Οταν ήταν παιδί, έπαιζε μπάλα με τους συνομηλίκους του δίπλα στο νεκροταφείο του Ζωγράφου. Ενίοτε, αυτός και η παρέα του παρίσταναν τους τεθλιμμένους και αναμειγνύονταν με τους συγγενείς για να φάνε κόλλυβα σε μνημόσυνα. Πέρα από το σπαρταριστό του επεισοδίου που δείχνει τη διαχρονική παιδική ευρηματικότητα στην επινόηση της σκανδαλιάς, η αποστροφή του μεγάλου έλληνα φυσικού Δημήτρη Νανόπουλου για την αθηναϊκή γειτονιά όπου μεγάλωσε αποτυπώνει και την πραγματικότητα της Ελλάδας στα τέλη της δύσκολης δεκαετίας του ’50. Αντί για αθλητικές εγκαταστάσεις, αλάνες, αντί για σνακ σε περίπτερα, κόλλυβα, αντί για την αφθονία της μεταπολεμικής Ευρώπης, τα ισχνά μέσα μιας χώρας-απογόνου δέκα ετών πολέμου, Κατοχής και Εμφυλίου. Η ιστορία της ζωής του Νανόπουλου εφάπτεται στην ιστορία της γενιάς των γονέων αρκετών από εμάς –της γενιάς που ενηλικιώθηκε σε ένα κράτος που πάσχιζε να ορθοποδήσει, της γενιάς που πολιτικά βίωσε τα προδικτατορικά χρόνια και τη Χούντα των Συνταγματαρχών, την τελευταία ταραγμένη περίοδο πριν από την κρίση και το Μνημόνιο. Δεν ήταν πολλοί όσοι έκαναν το άλμα στο εξωτερικό, όπως εκείνος: ήταν ένα διάβημα που χρειαζόταν «ενθουσιασμό, τρέλα και όρεξη για πολύ σκληρή δουλειά» θα πει –και επίσης τόλμη οικονομική, πίστη στον εαυτό του και αυτοκυριαρχία μπροστά στον ίλιγγο ενός κόσμου πολύ μεγαλύτερου από τον τόπο καταγωγής του. Κυριολεκτικά και μεταφορικά, μια και ο Νανόπουλος θα ανοιγόταν στα μυστήρια της κοσμολογίας και της φυσικής υψηλής ενέργειας, των τομέων της φυσικής που αναζητούν τη συγγένεια του άπειρου με τις υποδιαιρέσεις του μηδενός, του διαστελλόμενου σύμπαντος με το μήκος του Πλανκ. Η συνεισφορά του στην κατανόηση των θεμελιωδών αρχών του χώρου και του χρόνου μετριέται σε θέσεις (όπως η έδρα Μίτσελ/Χιπ που κατέχει στο Πανεπιστήμιο Τέξας A&M από το 1992), διακρίσεις (όπως το βραβείο Ενρίκο Φέρμι που του απονεμήθηκε το 2009 από την Ιταλική Εταιρεία Φυσικής), τίτλους (όπως αυτός του προέδρου της Ακαδημίας Αθηνών που φέρει από την 1η Ιανουαρίου 2015). Στο εκεί γραφείο του, όπου η λιτή και αυστηρή αντίληψη του 19ου αιώνα για τον χώρο της πνευματικής εργασίας επιβιώνει στις αρχές του 21ου, συναντιόμαστε για μια συζήτηση που είναι ταυτόχρονα αναδρομή στον βίο του, απόπειρα να μετατραπούν οι εξισώσεις σε λόγια, αναστοχασμός για το πεπρωμένο του επιστήμονα, διερώτηση για τους πολίτες και την πολιτική.
