Από την εμφάνισή τους επάνω στη Γη οι άνθρωποι δεν έχουν πάψει να μεταναστεύουν – αυτή είναι μια βασική δύναμη που ώθησε την εξέλιξη και την ευημερία του είδους μας. Τον τελευταίο καιρό ωστόσο βλέπουμε ολοένα και περισσότερους Ευρωπαίους – και όχι μόνο – να νιώθουν ότι απειλούνται από τους πρόσφυγες και τους μετανάστες που βρίσκονται προ των πυλών. Το ζήτημα είναι ευαίσθητο και προκαλεί έντονα συναισθήματα, κάθε είδους. Αν ωστόσο αφήσουμε κατά μέρος τους συναισθηματισμούς και το δούμε με την «ψυχρή λογική» της επιστήμης, θα διαπιστώσουμε ότι οι φόβοι μας δεν έχουν βάση. Ο τρόπος με τον οποίο λειτουργούν τα σύγχρονα κράτη, οι οικονομίες τους και τα ασφαλιστικά συστήματά τους έχει ανάγκη τους μετανάστες, ιδιαίτερα στις ανεπτυγμένες χώρες. Ολες οι μελέτες δείχνουν ότι η παρουσία τους είναι αυτή που τις κρατάει οικονομικά «όρθιες». Και τελικά δεν αποτελούν για εμάς απειλή, αντιθέτως προσφέρουν – σε εμάς και στους εαυτούς τους – μια σημαντική ευκαιρία. Στοιχεία στις επόμενες σελίδες.

Οι άνθρωποι μετακινούνται. Αυτό είναι ένα χαρακτηριστικό του είδους μας. Ωστόσο τον τελευταίο καιρό μια μεταναστευτική κρίση αποτελεί μόνιμο θέμα στους τίτλους των ειδήσεων. Περισσότεροι από ένα εκατομμύριο απελπισμένοι άνθρωποι διέφυγαν στην Ευρώπη το 2015 και σχεδόν 4.000 πέθαναν προσπαθώντας. Και η εισροή αυξάνεται ολοένα και περισσότερο. Ο Οργανισμός Ηνωμένων Εθνών λέει ότι η Ευρώπη αντιμετωπίζει «μια επικείμενη ανθρωπιστική κρίση, στη δημιουργία της οποίας έχει συμβάλει σε μεγάλο βαθμό». Και δεν είναι μόνο αυτό. Ο ΟΗΕ επέκρινε την Αυστραλία επειδή στέλνει καραβιές προσφύγων σε άθλιους καταυλισμούς σε άλλα κράτη. Παράλληλα αμερικανοί πολιτικοί μιλούν για την ανόρθωση ενός τείχους στα σύνορα των ΗΠΑ με το Μεξικό όταν δεκάδες χιλιάδες ασυνόδευτα παιδιά προσπαθούν να ξεφύγουν από τη βία στη Λατινική Αμερική.

Κίνδυνος ή «χαρτονόμισμα 3 δισ. ευρώ»;


Τον Ιανουάριο το Παγκόσμιο Οικονομικό Φόρουμ ανακήρυξε τις μεγάλης κλίμακας μεταναστευτικές ροές στον κατά την άποψή του περισσότερο ανησυχητικό παγκόσμιο κίνδυνο. Οταν το Αμερικανικό Συμβούλιο Εξωτερικών Σχέσεων συνέταξε τον κατάλογο με τις 10 κορυφαίες προτεραιότητες στην πρόληψη συγκρούσεων για το 2016 συμπεριέλαβε σε αυτές την πολιτική αστάθεια στην Ευρωπαϊκή Ενωση εξαιτίας της εισροής μεταναστών. Οι ανησυχίες για τους πρόσφυγες και τους οικονομικούς μετανάστες είναι ένα από τα κύρια επιχειρήματα εκείνων που θέλουν τους Βρετανούς να ψηφίσουν την έξοδο της χώρας τους από την Ευρωπαϊκή Ενωση στις 23 Ιουνίου. Και δεν υπάρχει αμφιβολία ότι η μετακίνηση ανθρώπων θα αυξηθεί, καθώς η παγκόσμια οικονομία παγκοσμιοποιείται όλο και περισσότερο ενώ οι δημογραφικές και περιβαλλοντικές πιέσεις οξύνονται.
Θα πρέπει να ανησυχούμε; Ποια είναι η αλήθεια γύρω από τη μετανάστευση; Το ζήτημα προκαλεί έντονα συναισθήματα. Ωστόσο η επιστημονική μελέτη των όσων συμβαίνουν όταν οι άνθρωποι μετακινούνται αρχίζει να προσφέρει μερικές όχι συναισθηματικές απαντήσεις. Δείχνει ότι πολλές ευρέως διαδεδομένες αντιλήψεις δεν ευσταθούν απέναντι στην προσεκτική εξέταση. «Η ανησυχία για τους μετανάστες μειώνεται σημαντικά όταν γίνονται γνωστά στον κόσμο έστω και τα πιο βασικά δεδομένα» λέει ο Πίτερ Σάδερλαντ, ειδικός εκπρόσωπος του ΓΓ του ΟΗΕ για τη μετανάστευση. Ενας αναλυτής υποστηρίζει μάλιστα ότι αν καταργούσαμε όλους τους περιορισμούς για τη μετανάστευση θα ήταν σαν να βρίσκαμε χαρτονομίσματα των 3 δισ. ευρώ στο πεζοδρόμιο.
Πρόσφυγες και μετανάστες. Υπάρχει διαφορά;


Τα εκατομμύρια που φεύγουν από τη Συρία έφεραν στο προσκήνιο τους πρόσφυγες, όμως η συγκεκριμένη τραγωδία δεν είναι παρά μόλις ένα μικρό κομμάτι μιας μεγαλύτερης εικόνας. Περισσότεροι από 240 εκατομμύρια άνθρωποι σε όλον τον κόσμο είναι διεθνείς μετανάστες. Οι πρόσφυγες αποτελούν λιγότερο από το 10% του συνόλου και, θεωρητικά, είναι η λιγότερο προβληματική ομάδα επειδή πολλές χώρες έχουν υπογράψει διεθνείς συνθήκες για την υποδοχή τους. Οι υπόλοιποι μετακινούνται για να εργαστούν ή για να βρεθούν μαζί με συγγενείς τους οι οποίοι έχουν δουλειά.
Οταν οι τελευταίοι ταξιδεύουν μαζί με πρόσφυγες συχνά χλευάζονται ως «απλώς» οικονομικοί μετανάστες. Αυτό είναι άδικο, λέει ο Αλεξ Μπετς, επικεφαλής του Κέντρου Μελετών Προσφύγων στο Πανεπιστήμιο της Οξφόρδης. Είτε πληρούν τον επίσημο ορισμό του πρόσφυγα είτε όχι, πολλοί από αυτούς προσπαθούν να ξεφύγουν από πολύ δύσκολες συνθήκες οι οποίες συνιστούν απειλή για την επιβίωσή τους. Παρά το γεγονός ότι η παγκοσμιοποίηση της παγκόσμιας οικονομίας έχει «ανεβάσει» εκατομμύρια ανθρώπων από το επίπεδο της φτώχειας, δεν έχει κατορθώσει να δημιουργήσει αρκετές θέσεις εργασίας εκεί όπου οι άνθρωποι έχουν ανάγκη για δουλειά. Βοηθητικές χρηματοδοτήσεις αρχίζουν να στοχεύουν σε αυτό το πρόβλημα αλλά ως επί το πλείστον οι άνθρωποι δεν έχουν άλλη λύση παρά να πάνε σε μέρη όπου υπάρχουν δουλειές.
Αυτός είναι ο λόγος για τον οποίο ορισμένοι βλέπουν τη μετανάστευση σαν κρίση. Τα οικονομικό κραχ του 2008 δημιούργησε ανασφάλεια ως προς τις θέσεις εργασίας και ανησυχίες απέναντι στους οικονομικούς μετανάστες. Αρκετά λαϊκιστικά κόμματα άδραξαν την ευκαιρία και άρχισαν να προειδοποιούν για πλήθη μεταναστών που βρίσκονται προ των πυλών, κάνοντας το ζήτημα περισσότερο ορατό πολιτικά και οδηγώντας στη σκλήρυνση της πολιτικής ορισμένων παραδοσιακών κομμάτων. Η αμερικανική κυβέρνηση αποφάσισε να μην επιδοτεί τις επιχειρήσεις που προσλάμβαναν πολλούς μετανάστες. Η Ισπανία πλήρωσε τους μετανάστες για να φύγουν –ακόμη και αφού είχαν σταματήσει να πηγαίνουν εκεί καθώς οι θέσεις εργασίας εξαφανίζονταν. Και τα αισθήματα ανασφάλειας παραμένουν.
Παγίδα το «παίγνιο μηδενικού αθροίσματος»


