Οι δημοσκοπήσεις αποτελούν αναμφίβολα «γοητευτική» πλευρά της πολιτικής επικαιρότητας. Και εφέτος η κοινωνία δέχεται καταιγισμό ερευνών για τη «στιγμιαία» αποτύπωση της γνώμης των πολιτών για κόμματα και πολιτικούς ηγέτες. Πέρα από τα πραγματικά ευρήματα, η ίδια η πρακτική των δημοσκοπήσεων έχει προκαλέσει συζητήσεις για την επιλογή της μεθοδολογίας, τον έλεγχο των στοιχείων, αλλά και για την επιρροή που μπορεί να έχουν στην πολιτική συμπεριφορά – και την τελική απόφαση – των ψηφοφόρων.
Είναι όμως απλώς ένα «εργαλείο» μελέτης και προβληματισμού οι δημοσκοπήσεις ή μπορούν να επιβάλουν «γραμμές» στο εκλογικό σώμα; Οι απόψεις των ειδικών διαφέρουν. Οι εταιρείες και οι ερευνητές τους επιμένουν ότι πρόκειται για μια απεικόνιση των τάσεων και αντικρούουν τους ισχυρισμούς άλλων επιστημόνων του ευρύτερου χώρου της επικοινωνίας για παράλληλη «κατασκευή κλίματος». Στο «Βήμα» μίλησαν ο καθηγητής του Τμήματος Επικοινωνίας και MME του Παντείου κ. Στάμος Παπαστάμου, ο πρόεδρος του Τμήματος Επικοινωνίας και MME του Πανεπιστημίου Αθηνών κ. Γιάννης Πανούσης και ο διευθύνων σύμβουλος της εταιρείας ALKO κ. Κώστας Παναγόπουλος.
* H δημιουργία κλίματος
Ο καθηγητής κ. Γιάννης Πανούσης θεωρεί ότι οι δημοσκοπήσεις υπηρετούν και το παιχνίδι της δημιουργίας κλίματος: «Επιστήμες και επιστήμονες της πολιτικής επικοινωνίας κινούνται πλέον συνειδητά και απροκάλυπτα στον αστερισμό της σκοπιμότητας. Μεθοδολογίες, πάγιες πρακτικές, αρχές επαληθευσιμότητας και διαψευσιμότητας, όπως και οι συναφείς δεοντολογικές αξίες, έχουν υποταχθεί στη δύναμη του χρήματος – του παραγγέλλοντος το προϊόν – ή στην εκλεκτική πολιτική συγγένεια – με τα αναφερόμενα ή ερμηνευόμενα στοιχεία και συμπεράσματα. Στην ουσία δεν πρόκειται για διάγνωση των σημερινών τάσεων του εκλογικού σώματος ή για στατιστική – αριθμητική – ποσοτική πρόγνωση ενός πιθανολογούμενου αποτελέσματος, αλλά για μια ενορχηστρωμένη επιχείρηση διαμόρφωσης κλίματος υπέρ ενός κόμματος και σε βάρος άλλου κόμματος ή κομμάτων, καθώς και αλλοιώσεις των όρων του δημοκρατικού παιχνιδιού. Πιστεύω ότι αυτή η “υπερδόση” (overdose) θα κλονίσει την εμπιστοσύνη των πολιτών στην εντιμότητα και την αξιοπιστία των επιστημόνων και αφετέρου θα οδηγήσει στο αντίθετο από το προσδοκώμενο αποτέλεσμα: οι Ελληνες θα ψηφίσουν όπως νιώθουν και όχι όπως μας παρουσιάζουν ότι τα πράγματα είναι. Γιατί κατά βάθος ξέρουμε – αν μη τι άλλο – πώς τα πράγματα δεν είναι – ό,τι και αν λένε και γράφουν οι οιωνοσκόποι και οι καιροσκόποι».
