν Σενγκ και η Γουέν Τσι Μέι αποκτούν το πρώτο από τα τέσσερα παιδιά τους. Αφρων διοίκηση, διείσδυση των Δυτικών και υπερπληθυσμός απειλούν με κατάρρευση έναν πολιτισμό χιλιάδων χρόνων. Ούτε η πείνα, ούτε οι επιδημίες, ούτε οι αιματηρές εξεγέρσεις, ούτε οι παιδοκτονίες (οι Κινέζοι σκότωναν από 50.000 ως 100.000 παιδιά κάθε χρόνο – ειδικά τα κορίτσια σφαγιάζονταν εν ψυχρώ – για να αποκαταστήσουν την αρμονία! Εξάλλου η παιδοκτονία δεν εθεωρείτο έγκλημα) μπόρεσαν να φρενάρουν τις γεννήσεις. Ο μικρός Μάο μόλις έμαθε να συλλαβίζει και άρχισε να ξημεροβραδιάζεται διαβάζοντας λογοτεχνία. Αυτή η συνήθεια ήταν κάτι που προκάλεσε την μήνι του αυστηρού πατέρα του. Οι καβγάδες ήταν καθημερινοί. (Αργότερα ο Μάο θα έγραφε: «Μέσα στην οικογένεια υπήρχαν δύο “κόμματα”. Η “εξουσία” – ο πατέρας μου – και η “αντιπολίτευση” – η μητέρα μου, εγώ και τα αδέλφια μου»).


1900. Σε μια περίεργη συμμαχία ενώνονται επαναστάτες, πλούσιοι συντηρητικοί, κυβερνητικοί υπάλληλοι, ακόμη και η αυτοκράτειρα μητέρα. Ο εχθρός είναι ένας: οι ξένοι «κατακτητές», οι «λευκοί διάβολοι», που έχουν πλέον υπό τον έλεγχό τους το φιλέτο των πλουτοπαραγωγικών πηγών, τα λιμάνια και τα καλύτερα εδάφη εδώ και περίπου πενήντα χρόνια. (Ηδη από το 1842, μετά το τέλος του πρώτου «πολέμου του οπίου», π.χ., οι Βρετανοί αποκτούν την κυριαρχία στο λιμάνι του Χονγκ Κονγκ. Δύο χρόνια αργότερα οι ΗΠΑ αποκτούν διπλωματικά και εμπορικά προνόμια στο έδαφος της Κίνας και η Γαλλία το «δικαίωμα ελεύθερης δραστηριότητας των ιεραποστολών» της, η Φορμόζα και το Πορτ Αρθουρ εκχωρούνται στην Ιαπωνία, η Γερμανία αποκτά την εκμετάλλευση των ορυχείων στο Σαντούνγκ και το Κιάο Τσόου ως ναυτική βάση. Αγγλία και Ρωσία προχωρούν ως το 1899 από προσάρτηση σε προσάρτηση, η κινεζική κυβέρνηση έχει παραχωρήσει στην Ιταλία τον κόλπο του Σαν Μουν, νότια της Σαγκάης και οι ΗΠΑ, εγκαινιάζοντας την ίδια χρονιά την «πολιτική των ανοικτών θυρών», διεκδικούν όλα τα οικονομικά πλεονεκτήματα που έχουν παραχωρηθεί στις ευρωπαϊκές δυνάμεις αλλά χωρίς να συμμετάσχουν στον διαμελισμό της χώρας).