«Η λογική που υποκινεί την ανασφάλεια είναι η αντίληψη ότι οι μετανάστες εργαζόμενοι αντιπροσωπεύουν επιπρόσθετο ανταγωνισμό για τις λίγες θέσεις εργασίας» λέει ο Ιαν Γκόλντιν από το Πανεπιστήμιο της Οξφόρδης. Πράγματι, μάλλον αποτελεί μέρος της φύσης μας, της εξελικτικής πορείας μας, να θεωρούμε ότι το περισσότερα για σένα σημαίνει λιγότερα για μένα. Οι σύγχρονες οικονομίες όμως δεν λειτουργούν έτσι.
Αν οι οικονομίες ήταν πραγματικά παίγνια μηδενικού αθροίσματος κατ’ αυτόν τον τρόπο, οι μισθοί θα έπρεπε να πέφτουν καθώς η παροχή εργασίας αυξανόταν και οι γηγενείς πολίτες ίσως πραγματικά να έχαναν τις δουλειές τους προς όφελος των μεταναστών. Κανένα σύγχρονο οικονομικό σύστημα δεν είναι όμως τόσο απλό, λέει ο Ζακ Πουτ από το Πανεπιστήμιο του Γουαϊκάτο στη Νέα Ζηλανδία. Μια έμμεση συνέπεια της οικονομικής μετανάστευσης είναι ότι η αυξημένη προσφορά εργασίας επιφέρει επίσης αύξηση στο κέρδος, το οποίο οι επιχειρηματίες μπορούν να επενδύσουν σε περισσότερη παραγωγή. Μπορούν επίσης να διαφοροποιήσουν τη δραστηριότητά τους δημιουργώντας ευκαιρίες για μια ευρύτερη κλίμακα εργαζομένων. Επιπροσθέτως, η μετανάστευση σημαίνει ότι οι εργαζόμενοι μπορούν να ταιριάξουν πιο αποτελεσματικά στη ζήτηση εργασίας και να κάνουν την οικονομία πιο ανθεκτική κάνοντας δουλειές που οι γηγενείς υπήκοοι δεν θέλουν ή δεν μπορούν να κάνουν.
Περισσότεροι μετανάστες, μεγαλύτερο ΑΕΠ


«Περισσότεροι άνθρωποι σημαίνουν επέκταση της οικονομίας» λέει ο κ. Γκόντιν, επειδή οι άνθρωποι μετακινούνται από εκεί όπου δεν μπορούν να δουλέψουν εκεί όπου μπορούν. Σε μια έρευνα σε 15 ευρωπαϊκές χώρες ο Διεθνής Οργανισμός Εργασίας του ΟΗΕ διαπίστωσε ότι για κάθε 1% αύξηση του πληθυσμού μιας χώρας λόγω της μετανάστευσης το ΑΕΠ αυξανόταν κατά 1,25-1,5%. Η Παγκόσμια Τράπεζα εκτιμά ότι αν οι μετανάστες αύξαναν το δυναμικό εργασίας των πλούσιων κρατών κατά 3%, το παγκόσμιο ΑΕΠ θα αυξανόταν κατά 356 δισ. δολάρια (318,129 δισ. ευρώ) ως το 2025. Αν μάλιστα καταργούνταν όλοι οι περιορισμοί στη μετανάστευση το αποτέλεσμα θα ήταν θεαματικό. Μια μετα-ανάλυση πολλών ανεξάρτητων μαθηματικών μοντέλων υποδεικνύει ότι το παγκόσμιο ΑΕΠ θα αυξανόταν κατά 50%-150%. «Φαίνεται ότι υπάρχουν χαρτονομίσματα τρισεκατομμυρίων στο πεζοδρόμιο αν άρουμε τους περιορισμούς στη μετανάστευση» λέει ο Μάικλ Κλέμενς από το Κέντρο για την Παγκόσμια Ανάπτυξη, μια δεξαμενή σκέψης στην Ουάσιγκτον που έκανε τη συγκεκριμένη μελέτη.
Ποιος όμως θα πάρει αυτά τα δισεκατομμύρια; Ο περισσότερος πλεονάζων πλούτος πηγαίνει στους μετανάστες και στις πατρίδες τους. Τα 2015 οι μετανάστες έστειλαν στα σπίτια τους 440 δισ. δολάρια (393,164 δισ. ευρώ) –ποσό δυόμισι φορές μεγαλύτερο από εκείνο που αυτές οι χώρες έλαβαν ως ξένη βοήθεια –προωθώντας την ανάπτυξη και την αγορά εργασίας στις πατρίδες τους. Τι κερδίζουν ωστόσο από αυτό οι γηγενείς πολίτες των χωρών που προσελκύουν τους μετανάστες;
Η μετανάστευση είναι η δύναμη που κινεί την εξέλιξη και την πρόοδο του ανθρώπου από την πρώτη εμφάνισή του στη Γη