Πώς «κατασκευάζεται» ένας Δημήτρης Νανόπουλος; Πώς, δηλαδή, ένας μέσος μαθητής που κατά δήλωσή του ενδιαφερόταν εξίσου για το ποδόσφαιρο και τα μαθήματα βρίσκει την κλίση του σε μια επιστήμη και καταλήγει παγκοσμίως αναγνωρισμένος θεωρητικός φυσικός με περίπου 600 δημοσιευμένα επιστημονικά άρθρα στο ενεργητικό του, 13 βιβλία και σχεδόν 36.000 παραπομπές άλλων επιστημόνων στο σύνολο του έργου του; Γυρίζει ένας νοητικός διακόπτης ξαφνικά ή ωριμάζει κάτι σταδιακά μέσα του; «Δεν ξέρω αν πρόκειται για διακόπτη, αλλά εκεί γύρω στην Α΄ Λυκείου έκανα μια στροφή –«από Παύλο σε Σαούλ»» λέει ο ίδιος. «Διάβασα ένα βιβλίο φυσικής που μου είχε πάρει ο πατέρας μου και αυτό άλλαξε την τροχιά μου. Από εκεί και πέρα, είχα βρει ένα είδος εσωτερικού δρόμου. Εγινα λοιπόν καλός μαθητής στη φυσική και τα μαθηματικά –τα υπόλοιπα δεν τα έκανα με την καρδιά μου. Σιγά σιγά ανακάλυψα την έρευνα, πήγα στο πανεπιστήμιο, μπήκα σε μια πορεία, που τη χαρακτηρίζουν όμως ένας ενθουσιασμός και μια «τρέλα». Πιστεύω ότι οι «τρελοί» πάνε τον κόσμο μπροστά, οι άλλοι απλώς συμμετέχουν. Μου αρέσει η τρέλα η δημιουργική, που κάποιες φορές θα σε αναγκάσει να έρθεις σε αντίθεση με το περιβάλλον σου, να σπάσεις αβγά –για να φτιάξεις ομελέτα».
Τον κυνηγά στη νεότητά του η πολιτική συγκυρία. Λίγους μήνες μετά την εισαγωγή του στο πανεπιστήμιο, το 1966, έρχεται η Δικτατορία των Συνταγματαρχών. Ολοκληρώνοντας τις σπουδές του, ετοιμάζεται για το μεταπτυχιακό άλμα προς το εξωτερικό και το πραγματοποιεί το 1971 σε μια συμβολική στιγμή. «Φεύγω από την Ελλάδα την ημέρα που κηδεύεται ο Σεφέρης, και επειδή δεν έχω λεφτά και φεύγω με το τρένο, λες και είναι ταινία του Ξανθόπουλου, δεν έχω τη δυνατότητα να αλλάξω εισιτήρια για να παραβρεθώ». Ακολουθεί μια μεγάλη διαδρομή, πρώτα στο Πανεπιστήμιο του Σάσεξ, όπου γίνεται για δύο χρόνια ένα είδος μοναχού της επιστήμης και ανακηρύσσεται διδάκτορας σε χρόνο-ρεκόρ το 1973, έπειτα σε τροχιές ένθεν κακείθεν του Ατλαντικού. «CERN, École Normale Supérieure, CERN ξανά και το Πανεπιστήμιο A&M του Τέξας στο τέλος. Ενθουσιασμός, τρέλα και πολλή δουλειά –ο ιδρώτας και η έμπνευση στην αναλογία που έδινε ο Αϊνστάιν, 99% προς 1%. Για τη δουλειά, ειδικά, «η απόδειξη είναι στην πουτίγκα», που λένε και οι Αγγλοι. Από το 1971 ως το 1986 είναι μια πολύ πολύ γόνιμη δεκαπενταετία. Και κάποια από αυτά τα χρόνια τα θεωρώ μέσα μου τα καλύτερα της καριέρας μου –τα δικά μου annus mirabilis, όπως ήταν το 1905 για τον Αϊνστάιν».

Η γόνιμη δεκαπενταετία παράγει ούτε λίγο ούτε πολύ μια «μεγάλη ενοποιημένη θεωρία», λυδία λίθο των φυσικών, από τον Αϊνστάιν ως τον Χόκινγκ. Στην παράδοση των διόλου πληκτικών ονομάτων της σύγχρονης φυσικής βαφτίζεται «flipped SU(5)». «Και το όνομα είναι «τρελό» και το ίδιο το μοντέλο είναι «τρελό», με την έννοια που σας έλεγα πριν. Εχουμε λοιπόν στη φύση τέσσερις βασικές δυνάμεις: ηλεκτρομαγνητικές, ασθενείς πυρηνικές, ισχυρές πυρηνικές και βαρυτικές. Οι ασθενείς και οι ηλεκτρομαγνητικές είναι μορφή ίδιας δύναμης, της ηλεκτρασθενούς.