Δεν είναι η πρώτη εξέγερση αυτή που οργανώνουν οι «Μπόξερς» όπως τους βαφτίζει η Δύση. Είχε προηγηθεί η εξέγερση των Ταϊπίνγκ (1851-1864), που στοίχισε περίπου 30 εκατ. νεκρούς, και η «μεταρρύθμιση των 100 ημερών» (1898), που πνίγηκε επίσης στο αίμα. Ο πιτσιρικάς Μάο όμως δεν ασχολείται με αυτά. Το μυαλό του είναι απορροφημένο από την προσωπική του εξέγερση, κατά του πατέρα του – ο «γέρος» με το που συμπλήρωσε ο Μάο τα 14 χρόνια του τον σταμάτησε από το σχολείο και θέλησε να του βρει γυναίκα. Μόνο η μητέρα του θέλει τον γιο της σοφό, μοναχό, λόγιο, δάσκαλο. Και στα 16 του τον εγγράφει στο Προκαταρκτικό Σχολείο. Αλλά ο Μάο είναι μεγάλος και οι συμμαθητές του τον κοροϊδεύουν. Αποφασίζει λοιπόν να μελετήσει μόνος του. Τον συγκινεί η Ιστορία – και ιδιαίτερα οι βιογραφίες μεγάλων μορφών. Σε ηλικία 17 ετών μετακομίζει από το χωριό του στην πρωτεύουσα της επαρχίας, την Τσάνγκσα, και 18 ετών διαβάζει για πρώτη φορά εφημερίδα (την εθνικιστική – επαναστατική «Δύναμη του λαού»).


11 Οκτωβρίου 1911. Η εξέγερση εξαπλώνεται από επαρχία σε επαρχία και ο 18χρονος Μάο παρακολουθεί τις εξελίξεις από την Τσάνγκσα, όπου φυσά ο αέρας των μεγάλων γεγονότων. Ξεσπά και εκεί η επανάσταση κατά των Μαντσού, όπου τα μάτια του βλέπουν για πρώτη φορά πεδίο μάχης. Το αυτοκρατορικό καθεστώς καταρρέει. Για πρώτη φορά (με αυτοκρατορικό διάταγμα) οι Κινέζοι γνωρίζουν τι σημαίνει «δημοκρατικό καθεστώς διακυβέρνησης». Πρόεδρος της Δημοκρατίας ανακηρύσσεται ο Σουν Γιατ Σεν. Το 1913 ο ισχνός και κακοντυμένος αυτοδίδακτος νεαρός με την κοτσίδα και τα ροζιασμένα χέρια εγγράφεται στο Διδασκαλείο. Το 1917 αρχίζει τη δημοσιογραφική καριέρα του δημοσιεύοντας μια μελέτη για τη φυσική αγωγή στη «Νέα Γενιά», το περιοδικό με τη μεγαλύτερη κυκλοφορία στους κόλπους των σπουδαστών, και ένα χρόνο αργότερα παίρνει το πτυχίο του.


Σεπτέμβριος 1918. Ο Μάο, με άδειες τσέπες, φθάνει στην κινεζική πρωτεύουσα. Εκείνη την εποχή το Πεκίνο «φλέγεται». Στο Πανεπιστήμιο μαρξιστές καθηγητές αναλύουν το «Κομμουνιστικό Μανιφέστο» που είχαν συντάξει πριν από περίπου εξήντα χρόνια οι Μαρξ και Ενγκελς και την Οκτωβριανή Επανάσταση. Ο νεαρός Μάο καταφέρνει να βρει μια θέση στην πανεπιστημιακή βιβλιοθήκη. Γνωρίζει την Γιανγκ Κάι Χούι, κόρη του καθηγητή του στην Τσάνγκσα. Συνδέεται μαζί της με βαθιά φιλία που οδηγεί σε γάμο. Στις 4 Μαΐου η διαδήλωση που οργάνωσαν οι φοιτητές του Πεκίνου (διαμαρτυρόμενοι για την απόφαση της Διάσκεψης των Βερσαλλιών μετά τον τερματισμό του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου να παραχωρηθούν στην Ιαπωνία οι γερμανικές κτήσεις στην Κίνα) προσελκύει 70.000 – μη πανεπιστημιακό – κόσμο. Η αντιιαπωνική διαμαρτυρία είναι η θρυαλλίδα για την εξάπλωση ενός κομμουνιστικής εμπνεύσεως επαναστατικού κινήματος. Ανάμεσα στους πρωτοστάτες και ο Μάο, ο οποίος στις 14 Ιουλίου εκδίδει στην Τσάνγκσα την «Επιθεώρηση του ποταμού Σιάνγκ». Το έντυπο κλείνει επειδή ενοχλεί – ο διευθυντής του εξάλλου είναι ένας «ταραξίας που οργανώνει σπουδαστικές κινητοποιήσεις και διαδίδει τις ιδέες του μαρξισμού». Ο Μάο συνεχίζει το έργο του με άλλη εφημερίδα, το «Νέο Χουνάν». Κλείνει και αυτή. Οι ηγέτες του επαναστατικού κινήματος τον στέλνουν τότε στο Πεκίνο, όπου από το 1918 ο Λένιν έχει αποστείλει «πράκτορες» για τη δημιουργία των πρώτων κομμουνιστικών πυρήνων – και ο πεπεισμένος για την αναγκαιότητα της επανάστασης του προλεταριάτου Μάο οργανώνει έναν από αυτούς.