Η ψευδαίσθηση του ανταγωνισμού


Στην Ευρωπαϊκή Ενωση ήταν δύσκολο να διαχωριστεί η επίδραση της ελεύθερης μετακίνησης των εργαζομένων από άλλα οικονομικά αποτελέσματα που απορρέουν από την ιδιότητα του να είναι μια χώρα μέλος της ΕΕ. Παρ’ όλα αυτά, μια μελέτη στην Ελβετία, η οποία δεν είναι μέλος της ΕΕ, είναι διαφωτιστική. Διάφορα μέρη της Ελβετίας έχουν επιτρέψει ελεύθερη πρόσβαση σε εργαζομένους από την ΕΕ σε διαφορετικές χρονικές περιόδους δίνοντας τη δυνατότητα στον Τζοβάνι Πέρι από το Πανεπιστήμιο της Καλιφόρνιας στο Ντέιβις να απομονώσει τις επιπτώσεις. Είδε ότι ενώ το εργατικό δυναμικό αυξανόταν κατά 4%, δεν υπήρχε μεταβολή στους μισθούς και στις θέσεις εργασίας για τους γηγενείς υπηκόους συνολικά. Οι μισθοί αυξάνονταν λίγο για τους πιο μορφωμένους Ελβετούς, οι οποίοι έβρισκαν δουλειές ως προϊστάμενοι των νεοφερμένων, ενώ οι λιγότερο μορφωμένοι Ελβετοί μετακινήθηκαν σε άλλες δουλειές.
Ο κ. Πέρι εξέτασε επίσης την κατάσταση στις Ηνωμένες Πολιτείες. «Τα στοιχεία δείχνουν ότι οι μετανάστες επεκτείνουν την παραγωγική ικανότητα της αμερικανικής οικονομίας, τονώνουν τις επενδύσεις και προωθούν την εξειδίκευση, η οποία μακροπρόθεσμα ενισχύει την παραγωγικότητα» λέει. «Δεν υπάρχουν ενδείξεις ότι οι μετανάστες αποκλείουν τους αμερικανούς εργαζομένους, είτε βραχυπρόθεσμα είτε μακροπρόθεσμα». Αντιθέτως οι γηγενείς υπήκοοι αξιοποιούν τη γλώσσα και άλλες δεξιότητες για να μετακινηθούν από χειρωνακτικές δουλειές σε θέσεις με καλύτερο μισθό. Ο κ. Πέρι υπολογίζει ότι η μετανάστευση προς τις ΗΠΑ από το 1990 ως το 2007 ενίσχυσε τον μέσο ετήσιο μισθό κατά 5.100 δολάρια (4.557 ευρώ) –ποσό που αντιστοιχεί στο ένα τέταρτο της συνολικής αύξησης των μισθών αυτή την περίοδο.
Ανεπηρέαστοι οι μισθοί


Περαιτέρω στοιχεία έρχονται από μια μετα-ανάλυση που έκανε ο κ. Πέρι το 2010, στην οποία συνέκρινε όλες τις έρευνες που είχαν γίνει ως εκείνη την περίοδο. Αποκαλύπτει ότι οι αυξήσεις στο εργατικό δυναμικό μιας χώρας οι οποίες αποδίδονται σε εργαζομένους που έχουν γεννηθεί στο εξωτερικό έχουν μόνο μια μικρή επίδραση στους μισθούς, κάτι το οποίο θα μπορούσε να κριθεί ως θετικό αλλά και ως αρνητικό. Στη χειρότερη περίπτωση μια αύξηση του 1% έκανε τους μισθούς να πέσουν κατά 0,2%, κυρίως για τις προηγούμενες γενιές μεταναστών. Η επίδραση στη διαθεσιμότητα θέσεων εργασίας για τους γηγενείς πολίτες είναι «βασικά μηδενική» λέει. Η όποια τάση των μισθών να πέσουν με την αύξηση της μετανάστευσης μπορεί να αντισταθμιστεί με την επιβολή ενός κατώτερου μισθού.
Η Συμβουλευτική Επιτροπή Μετανάστευσης της Βρετανίας κατέληξε σε ένα ανάλογο συμπέρασμα το 2012. «Οι μετανάστες από την Ευρωπαϊκή Ενωση και από χώρες εκτός της Ευρωπαϊκής Ενωσης που ζουν στη Βρετανία εδώ και περισσότερα από πέντε χρόνια δεν συνδέονται με τη μετατόπιση των εργαζομένων που έχουν γεννηθεί στη Βρετανία» ανέφερε στη σχετική έκθεσή της. Οι πολύ πρόσφατοι μετανάστες έχουν μια μικρή επίδραση, αλλά κυρίως στους προηγούμενους μετανάστες. Επιπλέον, ο Διεθνής Οργανισμός Εργασίας διαπίστωσε ότι οι χαμηλής κατάρτισης μετανάστες κάνουν τις «βρώμικες, επικίνδυνες και δύσκολες» δουλειές, τις οποίες οι ντόπιοι δεν θέλουν –συγκομιδή σοδειάς, φροντίδα ηλικιωμένων και παιδιών, καθαρισμός και άλλα παρόμοια. Εν τω μεταξύ οι υψηλής κατάρτισης μετανάστες καλύπτουν χρόνιες ελλείψεις εργατικού δυναμικού σε τομείς όπως η υγειονομική περίθαλψη, η εκπαίδευση και η τεχνολογία πληροφορικής. Σχεδόν το ένα τρίτο των γιατρών και το 13% των νοσηλευτών στη Βρετανία έχουν γεννηθεί στο εξωτερικό.
Μείωση στο δημόσιο χρέος


Αλλη μια αντίληψη που υπάρχει για τους μετανάστες είναι ότι επιβαρύνουν τα συστήματα παροχών. Ούτε αυτό υποστηρίζεται από τα στοιχεία. «Μεγάλο μέρος του κόσμου θεωρεί ότι οι οικονομικοί μετανάστες είναι κυρίως φτωχοί άνθρωποι που επιδιώκουν να ζήσουν από τους φόρους που πληρώνουν οι σχετικά πιο εύποροι από αυτούς» λέει ο Ιαν Μπουρούμα, ειδικός στα ανθρώπινα δικαιώματα. «Ωστόσο οι περισσότεροι δεν είναι «τρακαδόροι». Θέλουν να εργαστούν». Πολλοί δεν πηγαίνουν σε χώρες οι οποίες προσφέρουν γενναία επιδόματα αλλά εκεί όπου υπάρχουν δουλειές. Περίπου 82 εκατομμύρια άτομα, το 36% των παρόντων μεταναστών του πλανήτη, έχουν μετακινηθεί από μια αναπτυσσόμενη χώρα σε μια άλλη, κυρίως από την Αϊτή στη Δομινικανή Δημοκρατία, από την Αίγυπτο στην Ιορδανία, από την Ινδονησία στη Μαλαισία και από την Μπουρκίνα Φάσο στην Ακτή Ελεφαντοστού.
Οσοι καταλήγουν σε πλουσιότερες χώρες δεν αποτελούν το βάρος που μερικές φορές νομίζει ο κόσμος. Ο Οργανισμός για την Οικονομική Συνεργασία και Ανάπτυξη (ΟΟΣΑ), ο οποίος εκπροσωπεί 34 από τις πλουσιότερες χώρες του κόσμου, υπολογίζει ότι οι μετανάστες κατά μέσον όρο πληρώνουν εξίσου φόρους όσο λαμβάνουν παροχές. Πρόσφατη μελέτη δείχνει μάλιστα ότι οι εργαζόμενοι από την Ευρωπαϊκή Ενωση στη Βρετανία παίρνουν λιγότερα από το σύστημα παροχών από όσα οι Βρετανοί, κυρίως επειδή είναι κατά μέσο όρο νεότεροι. Επιπροσθέτως εισάγουν παιδεία για την οποία έχουν πληρώσει οι γενέθλιες χώρες τους και πολλοί επιστρέφουν στην πατρίδα τους προτού χρειαστούν κοινωνική ασφάλιση. Με βάση τους πρόσφατους αριθμούς η Βρετανία θα έπρεπε να περιμένει συντηρητικά 140.000 μετανάστες τον χρόνο για τα επόμενα 50 έτη. Η Υπηρεσία για την Υπευθυνότητα του Προϋπολογισμού, η ανεξάρτητη αρχή δημοσιονομικού ελέγχου της Βρετανίας, υπολογίζει ότι αν αυτός ο αριθμός διπλασιαζόταν θα επέφερε περικοπή του δημόσιου χρέους της Βρετανίας σχεδόν κατά το ένα τρίτο –αντιθέτως αν η μετανάστευση σταματούσε, το χρέος θα αυξανόταν κατά σχεδόν 50%.
«Ενεση» στην κοινωνική ασφάλιση