Το μποζόνιο του Χιγκς είναι το κερασάκι στην τούρτα αυτής της διευθέτησης. Από τα τέλη της δεκαετίας του ’70 ψάχνουμε τις μεγάλες ενοποιητικές θεωρίες, τις «Grand Unification Theories», τις GUTs, όπως τις βάφτισα. Θεωρίες που επιχειρούν να συνδυάσουν ηλεκτρομαγνητικές, ασθενείς και ισχυρές πυρηνικές αλληλεπιδράσεις. Αυτό δημιουργεί ένα είδος συμμετρίας που ονομάζεται SU(5) –χονδρικά, ας πούμε ότι είναι σαν να έχεις πέντε αντικείμενα τα οποία μπορείς να αλλάζεις μεταξύ τους χωρίς να καταλαβαίνεις διαφορά. Μεγάλη έμπνευση. Παρουσιάζονταν όμως ορισμένα προβλήματα, οπότε αν αυτός ήταν ο κεντρικός δρόμος, εγώ και οι συνάδελφοι με τους οποίους διατυπώσαμε τη θεωρία βρήκαμε ένα δρομάκι που μας οδηγούσε σε κάτι πολύ κοντινό, το οποίο ονομάσαμε «flipped SU(5)». Αυτά στις αρχές της δεκαετίας του ’80. Το 1984 εμφανίστηκε η θεωρία των υπερχορδών, της οποίας η δική μας αποδείχθηκε βασικό συστατικό».

Η γενιά του Δημήτρη Νανόπουλου αναμένει τη δικαίωση ή τη διάψευσή της από τον Μεγάλο Επιταχυντή Αδρονίων στο CERN. Η ανακάλυψη του σωματιδίου του Χιγκς έβαλε τις πειραματικές βάσεις για τη δικαίωσή της. Αν όμως το Χιγκς δεν εμφανιζόταν; «Αν δεν βρίσκαμε το μποζόνιο του Χιγκς, θα τινάζονταν στον αέρα τα πάντα –θα λέγαμε, όπως ο Σεφέρης, «πήραμε τη ζωή μας λάθος». Και θα ξαναρχίζαμε από την αρχή λοιπόν. Σεβαστό και θεμιτό, να όμως που υπάρχει το Χιγκς. Κι εγώ, μπορείτε να δείτε παλιές μου συνεντεύξεις, παλιές δεκαετιών, όχι πρόσφατες, έλεγα ότι, αν δεν υπάρχει, θα τα παρατήσω όλα και θα γίνω ψαράς. Ημουν βέβαιος, και η βεβαιότητα είναι κάτι βαρύ για έναν επιστήμονα».
Οσο βαριά είναι ίσως η ερμηνεία των συνεπειών της σύγχρονης φυσικής για τον μέσο άνθρωπο; «Υπάρχει μεγάλη εσωτερική ομορφιά στη σύνθεση και τις συνέπειές της» λέει ο Νανόπουλος. «Και στις εξισώσεις, και στους αριθμούς, αλλά και στο γεγονός ότι απαντάει σε προαιώνια ανθρώπινα ερωτήματα. Εχουμε φτάσει σήμερα στο σημείο να εξηγούμε γιατί υπάρχουν οι φυσικοί νόμοι, και η εξήγηση είναι πολύ απλή. Οι συνέπειες της θεωρίας των υπερχορδών θέλουν το σύμπαν μας να έχει όχι τέσσερις, αλλά δέκα διαστάσεις. Οι πέραν των τεσσάρων «διπλώνουν» στον κβαντικό χώρο, υπάρχουν συγκεκριμένοι τρόποι «διπλώματος» και ο τρόπος με τον οποίο διπλώνουν οι έξτρα διαστάσεις μας καθορίζει τους φυσικούς νόμους σε ένα δεδομένο σύμπαν. Είναι ένα τρομακτικό επίτευγμα της γενιάς μας, το οποίο, πιστεύω, αν γίνει συνείδηση στο ευρύ κοινό θα έχει τεράστιες συνέπειες. Ας μην ξεχνάμε ότι ο Διαφωτισμός, τον οποίο κάποιοι στην Ελλάδα και αλλού κατηγορούν ακόμη, είναι αποτέλεσμα Νεύτωνα, Κοπέρνικου, Γαλιλαίου. Ο Βολταίρος, ο Ντιντερό, προχώρησαν βασισμένοι στη νεωτερική ιδέα ότι ο κόσμος έχει μια φυσική ερμηνεία».