Ανοιξη 1921. Οι πυρήνες γίνονται επτά και τον Ιούλιο οι αντιπρόσωποί τους συγκεντρώνονται στη Σαγκάη για να χαράξουν κοινό σχέδιο δράσης – η συγκέντρωση εκείνη θα θεωρηθεί ως 1ο Συνέδριο του Κομμουνιστικού Κόμματος της Κίνας (ΚΚΚ). Ανάμεσα στους συνέδρους, φυσικά, και ο 28χρονος Μάο Τσε Τουνγκ. Αμέσως μετά το συνέδριο αναλαμβάνει τη θέση του γραμματέα του κόμματος για την επαρχία Χουνάν. Δημιουργεί ένα «ανοιχτό πανεπιστήμιο» («πανεπιστήμιο αυτομόρφωσης» το βάφτισε), το οποίο δίνει δωρεάν κανονικά μαθήματα σε νέους. Οργανώνει παράλληλα συνδικαλιστές σε εργοστάσια και σε ορυχεία. Τον Ιούλιο του 1922 φεύγει για τη βιομηχανική Σαγκάη – εκεί είχε ορισθεί η έδρα του 2ου Συνεδρίου του κόμματος (σε ολόκληρη την Κίνα οι οργανωμένοι κομμουνιστές ήταν τότε 123!). Τις κατευθύνσεις στις εργασίες τις δίνει η Μόσχα. «Αντίπαλος» κομματικός σχηματισμός είναι το Κουομιντάνγκ, η πολιτική ομάδα των αστών δημοκρατών, που βασίζεται στο ιδεολογικό τρίπτυχο: εθνικισμός, δημοκρατία και λαϊκή ευημερία. Αρχηγός τους ο Σουν Γιατ Σεν. Ο Μάο εκείνη την εποχή βλέπει με καλό μάτι τη συνεργασία με το «φιλαγροτικό» Κουομιντάνγκ. Λαμβάνει μάλιστα μέρος στο πρώτο συνέδριό του το 1924 με την ιδιότητα του αναπληρωματικού μέλους – γεγονός που ανοίγει τους ασκούς της συντροφικής κριτικής. Εν τω μεταξύ στο Κουομιντάνγκ, στο συνέδριο του 1926, επικρατεί η «αριστερή» πτέρυγα. 20 Μαρτίου 1926. Η δεξιά πτέρυγα τότε οργανώνει εις απάντησιν ένα στρατιωτικό πραξικόπημα, γνωστό ως «πραξικόπημα της Καντόνας». Υποκινητής του ο Τσανγκ Κάι Σεκ, αρχιστράτηγος των εθνικιστικών ενόπλων δυνάμεων και διοικητής της στρατιωτικής σχολής του Χουάμ Πόα, ενός νησιού κοντά στην Καντόνα. Το πραξικόπημα λήγει με τη σύλληψη εκπροσώπων του ΚΚΚ. Η σύγκρουση κομμουνιστών – Κουομιντάνγκ έχει επέλθει, παρ’ ότι οι «εντολές» της Μόσχας είναι να συνεχισθεί η συνεργασία με την αριστερή πτέρυγά του. Εχει ξεκινήσει – ατύπως ακόμη – ο εμφύλιος πόλεμος με «πρωταγωνιστές» τον Μάο Τσε Τουνγκ και τον Τσανγκ Κάι Σεκ.