Οι παράτυποι μετανάστες παραδόξως προσφέρουν μια συνεισφορά επιπλέον, λέει ο κ. Γκόντιν. Παρά το γεγονός ότι πολλοί εργάζονται «ανεπίσημα», χωρίς να δηλώνουν το εισόδημά τους για να φορολογηθούν, σε εκείνους που έχουν επίσημη δουλειά οι φόροι παρακρατούνται αυτόματα από τη μισθοδοσία τους αλλά οι ίδιοι σπανίως διεκδικούν παροχές φοβούμενοι μήπως αποκαλυφθούν. Η κοινωνική ασφάλιση που πληρώνουν οι εργοδότες για λογαριασμών τέτοιων μεταναστών και την οποία οι ίδιοι ποτέ δεν διεκδικούν πρόσφερε στις Ηνωμένες Πολιτείες ένα καθαρό ποσό 20 δισ. δολαρίων (17,92 δισ. ευρώ) από το 1990 ως το 1998, αναφέρει ο κ. Γκόντιν. Αυτό, συν τη συνεισφορά στην κοινωνική ασφάλιση από τους νεαρούς νόμιμους μετανάστες οι οποίοι δεν χρειάζονται παροχές για δεκαετίες, διατηρεί αυτή τη στιγμή αβύθιστο το σύστημα κοινωνικής ασφάλισης στις Ηνωμένες Πολιτείες, προσθέτει.

«Μία από τις επικρατούσες αλλά αδικαιολόγητες από την εμπειρία εικόνες είναι αυτή που θέλει μάζες ανθρώπων να εισρέουν, να αρπάζουν τις δουλειές, να σπρώχνουν τις τιμές των ακινήτων στα ύψη και να υπερφορτώνουν τις κοινωνικές υπηρεσίες»
γράφει ο Στίβεν Καστλς από το Πανεπιστήμιο του Σίδνεϊ στην Αυστραλία, μαζί με δύο ακόμη συναδέλφους του στο βιβλίο τους «The Age of Migration» (Η εποχή της μετανάστευσης). Υποστηρίζουν ότι μια αύξηση της μετανάστευσης είναι συχνά το αποτέλεσμα και όχι η αιτία των οικονομικών μεταβολών που βλάπτουν τους γηγενείς πολίτες –όπως π.χ. οι νεοφιλελεύθερες οικονομικές πολιτικές. «Η μεγάλη πλειονότητα των μελετών διαπιστώνει ελάχιστες ή καμία επίπτωση της μετανάστευσης στην απασχόληση και στους μισθούς» λέει ο Ντάγκλας Νέλσον από το Πανεπιστήμιο Τουλέιν στη Νέα Ορλεάνη. «Από καθαρά οικονομική άποψη η μετανάστευση είναι καλή για όλους».
Αμετάβλητη η εγκληματικότητα


Αυτό μπορεί να αποτελεί μια ευπρόσδεκτη έκπληξη για πολλούς. Η ιστορία όμως δεν τελειώνει στην οικονομία. Αν οι αντιλήψεις σχετικά με τις θέσεις εργασίας και τους μισθούς ήταν το μόνο πρόβλημα, θα περίμενε κάποιος οι αντιμεταναστευτικές απόψεις να πολλαπλασιάζονται όταν οι θέσεις εργασίας περιορίζονται. Παρ’ όλα αυτά, μια μελέτη που έγινε το 2013 σε 24 ευρωπαϊκές χώρες διαπίστωσε ότι οι άνθρωποι που ζουν σε περιοχές με υψηλή ανεργία έτειναν να μην έχουν αρνητικές απόψεις για τους μετανάστες. Τι άλλο λοιπόν μας κάνει να ανησυχούμε;
Το κύριο πρόβλημά μας είναι ότι αντιλαμβανόμαστε το ζήτημα ως απειλή για την κοινωνική συνοχή. Ιδιαίτερα οι μετανάστες συχνά συνδέονται με την εγκληματικότητα. Και εδώ όμως τα στοιχεία δεν υποστηρίζουν κάτι τέτοιο. Το 2013 ο Μπράιαν Μπελ από το London School of Economics και οι συνάδελφοί του δεν βρήκαν μεταβολές στην εγκληματικότητα στη Βρετανία που να συνδέονται με μετανάστες –ούτε με ένα κύμα προσφύγων που ζήτησαν άσυλο στη δεκαετία του 1990, ούτε με τους μετανάστες από την Ανατολική Ευρώπη μετά το 2004. Η άφιξη των προσφύγων που ζήτησαν άσυλο συνδέθηκε με μια μικρή αύξηση στα εγκλήματα κατά της ιδιοκτησίας, όπως οι κλοπές –ανεβάζοντας τα τοπικά ποσοστά εγκληματικότητας κατά 2% –ίσως επειδή δεν επετράπη στους πρόσφυγες να εργαστούν, υποστηρίζουν οι συγγραφείς της μελέτης. Οι περιοχές όμως στις οποίες εγκαταστάθηκαν οι μετανάστες από την Ανατολική Ευρώπη είχαν αισθητά μειωμένη εγκληματικότητα κάθε είδους. Μια άλλη μελέτη διαπίστωσε ότι οι μετανάστες δεν είχαν επίδραση στην εγκληματικότητα στην Ιταλία. Και οι μετανάστες στις Ηνωμένες Πολιτείες είναι λιγότερο πιθανό να διαπράξουν εγκλήματα και οδηγούνται στη φυλακή λιγότερο συχνά σε σχέση με τους γηγενείς Αμερικανούς. Ο Τιμ Γουόντσγουερθ από το Πανεπιστήμιο του Κολοράντο έχει μάλιστα υποστηρίξει ότι μια αύξηση της μετανάστευσης στη δεκαετία του 1990 ίσως να ήταν η κινητήριος δύναμη μιας γενικότερης πτώσης έκτοτε στα ποσοστά εγκληματικότητας στις ΗΠΑ.
Αντιμετωπίσιμες προκλήσεις