Καθώς ο ίδιος θέλγεται από το σινεμά («προσωπικά, έχω τρέλα με τον κινηματογράφο, αν μπορούσα θα είχα γίνει σκηνοθέτης»), θα εκτιμά την εφετινή μεταφορά στη μεγάλη οθόνη της ζωής δύο κορυφαίων επιστημονικών μορφών του 20ού αιώνα –του Αλαν Τιούρινγκ στο «Παιχνίδι της μίμησης» και του Στίβεν Χόκινγκ στη «Θεωρία των πάντων». «Είναι εξαιρετική ιδέα και χαίρομαι πολύ που βλέπω ότι και οι δύο ηθοποιοί που τους υποδύονται είναι υποψήφιοι για βραβεία. Η ιστορία του Χόκινγκ δείχνει πόσο σκληρός ήταν ο αγώνας του, λόγω εξωτερικών συνθηκών, αλλά επίσης δείχνει και την ανταμοιβή, πού σε πάει αυτός ο αγώνας. Ο Τιούρινγκ, τεράστιος επιστήμονας –και να έχει τέτοιο τέλος. Πολύ καλύτερο να βλέπεις τέτοιες βιογραφίες στην οθόνη παρά να ασχολείσαι με το αν ο Ρονάλντο χώρισε με την Ιρίνα Σάικ». Ως δυνητικός σκηνοθέτης, βέβαια, ο ίδιος θα αναδείκνυε τον αμερικανό νομπελίστα Ρίτσαρντ Φάινμαν. «Ξέρετε, οι άνθρωποι των θετικών επιστημών είμαστε βαρετοί. Πιο βαρετοί πιστεύω οι μαθηματικοί, μετά οι θεωρητικοί φυσικοί, οι πειραματικοί φυσικοί και πάει λέγοντας –όσο περισσότερο το αντικείμενο κάποιου έχει να κάνει με τη ζωή, τόσο λιγότερο βαρετός είναι. Ο Φάινμαν όμως είναι εξαίρεση ανάμεσα στους φυσικούς –καταπληκτικός φυσικός και πολύ ωραίος τύπος: και εξαίρετος εκλαϊκευτής και έπαιζε μπόνγκος σε κλαμπ του Μπέβερλι Χιλς…».

Οντας μέλος της Ακαδημίας Αθηνών από το 1997, εκλέχθηκε πρόεδρός της για το 2015, θεωρεί όμως ότι το προσωπικό του στίγμα δεν θα έχει να κάνει τόσο με την επιστήμη. «Η Ακαδημία διαθέτει κέντρα που κάνουν πάρα πολλή δουλειά. Την τελευταία εικοσαετία ανοίχθηκε συνειδητά σε νεότερους ανθρώπους και διαφορετικές κατευθύνσεις, προκειμένου να καλυφθούν νέοι χώροι και νέα αντικείμενα με αξιοσύνη και αξιοκρατία. Προσωπικά, θα προσπαθήσω ως πρόεδρος όχι τόσο να κατευθύνω τα ερευνητικά κέντρα, δεν έχουν ανάγκη τη δική μου παρουσία για να εργαστούν με επιτυχία, όσο να κάνω χάπενινγκ, να ανοίξω τους κήπους πίσω, να φέρω σχολεία, να ανοίξω την ανατολική αίθουσα σε προσωπικότητες εκτός Ακαδημίας, να δείξουμε ότι η Ακαδημία είναι ένας ανοιχτός, ζων οργανισμός». Στοίχημα ανοιχτό σε μια κοινωνία όπου «η πανεπιστημιακή κοινότητα έχει απόσταση από το κοινό, κάτι που μου κάνει εντύπωση. Για παράδειγμα, στο εξωτερικό, όταν υπάρξει κάποια ανακάλυψη με πρακτικές εφαρμογές το σύστημα είναι έτοιμο: πατέντες, ποσοστά, πόσα δικαιούται το πανεπιστήμιο, πόσα εσύ. Στην Ελλάδα μαθαίνω ότι αν ένας ερευνητής σε ανάλογη περίπτωση επιχειρούσε παλιότερα να συνεννοηθεί με έναν φαρμακοβιομήχανο, ας πούμε, στιγματιζόταν ως εχθρός του λαού! Ευτυχώς, τα τελευταία χρόνια η νοοτροπία αλλάζει. Τέτοιου είδους «απαγορευτικές αρχές» είναι εκ του πονηρού για μένα. Η