13 Ιουλίου 1927. Η εθνικιστική κυβέρνηση θέτει εκτός νόμου το Κομμουνιστικό Κόμμα. Ακολουθούν συλλήψεις και σφαγές – όπως αυτή των χιλιάδων εργατών μετά την αποτυχία της «Κομμούνας της Καντόνας» (στις 11 Δεκεμβρίου της ίδιας χρονιάς). Ο Μάο δημιουργεί αντάρτικο. Στα βουνά αγρότες και στρατιώτες δημιουργούν μικρά κοινοβούλια-σοβιέτ, στα πρότυπα της ρωσικής επανάστασης. Ο ανταρτοπόλεμος του Μάο διέπεται από τους εξής «νόμους»: «Μην αντιμετωπίζεις τον εχθρό σε ανοιχτό πεδίο, μην τον αφήνεις να εισχωρεί βαθιά στο έδαφός σου, να απαντάς στην επίθεση με αμυντικούς ελιγμούς, να τον απομονώνεις και μετά να τον συντρίβεις». Αυτή η τακτική ανάγκασε τελικά τον Ιανουάριο του 1949 τον Τσανγκ Κάι Σεκ να αρχίσει διαπραγματεύσεις ειρήνης. Οι εθνικιστές οργανώνουν κράτος νότια της Κίνας και ο Μάο κρατάει τον Βορρά. Στις 21 Απριλίου τα υπολείμματα του στρατού του Τσανγκ (900.000 άνδρες βρίσκονταν υπό τις διαταγές του τις ημέρες της δόξας) ρίχνονται στη θάλασσα και η κυβέρνηση μεταφέρεται στη Φορμόζα. Την 1η Οκτωβρίου 1949 ο Μάο Τσε Τουνγκ ανακοινώνει επίσημα την ίδρυση της Λαϊκής Δημοκρατίας της Κίνας. Η «Μεγάλη Πορεία» που ξεκίνησε ο κινέζος ηγέτης στις 16 Οκτωβρίου 1934 – μια πορεία ανά την αχανή χώρα που διήρκεσε 368 ημέρες και μέτρησε 80.000 νεκρούς – ως προπαγανδιστικό όπλο είχε αποδώσει τα μέγιστα.


Ως τις 9 Σεπτεμβρίου 1976 που θα αφήσει την τελευταία πνοή του ο Μάο θα είναι ο Μεγάλος Τιμονιέρης. Το «Κόκκινο Βιβλίο» του αποτελεί ακόμη και σήμερα οδηγό σκέψης για τους Κινέζους. Θα έχει κάνει ακόμη δύο γάμους (ο δεύτερος με τη νεαρότατη Χο Τζου Τσεν και ο τρίτος με την ηθοποιό Τσιάνγκ Τσινγκ (ή Λαν Πινγκλ), θα έχει εκτελέσει στο όνομα της αγροτικής επανάστασης 800.000 γαιοκτήμονας, κατά δική του ομολογία, θα έχει εμφυσήσει το όραμα της Πολιτιστικής Επανάστασης (πειθώ, παιδεία, υψηλό αγωνιστικό ήθος) σε εκατομμύρια πολίτες και θα έχει έρθει σε ανοιχτή σύγκρουση με την ΕΣΣΔ. Ο Μάο κατάφερε, ακολουθώντας τη δική του – εκτός Μόσχας – τεθλασμένη κομμουνιστική πορεία, να γίνει το πρότυπο της αυτόνομης ύπαρξης στο παγκόσμιο «στρατόπεδο». Ως σήμερα η Κίνα, παρά το «άνοιγμα προς τη Δύση» που εκείνος ξεκίνησε επί Νίξον το 1972, ακόμη και μετά την κατάρρευση του «υπαρκτού σοσιαλισμού» θεωρείται κομμουνιστική…