Παρ’ όλα αυτά οι μετανάστες μπορεί να δημιουργήσουν πιέσεις στις τοπικές κοινότητες. Τα υψηλά ποσοστά αφίξεων μπορεί να πιέσουν προσωρινά τα σχολεία, τη στέγαση και άλλες υπηρεσίες. «Αυτό είναι εκείνο το οποίο τείνουν να βλέπουν οι άνθρωποι» λέει ο κ. Γκόντιν. Επισημαίνει ότι απαιτούνται επενδύσεις για να μετριαστούν αυτά τα προβλήματα. «Οι κυβερνήσεις πρέπει να διαχειριστούν τα κόστη, τα οποία τείνουν να είναι βραχυπρόθεσμα και τοπικά» αναφέρει. Κάτι τέτοιο αποτελεί πρόκληση, όμως μπορεί να γίνει. Ο Μπράιαν Κάπλαν από το Πανεπιστήμιο Τζορτζ Μέισον στο Φέαρφαξ της Βιρτζίνια υπογραμμίζει ότι, από τη δεκαετία του 1990, 155 εκατομμύρια Κινέζοι έχουν μετακινηθεί από τις αγροτικές περιοχές στις πόλεις για να εργαστούν. «Αυτό δείχνει ότι είναι απολύτως δυνατόν να οικοδομηθούν νέα σπίτια για εκατοντάδες εκατομμύρια μετανάστες μέσα σε δύο δεκαετίες».
Η Κίνα ενδέχεται να διαχειρίζεται τη μεγαλύτερη μαζική μετανάστευση στην ιστορία, όμως υπάρχει ένα πρόβλημα το οποίο σε γενικές γραμμές δεν αντιμετωπίζει. Η αίσθηση απειλής για την εθνική τους ταυτότητα συχνά βρίσκεται στην κορυφή της λίστας των γηγενών υπηκόων όσον αφορά τις ανησυχίες τους σχετικά με τους μετανάστες. Μπορεί μάλιστα να αποτελεί πρόβλημα ακόμη και όταν οι εν λόγω εθνικές ταυτότητες έχουν «κατασκευαστεί» σχετικά πρόσφατα. Ωστόσο οι χώρες που έχουν ξεκάθαρη εθνική ταυτότητα και δεν έχουν πρόσφατο ιστορικό σημαντικής μετανάστευσης αντιμετωπίζουν το μεγαλύτερο πρόβλημα, λέει ο κ. Νέλσον. «Είναι δύσκολο για τη Σουηδία, η οποία πέρασε από ουσιαστικά μηδενική μετανάστευση, στο να έχει 16% μετανάστες μέσα σε μισή γενιά» επισημαίνει. Η Δανία είναι μια άλλη χώρα όπου η αγωνία σχετικά με την απώλεια της πολιτισμικής ομοιογένειας έχει κατηγορηθεί για μια στροφή εναντίον των μεταναστών.
Και αλλού έχει παρατηρηθεί μια σκλήρυνση της στάσης του κόσμου. Η Ελι Βάστα από το Πανεπιστήμιο Μακουόρι στο Σίδνεϊ της Αυστραλίας προσπαθεί να κατανοήσει γιατί η Ευρώπη, η οποία ενστερνίστηκε την πολυπολιτισμικότητα στη δεκαετία του 1970, σήμερα υπεραμύνεται της εθνικής συνοχής και του εθνικισμού απαιτώντας από τους μετανάστες να συμμορφωθούν και εξετάζοντάς τους για τη «βρετανικότητα» ή την «ολλανδικότητά» τους. Θεωρεί υπαίτια μια αυξανόμενη απώλεια συνοχής της κοινωνίας η οποία οφείλεται στην ενίσχυση της ατομικότητας που προωθείται από βασικές μεταβολές στον τρόπο ζωής μας, όπως για παράδειγμα στην επικοινωνία ή στην εργασία. Καθώς οι άνθρωποι βασίζονται όλο και περισσότερο στις ατομικές τους δυνάμεις, έχουν μια νοσταλγία για την κοινότητα. Η παρουσία των ξένων τούς φαίνεται να διαρρηγνύει την τελευταία, δημιουργώντας μια «επιθυμία ελέγχου των διαφορών» λέει.
Η ποικιλομορφία είναι δύναμη


Ερευνες από τον Ρόμπερτ Πούτναμ από το Πανεπιστήμιο του Χάρβαρντ υποδεικνύουν ότι αυτή η απομάκρυνση από την πολυπολιτισμικότητα μπορεί να είναι προβληματική. Διαπιστώνει ότι η αυξημένη ποικιλομορφία μειώνει το «κοινωνικό κεφάλαιο», όπως η εμπιστοσύνη, η συνεργασία και ο αλτρουισμός. Ωστόσο αυτό μπορεί να ξεπεραστεί σε κοινωνίες οι οποίες μπορούν να διαχειριστούν, αντί να προσπαθούν να απαλείψουν, την ποικιλομορφία δημιουργώντας «μια νέα, ευρύτερη έννοια του εμείς». Με άλλα λόγια, η επιτυχία δεν βρίσκεται στην αφομοίωση αλλά στην προσαρμογή και από τις δύο πλευρές. Ο Καναδάς έχει προσπαθήσει να επιτύχει κάτι τέτοιο βασίζοντας την εθνική ταυτότητά του στη μετανάστευση. Ο καναδός πρωθυπουργός Τζάστιν Τριντό δήλωσε εφέτος στο Παγκόσμιο Οικονομικό Φόρουμ στο Νταβός στην Ελβετία ότι «η ποικιλομορφία είναι ο κινητήρας των επενδύσεων. Παράγει δημιουργικότητα η οποία πλουτίζει τον κόσμο».
Την άποψη αυτή συμμερίζεται ο Σκοτ Πέιτζ, αναλυτής σύνθετων συστημάτων στο Πανεπιστήμιο του Μίσιγκαν στο Αν Αρμπορ. Υποστηρίζει ότι οι ομάδες με πολιτισμική ποικιλομορφία, από τις πόλεις ως τις ερευνητικές ομάδες, συστηματικά ξεπερνούν σε επιδόσεις τις λιγότερο ποικιλόμορφες ομάδες εξαιτίας της «γνωσιακής ποικιλομορφίας» τους –την έκθεση σε διαφωνίες και σε εναλλακτικούς τρόπους σκέψης. «Η μετανάστευση προσφέρει μια σταθερή εισροή νέων τρόπων να βλέπουμε και να σκεφτόμαστε –εξ ου και η μεγάλη επιτυχία των μεταναστών στις νεοφυείς επιχειρήσεις, στην επιστήμη και στις τέχνες» λέει. Η μεγαλύτερη ποικιλομορφία σημαίνει ωστόσο περισσότερη πολυπλοκότητα και κάτι τέτοιο απαιτεί περισσότερη ενέργεια –επένδυση στις δεξιότητες των ξένων γλωσσών, για παράδειγμα. Το γεγονός ότι οι μετανάστες έχουν εγκατασταθεί με μεγαλύτερη επιτυχία σε ορισμένα μέρη από ό,τι σε άλλα υποδηλώνει ότι συγκεκριμένες προσπάθειες απαιτούνται για να γίνει αυτό σωστά. Η επίτευξη ευρείας συμφωνίας σχετικά με βασικούς στόχους και αρχές είναι μία εξ αυτών, λέει ο κ. Πέιτζ.
Σωτήριο νεανικό προφίλ


Καλύτερα πάντως να μάθουμε να διαχειριζόμαστε την ποικιλομορφία γρήγορα γιατί αυτή αναμένεται να ανατιναχθεί στα ύψη στις πλούσιες χώρες. Καθώς τα ποσοστά γεννήσεων πέφτουν, υπάρχει μια αυξανόμενη συνειδητοποίηση ότι οι εργαζόμενοι από το εξωτερικό θα χρειαστεί να αναλάβουν τη σκυτάλη. Επιπροσθέτως, η γονιμότητα των νεοφερμένων μπορεί να παραμείνει υψηλότερη από αυτή των γηγενών πολιτών για αρκετές γενιές. Το 2011 για πρώτη φορά από τη μαζική ευρωπαϊκή μετανάστευση τον 19ο αιώνα γεννήθηκαν περισσότερα μη λευκά από ό,τι λευκά παιδιά στις Ηνωμένες Πολιτείες, κυρίως από πρόσφατα αφιχθέντες ασιάτες και λατινοαμερικανούς μετανάστες και τα παιδιά τους. Ως το 2050 οι λευκοί Αμερικανοί θα αποτελούν μειονότητα, λέει ο Μπιλ Φρέι από το Ιδρυμα Μπρούκινγκς στην Ουάσιγκτον. Αυτά είναι καλά νέα για τις ΗΠΑ, προσθέτει, επειδή δίνει στη χώρα ένα νεαρότερο εργατικό δυναμικό και προφίλ σε σχέση με τους ανταγωνιστές της στην Ευρώπη και στην Ιαπωνία.
Ακόμη και αν κατορθώσουμε να χειριστούμε άριστα την πολυπολιτισμικότητα, ένας παράγοντας που θα μπορούσε να αλλάξει τους όρους του παιχνιδιού καραδοκεί ενδεχομένως στον ορίζοντα. Η μαζική αυτοματοποίηση και η χρήση της ρομποτικής ενδέχεται να καταστήσουν την παραγωγή λιγότερο εξαρτώμενη από την ανθρώπινη εργασία. Αυτή η «τέταρτη βιομηχανική επανάσταση» ίσως δει τις κυβερνήσεις να καταβάλλουν στους πολίτες τους έναν εγγυημένο ελάχιστο μισθό ανεξαρτήτως εργασίας. Λίγη συζήτηση έχει γίνει σχετικά με το πώς κάτι τέτοιο θα μπορούσε να επηρεάσει το μετακινούμενο παγκόσμιο εργατικό δυναμικό. Παρ’ όλα αυτά ορισμένοι προειδοποιούν ότι η φθηνή, αυτοματοποιημένη παραγωγή στις πλούσιες χώρες ενδέχεται να καταστρέψει τις εξαγωγικές αγορές για τις φτωχές χώρες. Κάτι τέτοιο θα εντείνει την ανεργία και την πολιτική αστάθεια –και επίσης θα ενισχύσει μαζικά τη μεταναστευτική πίεση.
Συντονισμός και κοινή στρατηγική