αντίδραση στα ιδιωτικά πανεπιστήμια είναι ένα χαρακτηριστικό ζήτημα –προσέξτε, όμως, και το τονίζω, όταν λέμε ιδιωτικά πανεπιστήμια δεν εννοούμε τα μαγαζάκια των κεντρικών ή ημικεντρικών οδών, εννοούμε μεγάλα ιδρύματα με μεγάλα ονόματα. Εχω ξαναπεί ότι η Ελλάδα θα μπορούσε να είναι ένα «πνευματικό Μονακό». Εδώ είναι οι θεμελιώδεις τόποι της αρχαιότητας, εδώ θα έπρεπε λοιπόν να βρίσκονται οι επιταχυντές, το CERN της αρχαιολογίας. Δείτε το τεράστιο διεθνές ενδιαφέρον για την Αμφίπολη. Γιατί να μην το έχουμε εκμεταλλευθεί; Γιατί να μην έχουν οι μεγάλες αρχαιολογικές σχολές των ξένων πανεπιστημίων τα παραρτήματά τους, να έρχονται οι φοιτητές εδώ, να ωφελούνται οι τοπικές κοινωνίες; Για τα ιδεολογήματα ορισμένων της άκρας Αριστεράς και της άκρας Δεξιάς; Για κάποιους που φοβούνται να μη χαλάσουμε ως Ελληνες; Το να είμαστε αποκομμένοι από τον κόσμο μάς χαλάει!».
Πολιτικά, πάντως, δεν είμαστε αποκομμένοι από τον κόσμο –το αντίθετο. Τα χρόνια της κρίσης μάς ενσωμάτωσαν βίαια στις παγκόσμιες οικονομικές εξελίξεις, οι εκλογές και η νίκη του ΣΥΡΙΖΑ προσέλκυσαν πανευρωπαϊκό ενδιαφέρον. Ως μη ειδικός στα πολιτικά φαινόμενα, ως απλός πολίτης που δεν δαιμονοποιεί τη Μεταπολίτευση («σίγουρα η Μεταπολίτευση έπαιξε θετικό και ουσιαστικό ρόλο, σήμερα όμως χρειάζεται να κλείσει αυτός ο κύκλος»), ο Δημήτρης Νανόπουλος σκέφτεται τον εξορθολογισμό των θεσμών. «Η κρίση του 2007-2008, η παγκόσμια κρίση, ήρθε στην Ελλάδα από το εξωτερικό, αν και η τότε κυβέρνηση, η κυβέρνηση του 2009 πιστεύω, όπως και πολλοί άλλοι, ότι έκανε πολύ κακή διαχείριση. Επειτα όμως περάσαμε πέντε χρόνια προσπαθειών και εκεί που πήγαμε να ορθοποδήσουμε, ρισκάρουμε να τα φέρουμε τούμπα. Κι αυτό το λέω χωρίς πρόθεση να θεωρηθεί πως ευνοώ τον έναν ή κατηγορώ τον άλλον. Ο ΣΥΡΙΖΑ, νομίζω, θα ερχόταν στην εξουσία έτσι και αλλιώς. Επραξε όπως έπραξε στην προεδρική εκλογή από τη στιγμή που είχε τη δυνατότητα και πίστευε ότι η πορεία της χώρας ήταν λανθασμένη. Δεν είμαι πολιτικός ή συνταγματολόγος, δεν έχω ειδική μόρφωση, είναι προσωπική μου γνώμη ότι είναι λάθος να εξαρτάται μια δημοκρατικά εκλεγμένη κυβέρνηση, που έχει την πλειοψηφία στη Βουλή, από την εκλογή Προέδρου της Δημοκρατίας. Ισως πρέπει να αλλάξει αυτό, ίσως ο πρόεδρος πρέπει να εκλέγεται από τον λαό, ώστε να δοθεί και μια ασφαλιστική δικλίδα προκειμένου το πολιτικό σύστημα να μην αναπαράγεται, να μην εμπλέκεται σε διαπλοκές. Εγώ θα ήθελα να δω πια και καινούργια πολιτικά πρόσωπα και καινούργιες πολιτικές δυνάμεις. Οχι ανθρώπους που τους έφτιαξαν οι καταστάσεις, ανθρώπους που εκφράζουν την απογοήτευση της κοινωνίας από τους προηγούμενους, αλλά νέες δυνάμεις, νέους ηγέτες, χωρίς ιδεολογήματα και ιδεοληψίες».