* Οι απόπειρες επηρεασμού
Σε ανάλογο «μήκος κύματος» κινούνται και οι εκτιμήσεις του καθηγητή Στάμου Παπαστάμου. «Ο προφανής χαρακτήρας της απόπειρας αυτής προκύπτει από την εμμονή ένθεν κακείθεν, μαζί με την περιβόητη “πρόθεση ψήφου”, να γίνεται συνεχώς αναφορά στην εξίσου περίφημη “παράσταση νίκης”: οι συζητήσεις, αναλύσεις και ερμηνείες γύρω από το “άνοιγμα” και “κλείσιμο της ψαλίδας” αποσκοπούν να ενισχύσουν ή να διαψεύσουν την αίσθηση πως το “παιχνίδι έχει πια τελειώσει”, ο λαός έχει αποφασίσει κ.ο.κ. Επιχειρείται, δηλαδή, να εδραιωθεί ο κανόνας της πλειοψηφίας, ο οποίος ως γνωστόν, πριμοδοτώντας διαδικασίες κοινωνικής σύγκρουσης, ενεργοποιεί την ψυχολογία της “χαμένης ψήφου”, με άμεσο αποτέλεσμα την ενίσχυση του γνωστού σε όλους μας δικομματισμού. Οσο για τον χαρακτήρα της απόπειρας αυτής προκύπτει από τουλάχιστον δύο πρακτικές: Κατ’ αρχήν, συστηματικά, τόσο οι δημιουργοί όσο και οι αναλυτές και οι “καταναλωτές” των δημοσκοπήσεων εμμένουν, αρέσκονται και αρκούνται στην ψευδεπίγραφη παντοδυναμία και απατηλή διαφάνεια των ποσοστών. Και δεύτερον, ότι οι εμπνευστές, οι δημιουργοί και οι αναλυτές των δημοσκοπήσεων, εμμέσως πλην σαφώς, υποτιμούν συστηματικά τη σημασία εκείνων που δηλώνουν αναποφάσιστοι ή αρνούνται να διευκρινίσουν τι θα κάνουν στις εκλογές. Το κατορθώνουν δε αυτό με την απλή εμμονή στο γνωστό δίδυμο “πρόθεση και παράσταση νίκης”, γεγονός που πριμοδοτεί την ποσοστική διάσταση των αριθμών και υποτιμά την πολιτική σημασία της ανεξιχνίαστης πολιτικής συμπεριφοράς εκείνων που βρίσκονται πίσω από αυτούς».
* Τα δεδομένα και τα όρια
Οι δημοσκοπήσεις απλώς «φωτογραφίζουν» τις βασικές τάσεις του κοινωνικού συνόλου, είναι η άποψη του διευθύνοντα συμβούλου της ALKO κ. Κώστα Παναγόπουλου: «Διανύουμε ευτυχέστατη προεκλογική περίοδο. Εχουμε δύο “κύματα” δημοσκοπήσεων, των οποίων τα ευρήματα ταυτίζονται ουσιαστικά, καθώς οι αποκλίσεις είναι ελάχιστες. Αυτό συνιστά μια εξαιρετικά καλή εποχή για τις δημοσκοπήσεις. Θα έλεγα ότι δεν έχει τεθεί ούτε τίθεται θέμα σοβαρών επιφυλάξεων, εκτός από τις συνήθεις γραφικές περιπτώσεις. Υπάρχει σήμερα πλήρης αποδοχή του εργαλείου της δημοσκόπησης τόσο στον πολιτικό διάλογο όσο και στην κοινωνία. Ποτέ και πουθενά δεν έχει αποδειχθεί επηρεασμός του φρονήματος των ψηφοφόρων από τα αποτελέσματα των δημοσκοπήσεων. Βεβαίως δέχομαι ότι οι έρευνες επηρεάζουν το ηθικό των πολιτών και ίσως τη συμπεριφορά εξαιρετικά μικρών τμημάτων των εκλογέων. Δεν δέχομαι όμως ότι τα δημοσιοποιημένα αποτελέσματα των δημοσκοπήσεων μπορούν να επηρεάσουν το εκλογικό σώμα περισσότερο από τα υπόλοιπα στοιχεία της πραγματικότητας, δηλαδή το οικογενειακό περιβάλλον, οι φίλοι, οι γνωστοί, τα πρωτοσέλιδα των εφημερίδων, η τηλεόραση, η διαφήμιση κ.ά. Αλλωστε η “φωτογράφιση” της πραγματικότητας δεν μπορεί να επηρεάζει περισσότερο απ’ ό,τι η ίδια η πραγματικότητα».