Ενας τρόπος για να προετοιμαστούμε θα ήταν να υιοθετήσουμε μια περισσότερο συντονισμένη και στρατηγική προσέγγιση απέναντι στο παγκόσμιο εργατικό δυναμικό. Οπως έχουν τα πράγματα αυτή τη στιγμή, είναι δύσκολο να εντοπιστεί η μετανάστευση μέσα σε ένα συνονθύλευμα από μη τυποποιημένα δεδομένα και ασύμβατους κανόνες. Οι χώρες δεν συμφωνούν σχετικά με το ποιος είναι μετανάστης. Ακόμη και η Ευρωπαϊκή Ενωση δεν έχει κοινή πολιτική ούτε προσφέρει ενημέρωση για το «ταίριασμα» των ανθρώπων με τις θέσεις εργασίας. Τους μετανάστες χειρίζονται συνήθως τα υπουργεία Εξωτερικών, όχι τα υπουργεία Εργασίας που κατανοούν καλύτερα την αγορά εργασίας. «Εκείνο που θα είχε πραγματικά αξία θα ήταν οι κυβερνήσεις, οι επιχειρήσεις και τα εργατικά σωματεία να έρθουν στο ίδιο τραπέζι και να δουν πού υπάρχουν ελλείψεις στο εργατικό δυναμικό και πώς αυτές μπορούν να καλυφθούν, από ντόπιους ή μετανάστες» λέει η Μισέλ Λέιτον, επικεφαλής του τμήματος μετανάστευσης στον Διεθνή Οργανισμό Εργασίας.
Παραδόξως, λέει ο κ. Γκόντιν, δεν υπάρχει παγκόσμιο σώμα το οποίο επιβλέπει τις κινήσεις των ατόμων. Οι κυβερνήσεις ανήκουν στον Διεθνή Οργανισμό Μετανάστευσης αλλά αυτός δεν αποτελεί επίσημη υπηρεσία του Οργανισμού Ηνωμένων Εθνών, οπότε δεν μπορεί να θέσει κοινή πολιτική. Αντ’ αυτού κάθε χώρα διαφυλάσσει με ζήλο τα σύνορά της ενώ παράλληλα ανταγωνίζεται για εργατικά χέρια. Ο κ. Γκόλντιν και άλλοι θεωρούν ότι θα έπρεπε να υπάρχει μια υπηρεσία του ΟΗΕ η οποία θα διαχειρίζεται τη μετανάστευση υπέρ του παγκόσμιου συμφέροντος αντί αυτή να αφήνεται σε κράτη με διαφορετικά συμφέροντα –και δύναμη. Κάτι τέτοιο σε συνδυασμό με μια πραγματική εμπειρική κατανόηση των επιπτώσεων της μετανάστευσης θα μπορούσε τελικά να επιτρέψει στην ανθρωπότητα να επωφεληθεί από το τεράστιο θετικό δυναμικό της πανάρχαιας τάσης της να μετακινείται.
Είμαστε «σπιτόγατοι»
Οι άνθρωποι πάντοτε μετανάστευαν. Το είδος μας ξεκίνησε σαν πίθηκος στην Αφρική και τώρα έχει απλωθεί σε όλον τον πλανήτη. Οι ιστορίες μετανάστευσης είναι κεντρικές στις θρησκείες μας, στη λογοτεχνία μας και στις οικογενειακές ιστορίες μας. Και η μετανάστευση βρίσκεται στην καρδιά της σύγχρονης ζωής. Εγώ είμαι μετανάστρια. Και ίσως να είστε και εσείς. Περίπου το 38% των επιστημόνων που εργάζονται στις Ηνωμένες Πολιτείες και το 33% στη Βρετανία έχουν γεννηθεί στο εξωτερικό. Παρ’ όλα αυτά μπορεί να αποτελούν εξαιρέσεις σε έναν αρχαίο κανόνα: στην πραγματικότητα λίγοι άνθρωποι μεταναστεύουν. Και όταν το κάνουν, συνήθως είναι επειδή αισθάνονται ότι δεν έχουν άλλη επιλογή.
Πάρτε για παράδειγμα τους προγόνους μας που έφυγαν από την Αφρική πριν από περίπου 65.000 – 55.000 χρόνια. Την εποχή εκείνη οι άνθρωποι είχαν εξελίξει 35 διαφορετικές σειρές μιτοχονδριακού DNA, μια κατηγορία γονιδίων η οποία αλλάζει πολύ αργά. Οι μετανάστες έφεραν μόνο δύο εξ αυτών, κάτι το οποίο σε συνδυασμό με άλλα δεδομένα του DNA υποδηλώνει ότι θα πρέπει να ήταν μόλις 1.000 σε αριθμό. Η τεράστια πλειονότητα της ανθρώπινης ποικιλομορφίας έξω από την Αφρική προέρχεται από αυτή τη μοναδική μετανάστευση, κάτι το οποίο σημαίνει ότι αυτή η μικρή ομάδα πρωτοπόρων ίσως να μην είχε πάει μακριά, καταλαμβάνοντας τις πρώτες εκτάσεις γης στις οποίες έφθασε στη Μέση Ανατολή και αποθαρρύνοντας άλλους να την ακολουθήσουν. Οι απόγονοί τους θα πρέπει στη συνέχεια να επεκτάθηκαν σε πιο μακρινά εδάφη όταν δημιουργούνταν συνωστισμός στους τόπους κυνηγιού. Κατ’ αυτόν τον τρόπο, με το πέρασμα δεκάδων χιλιάδων χρόνων, οι άνθρωποι κατέκτησαν τον κόσμο, μετακινούμενοι πρώτα στην Ασία και στην Αυστραλία, στη συνέχεια στην Ευρώπη και τελικά εποικίζοντας την Αμερική.
Η μεγαλύτερη μετανάστευση που έχει δει ο πλανήτης είναι πολύ πιο πρόσφατη. Μια μαζική μετακίνηση ανθρώπων από την Ευρώπη στον Νέο Κόσμο συντελέστηκε ανάμεσα στο 1850 και το 1910. Στην κορύφωσή της περισσότεροι από 2 εκατομμύρια άνθρωποι μετατοπίζονταν κάθε χρόνο. Παρ’ όλα αυτά, η τεράστια πλειονότητα επέλεξε να μείνει στη θέση της. Κατά μέσο όρο μόνο το 5% του πληθυσμού της Βρετανίας –η οποία αποτελεί μια από τις μεγαλύτερες πηγές μεταναστών –έφευγε κάθε δεκαετία.
Σήμερα μόλις το 3,3% του παγκόσμιου πληθυσμού είναι μετανάστες, λίγο περισσότερο από ό,τι το 1990. Ακόμη και μέσα στην Ευρωπαϊκή Ενωση, όπου οι πολίτες είναι ελεύθεροι να ζουν όπου επιλέξουν, μόλις 2,8%, 14 εκατομμύρια άτομα, διαμένουν σήμερα εκτός της γενέθλιας χώρας τους. «Η ιδέα ότι, αν δεν υπάρχουν έλεγχοι, όλοι μετακινούνται διαψεύδεται από τα στοιχεία» λέει ο Φιλίπ Λεγκρέν από τη London School of Economics στη Βρετανία. «Ο Νίγηρας είναι δίπλα στη Νιγηρία. Η Νιγηρία είναι έξι φορές πλουσιότερη και δεν υπάρχουν έλεγχοι στα σύνορα, όμως ο Νίγηρας δεν έχει χάσει τον πληθυσμό του. Η Σουηδία είναι έξι φορές πλουσιότερη από τη Ρουμανία, η Ευρωπαϊκή Ενωση επιτρέπει την ελεύθερη μετακίνηση, όμως η Ρουμανία δεν έχει χάσει τον πληθυσμό της». Ακόμη και τα ισχυρά οικονομικά κίνητρα συχνά δεν αρκούν για να μας βάλουν στον πειρασμό να αφήσουμε την πατρίδα μας.
Οι ρίζες της ξενοφοβίας
Ολα τα στοιχεία υποδεικνύουν ότι οι μετανάστες ενισχύουν την οικονομική ανάπτυξη. Γιατί λοιπόν δεν μεταφέρουμε ανθρώπους που θέλουν να δουλέψουν σε χώρες όπου υπάρχουν δουλειές και δεν τους υποδεχόμαστε με ανοιχτές αγκάλες; Προκαταλήψεις οι οποίες είναι ριζωμένες στο εξελικτικό παρελθόν της ανθρωπότητας ίσως να αποτελούν εν μέρει μια αιτία.