Μία από τις πρώτες μνείες που θα συναντήσει κανείς αναζητώντας το όνομα του Δημήτρη Νανόπουλου στο Διαδίκτυο προέρχεται από το Facebook, όπου κάποιος έχει δημιουργήσει μια σελίδα με τίτλο «Δημήτριος Νανόπουλος πρόεδρος της Ελληνικής Δημοκρατίας 2015-2020».

Την ώρα που γράφονταν αυτές οι γραμμές –Τετάρτη 11 Φεβρουαρίου –η κυβέρνηση δεν είχε ανοίξει ακόμη τα χαρτιά της για την εκλογή Προέδρου της Δημοκρατίας. Κατά συνέπεια, αξίζει να σημειώσουμε τις σχετικές σκέψεις του Δημήτρη Νανόπουλου, όπως διατυπώθηκαν στη συνέντευξη της 21ης Ιανουαρίου.

Αν στην επερχόμενη προεδρική εκλογή τού προτεινόταν το αξίωμα στο πλαίσιο μιας μη κομματικής υποψηφιότητας, προερχόμενης από την πνευματική ηγεσία, όπως έχει συμβεί στο παρελθόν σε άλλες χώρες, θα δεχόταν να εγκαταλείψει τη φυσική; «Δεν με προσέγγισε ποτέ κανείς, να το ξεκαθαρίσω. Ξέρω ότι γράφτηκε, ξέρω ότι συζητήθηκε, αλλά ποτέ δεν μου απευθύνθηκε κάποιος. Εν αντιθέσει με άλλες θέσεις, θα τη σκεφτόμουν πάρα πολύ σοβαρά. Πέραν της εξαιρετικής τιμής, είναι μια θέση από την οποία μπορεί να προσφέρει κανείς, ειδικά στα πολωμένα χρόνια που ζήσαμε. Γιατί ένας πρόεδρος προερχόμενος από την πνευματική ηγεσία θα μπορούσε να δείξει στον ελληνικό λαό ότι όσοι τον επέλεξαν είναι διατεθειμένοι να σκεφτούν διαφορετικά, εκτός του δικού τους συστήματος. Η απάντησή μου, λοιπόν, είναι ότι δεν θα έλεγα a priori «όχι» και υπάρχει και πιθανότητα να έλεγα «ναι». Εχοντας μιλήσει όμως με τους παλιούς προέδρους πρώτα και ξεκαθαρίσει εκ των προτέρων ότι δεν θα είμαι κάποιος που θα του λένε «σήκω» και θα σηκώνεται. Και θα είχα την κρυφή ελπίδα ότι θα συνέχιζα τη φυσική, είναι μια ιδιότητα που δεν θα μου πάρει ποτέ κανείς. Διαφορετικά, θα πάθαινα κατάθλιψη και δεν θα σωζόμουν ούτε με τα πιο βαριά χαπάκια». Λίγο πρόεδρος και λίγο φυσικός, λοιπόν; «Ναι, ας το αφήσουμε έτσι, στο «λίγο-λίγο»».

* Δημοσιεύθηκε στο BHmagazino την Κυριακή 15 Φεβρουαρίου 2015

ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