Τα νομικά κενά και οι έλεγχοι
Είναι αλήθεια ότι οι εταιρείες δημοσκοπήσεων έχουν καταρτίσει τους δικούς τους κώδικες δεοντολογίας και αυτοδέσμευσης. Οι διαφωνίες όμως που διατυπώθηκαν και την περασμένη εβδομάδα – στο εσωτερικό του κλάδου – για την καταλληλότητα των τηλεφωνικών δημοσκοπήσεων στη διερεύνηση της πρόθεσης ψήφου, δείχνουν ότι υπάρχει κάποιο πρόβλημα. «Υπάρχουν νομικά κενά» υποστηρίζει σε πρόσφατη μελέτη του (που απεστάλη σε κυβέρνηση και κόμματα) ο πρώην νομικός σύμβουλος του υπουργείου Τύπου κ. Κώστας Δρούγκας. Κατά την άποψή του, απαιτείται σήμερα ένα πλήρες πλαίσιο που θα θέτει τους όρους του παιχνιδιού και θα επιτρέπει αποτελεσματικό έλεγχο. Προς την κατεύθυνση αυτή προτείνει τη δημιουργία μιας Ανεξάρτητης Ελεγκτικής Αρχής και τη θεσμοθέτηση της ελεύθερης πρόσβασης των ενδιαφερομένων στα στοιχεία των ερευνών, ώστε να διασφαλιστεί η πλήρης διαφάνεια. Ακόμη εισηγείται την απαγόρευση της δημοσιοποίησης των δημοσκοπήσεων κατά την προεκλογική περίοδο, ώστε να μην επηρεάζονται οι πολίτες. Στην έρευνα αναλύεται διεξοδικά τι ισχύει σε άλλες χώρες.
Συνοπτικά στη Γαλλία το νομοθετικό πλαίσιο ορίζει τις ελάχιστες ποιοτικές προδιαγραφές που εγγυώνται την επιστημονική εγκυρότητα. Το δείγμα των πολιτών πρέπει να είναι αντιπροσωπευτικό του συνόλου του πληθυσμού, οι ερωτήσεις δεν επιτρέπεται αν κατευθύνουν τις απαντήσεις, το χρονικό διάστημα πρέπει να επιτρέπει την ομοιογένεια των αποτελεσμάτων. Τον έλεγχο ασκεί η Επιτροπή Δημοσκοπήσεων.
Στο Βέλγιο είναι επίσης υποχρεωτική η υποβολή των στοιχείων στην αρμόδια Επιτροπή Δημοσκοπήσεων και πρέπει να επισυνάπτονται διευκρινίσεις σχετικές με την εταιρεία, τον εντολέα, τη μεθοδολογία, τη σύνθεση του δείγματος και κάθε χαρακτηριστικό που θα μπορούσε να επηρεάσει τις απόψεις, καθώς και ένδειξη, για κάθε ερώτηση, του ποσοστού των προσώπων που δεν απάντησαν.
Στην Ιταλία απαγορεύεται η διενέργεια ερευνών το τελευταίο δεκαπενθήμερο της προεκλογικής περιόδου. Βασικές υποχρεώσεις που πηγάζουν από το νομοθετικό πλαίσιο είναι η δημοσιοποίηση των πορισμάτων δημοσκόπησης και πλήρης τεκμηρίωση με στοιχεία που κατατίθενται στην Αρχή για τις Επικοινωνίες.
Στην Ισπανία η Κεντρική Εκλογική Επιτροπή μπορεί να ζητεί τεχνικές πληροφορίες και συμπληρωματικά στοιχεία για να κρίνει την αξιοπιστία των δημοσκοπήσεων, που παύουν να διενεργούνται πέντε ημέρες πριν από την προσφυγή στις κάλπες.