«Η αντίληψη του ανταγωνισμού κινεί μεγάλο μέρος του τρόπου σκέψης μας και είναι δύσκολο να την αποφύγουμε»
λέει η Βικτόρια Εσες από το Πανεπιστήμιο του Δυτικού Οντάριο στο Λονδίνο του Καναδά. Οι άνθρωποι βλέπουν τα συστήματα συντήρησής τους σαν παίγνια μηδενικού αθροίσματος –αν λοιπόν κάποιος κερδίζει, κάποιος άλλος θα πρέπει να χάσει. Οι αντιλήψεις του είδους ήταν σωστές κατά τη διάρκεια της εξελικτικής ιστορίας μας όταν, ως κυνηγοί-τροφοσυλλέκτες, η εμφάνιση άλλων στο δικό μας κομμάτι γης σήμαινε λιγότερα μαστόδοντα ή μανιτάρια για εμάς. Αν ήταν στενοί συγγενείς θα μπορούσαν να μοιραστούν μαζί μας –τουλάχιστον τα κοινά γονίδιά μας θα επωφελούνταν από την επιτυχία τους. Οποιοσδήποτε όμως επεδείκνυε διαφορετικούς πολιτισμικούς δείκτες ήταν πιθανό να είναι ανταγωνιστής. Μια σύγχρονη καπιταλιστική κοινωνία δεν είναι ωστόσο ένα παίγνιο μηδενικού αθροίσματος –αν προσθέσετε περισσότερους εργαζομένους αναπτύσσεται. Παρά το γεγονός αυτό, οι εξελικτικές συνήθειές μας καθιστούν δύσκολο να παραδεχθούμε την οικονομική λογική και να καλωσορίσουμε τους μετανάστες.
Και αυτό δεν είναι το μόνο. Ενστικτωδώς είμαστε επιφυλακτικοί στη στενή επαφή με ξένους επειδή στο εξελικτικό παρελθόν μας αυτό μας βοηθούσε να προφυλασσόμαστε από τα λοιμώδη νοσήματα, λέει ο Μαρκ Σάλερ από το Πανεπιστήμιο της Βρετανικής Κολομβίας στον Καναδά. Οι ξεχωριστές ομάδες ανθρώπων συχνά έχουν διαφορετικό ιστορικό έκθεσης και επίκτητης ανοσίας στα παθογόνα. Ενα νόσημα του οποίου κάποιος είναι φορέας χωρίς να τον πειράζει μπορεί να καταστρέψει κάποιον άλλον, όπως συνέβη στους ιθαγενείς της Αμερικής όταν έφθασαν οι Ευρωπαίοι.
Ο Στίβεν Νόιμπεργκ από το Πολιτειακό Πανεπιστήμιο της Αριζόνα στο Τέμπε επισημαίνει ότι οι ομάδες επίσης εξελίσσουν διαφορές πρακτικές ενίσχυσης της επιβίωσής τους. «Οι ξένοι με διαφορετικούς κανόνες μπορεί να δημιουργήσουν προβλήματα στον κοινωνικό συντονισμό που απαιτείται για να επιτελεστούν σημαντικά έργα ή μπορεί να κάνουν μέλη της δικής σας ομάδας να ακολουθήσουν τους δικούς τους κανόνες αντί για τους δικούς σας» λέει. «Μπορεί π.χ. να προκληθεί χάος αν η δική σας ομάδα παίρνει αποφάσεις συναινετικά ενώ η δική τους με αυταρχικό τρόπο». Ο κ. Σάλετ και ο κ. Νόιμπεργκ πιστεύουν ότι και για τους δυο αυτούς λόγους οι ανθρώπινοι πολιτισμοί εξελίχθηκαν έτσι ώστε να είναι επιφυλακτικοί απέναντι στις στενές αλληλεπιδράσεις με ανθρώπους που είναι διαφορετικοί από τη δική τους ομάδα.
Αυτή η ξενοφοβία παραμένει, λέει ο κ. Νόιμπεργκ, ο οποίος έχει διαπιστώσει ότι οι άνθρωποι νιώθουν ότι απειλούνται από ομάδες που έχουν διαφορετικές αξίες, πολλών ειδών. Οι εθνοτικές ομάδες στις σύγχρονες πόλεις συχνά δημιουργούν θυλάκους αντί να αναμειγνύονται τυχαία –κάτι το οποίο μπορεί να ευνοήσει τη δημιουργία ισχυρών τοπικών κοινοτήτων αλλά ταυτοχρόνως δημιουργεί ευρύτερη δυσπιστία. Για να ζήσουμε σε πολυπολιτισμικές κοινωνίες θα πρέπει να μάθουμε να ξεπερνάμε αυτές τις εξελικτικές τάσεις μας.
Οι πλούσιες χώρες χρειάζονται μετανάστες
Καθώς τα ποσοστά γεννητικότητας πέφτουν στον ανεπτυγμένο κόσμο, οι μετανάστες συντηρούν τις οικονομίες μας για να μη βουλιάξουν. Αντιπροσωπεύουν το μισό της αύξησης του εργατικού δυναμικού στις Ηνωμένες Πολιτείες από το 2005 και το 70% στην Ευρώπη. Παρ’ όλα αυτά ο αριθμός των ατόμων σε παραγωγική ηλικία που συντηρούν κάθε συνταξιούχο άνω των 65 μειώνεται. Το 2000 αυτή η «αναλογία εξάρτησης» ήταν 4 προς 1 σε όλη την Ευρωπαϊκή Ενωση. Σήμερα είναι 3,5 προς 1. Και ακόμη και με τα παρόντα επίπεδα μετανάστευσης αναμένεται να πέσει στο 2 το 2050.
Το 2000 το Τμήμα Οικονομικών και Κοινωνικών Υποθέσεων του ΟΗΕ έκανε μια λεπτομερή προσομοίωση προκειμένου να δει πόσοι μετανάστες θα χρειάζονταν για να υποστηρίξουν τον πληθυσμό άνω των 65 στις ανεπτυγμένες χώρες. Διαπίστωσε ότι χωρίς μετανάστευση ο πληθυσμός της Ευρώπης θα μειωθεί κατά 17% ως το 2050 –με 30% μείωση των ατόμων σε παραγωγική ηλικία. Για να διατηρηθούν συνολικά τα νούμερα η Ευρωπαϊκή Ενωση χρειάζεται 850.000 μετανάστες τον χρόνο –για μια σύγκριση, ο καθαρός αριθμός μεταναστών από χώρες εκτός ΕΕ το 2013 ήταν 540.000.
Ωστόσο για να μη μειωθεί ο πληθυσμός σε παραγωγική ηλικία χρειάζεται σχεδόν τους διπλάσιους: 1,5 εκατομμύριο τον χρόνο. Αυτό θα μπορούσε να μεταφραστεί στο ότι οι πρόσφατοι μετανάστες και τα παιδιά τους αποτελούν το 14% του πληθυσμού της Βρετανίας και περισσότερο από το ένα τρίτο του πληθυσμού της Γερμανίας και της Ιαπωνίας. Ακόμη και έτσι όμως η αναλογία εξάρτησης θα ήταν μόλις λίγο επάνω από το 2. Οι Ηνωμένες Πολιτείες πηγαίνουν καλύτερα –η παρούσα και η αναμενόμενη μετανάστευση έχουν κρατήσει την αναλογία εξάρτησής τους στο 3.

«Η μετανάστευση ίσως είναι η πιο πρόσφορη δύναμη για να επηρεάσει κάποιος την ηλικιακή κατανομή στην Ευρώπη ως το 2050»
λέει ο δημογράφος Πάμπλο Λατές, εκ των συγγραφέων της μελέτης. Η Γερμανία, η οποία έχει έλλειψη 1,8 εκατομμυρίων εξειδικευμένων εργατών, το γνωρίζει αυτό. Αξιωματούχοι λένε κατ’ ιδίαν στις διεθνείς συναντήσεις ότι αυτός είναι ο λόγος για τον οποίον έχουν δεχθεί τόσο πολλούς πρόσφυγες. Το 2000 η κυβέρνηση είχε προσπαθήσει να φέρει 20.000 ξένους εργαζομένους στην υψηλή τεχνολογία, αλλά συνάντησε έντονη αντίδραση από τον κόσμο. Τώρα ήλπιζε ότι ο κόσμος θα έλεγε δυσκολότερα «όχι» στους πρόσφυγες.
Πώς ζούσαμε χωρίς διαβατήρια
Οι κυβερνήσεις άρχισαν να ελέγχουν ποιος μπαίνει στη χώρα τους σχετικά πρόσφατα. Εκτός από τις περιόδους πολέμου οι Αρχές ανησυχούσαν περισσότερο μήπως οι άνθρωποι φύγουν εκτός. Οι ρωμαϊκοί και μεσαιωνικοί νόμοι κρατούσαν τους χωρικούς δεμένους στα αγροκτήματα. Το 1600 οι άγγλοι εργαζόμενοι χρειάζονταν άδειες που έβγαιναν τοπικά προκειμένου να ταξιδέψουν για να δουλέψουν σε άλλο μέρος, σε έναν βαθμό με στόχο να τους εμποδίζουν να επωφελούνται από προνόμια που προορίζονταν για τους φτωχούς της κάθε ενορίας. Οι έλεγχοι ωστόσο ήταν στο μεγαλύτερο μέρος τους εσωτερικοί.
Τα εξωτερικά διαβατήρια αποτελούσαν περισσότερο απλές αιτήσεις για ασυλία παρά περιοριστικά έγγραφα τα οποία καθόριζαν πού θα πήγαινε κάποιος, λέει ο Τζον Τόρπεϊ, από το Πανεπιστήμιο Σίτι της Νέας Υόρκης. Αυτό οφειλόταν εν μέρει στο ότι η τεχνολογία για την ταυτοποίηση των ατόμων, όπως η φωτογραφία, δεν ήταν ευρέως διαθέσιμη ως τα τέλη του 19ου αιώνα.
Η κύρια αιτία παρ΄όλα αυτά ήταν ότι η εθνικότητα ενός ατόμου είχε ελάχιστο πολιτικό νόημα πριν από τα τέλη του 18ου αιώνα. Το διαβατήριο ως μέσο κρατικής ρύθμισης γεννήθηκε από τη Γαλλική Επανάσταση του 1789. Αρχικά για τους απλούς πολίτες εκδίδονταν άδειες προκειμένου να ελέγχεται η εσωτερική κίνηση, ιδιαίτερα στο Παρίσι. Οταν όμως ο βασιλιάς αποπειράθηκε να δραπετεύσει και οι ξένοι αριστοκράτες στράφηκαν εναντίον της επανάστασης οι Αρχές άρχισαν να απαιτούν τέτοιου είδους έγγραφα για την είσοδο και την έξοδο από τη χώρα. Η επανάσταση δημιούργησε ένα από τα πρώτα «κράτη-έθνη» του κόσμου, το οποίο προσδιοριζόταν από την «εθνική» ταυτότητα του λαού του και όχι από τις διεκδικήσεις του μονάρχη του. «Αυτή η νέα σημασία των ανθρώπων και της εθνικότητάς τους κατέστησε τα έγγραφα ταυτότητας αναπόσπαστο κομμάτι της δημιουργίας ενός σύγχρονου κράτους» λέει ο κ. Τόρπεϊ.
Καθώς η ιδέα του κράτους-έθνους εξαπλωνόταν, το ίδιο έκαναν και τα διαβατήρια. Οταν όμως έφθασε η χιονοστιβάδα της Βιομηχανικής Επανάστασης τον 19ο αιώνα, υπήρξε πίεση ώστε να επιτραπεί η ελεύθερη κίνηση σε όλους τους παράγοντες της παραγωγής –τα χρήματα, το εμπόριο και το εργατικό δυναμικό. Οι απαιτήσεις των διαβατηρίων χαλάρωσαν σε μεγάλο βαθμό σε όλη την Ευρώπη –το 1872 ο βρετανός υπουργός των Εξωτερικών λόρδος Γκράνβιλ έγραφε μάλιστα: «όλοι οι ξένοι έχουν το απεριόριστο δικαίωμα εισόδου προς και παραμονής σε αυτή τη χώρα». Η κατάσταση ήταν ανάλογη στη Βόρεια Αμερική.
Στις αρχές του 20ού αιώνα οι ευρωπαίοι νομομαθείς ήταν διχασμένοι σχετικά με το αν τα κράτη είχαν καν το δικαίωμα να ελέγχουν τις διεθνείς κινήσεις των ατόμων. Ο εθνικισμός όμως που έσπρωχνε την Ευρώπη προς τον πόλεμο άλλαξε τα πράγματα. Μεταξύ άλλων, κάτι τέτοιο σήμαινε ότι οι ξένοι θα μπορούσαν να είναι κατάσκοποι. Οι έλεγχοι διαβατηρίων άρχισαν και πάλι να εφαρμόζονται και δεν ήρθησαν ποτέ ξανά.

ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