«Δεν θα παραδοθούμε ποτέ!»





Μάϊος 1940. Ο γερμανικός στρατός προελαύνει στη Γαλλία. Ο γαλλικός στρατός και η Βρετανική Εκστρατευτική Δύναμη υποχωρούν. Ο πρωθυπουργός της Βρετανίας Γουίνστον Τσόρτσιλ και το Πολεμικό Συμβούλιο αγωνίζονται να διευθύνουν την υποχώρηση. Το μεγαλύτερο μέρος των βρετανικών και γαλλικών δυνάμεων φθάνει στην πόλη της Δουνκέρκης, στη Βόρεια Γαλλία, ανάμεσα στο Καλαί και στα βελγικά σύνορα. Εκείνη τη στιγμή ο γερμανικός στρατός θα μπορούσε να τις είχε εξολοθρεύσει. Υπάρχουν αμέτρητες θεωρίες και εικασίες γιατί δεν το έκανε και συγκεκριμένα γιατί ο στρατηγός Γκουντέριαν, ενώ βρισκόταν σε απόσταση αναπνοής από τη Δουνκέρκη, έλαβε διαταγή από τον Χίτλερ να σταματήσει την προέλαση των τανκς, μέχρι νεωτέρας. Η διαταγή προκάλεσε οξύτατες διαφωνίες στο γερμανικό επιτελείο. Αποτέλεσε το πρώτο μεγάλο γερμανικό λάθος στη στρατηγική του Β´ Παγκοσμίου Πολέμου και έδωσε στους Βρετανούς την ανάσα που τόσο χρειάζονταν. Στις 26 Μαΐου ξεκίνησε η «Επιχείρηση Δυναμό». Με την υποστήριξη της βρετανικής Βασιλικής Αεροπορίας, αμέτρητα πλοία, πλοιάρια, καΐκια και βάρκες ξεκίνησαν να εκτελούν δρομολόγια από τις βρετανικές ακτές ως τη Δουνκέρκη και πάλι πίσω, κυριολεκτικά κάτω από τη μύτη του γερμανικού στρατού. Οταν ξεκίνησε η εκκένωση, η ελπίδα ήταν ότι ίσως προλάβαιναν να σωθούν περίπου 45.000 στρατιώτες. Τελικά περισσότεροι από 338.000 έφθασαν στη Βρετανία, συμπεριλαμβανομένων 26.000 Γάλλων.


Στις 4 Ιουνίου ο Γουίνστον Τσόρτσιλ μίλησε στη Βουλή των Κοινοτήτων. Στον θρυλικό πλέον λόγο του προσπάθησε να κατευνάσει την ευφορία που δικαιολογημένα ακολούθησε την εκκένωση της Δουνκέρκης, να εμψυχώσει τους συμπατριώτες του για τον μεγάλο αγώνα που τους περίμενε και να καταθέσει το ξεκάθαρο αίτημά του για βοήθεια προς τις Ηνωμένες Πολιτείες.


» Από τη στιγμή που έσπασαν οι γραμμές της γαλλικής άμυνας στο Σεντάν και στον ποταμό Μεζ, στα τέλη της δεύτερης εβδομάδας του Μαΐου, μόνο μια γρήγορη οπισθοχώρηση στην Αμιένη και στον Νότο θα μπορούσε να είχε σώσει τα βρετανικά και τα γαλλικά στρατεύματα, τα οποία είχαν μπει στο Βέλγιο κατόπιν έκκλησης του βέλγου Βασιλιά· αυτό το στρατηγικής σκοπιμότητας γεγονός όμως δεν έγινε αμέσως αντιληπτό. Η Γαλλική Ανώτερη Διοίκηση ήλπιζε ότι θα ήταν σε θέση να κλείσει αυτό το κενό και οι Στρατιές του Βορρά τελούσαν υπό τις διαταγές της. Επιπρόσθετα, μια τέτοιου είδους υποχώρηση θα συνεπήγετο σχεδόν αναπόφευκτα την καταστροφή του έξοχου βελγικού στρατού των 20 και πλέον μεραρχιών και την εγκατάλειψη ολόκληρου του Βελγίου. Για τον λόγο αυτόν, όταν έγιναν αντιληπτά η ισχύς και το περιεχόμενο της γερμανικής διείσδυσης και όταν ένας νέος γάλλος αρχιστράτηγος, ο στρατηγός Βεγκάν, ανέλαβε τη διοίκηση στη θέση του στρατηγού Γκαμελέν, έγινε μια προσπάθεια από τα βρετανικά και τα γαλλικά στρατεύματα στο Βέλγιο να εξακολουθήσουν να κρατούν το δεξί χέρι των Βέλγων και να δώσουν το δικό τους δεξί χέρι σε έναν νεοσυσταθέντα γαλλικό στρατό ο οποίος έπρεπε να προχωρήσει διασχίζοντας τον ποταμό Σομ με μεγάλο σθένος για να το αδράξει.


Μολαταύτα το γερμανικό ξέσπασμα σάρωσε σαν κοφτερό δρεπάνι στα δεξιά και τα μετόπισθεν των στρατευμάτων του Βορρά. Οκτώ ή εννέα τεθωρακισμένες μεραρχίες, καθεμία από αυτές αποτελούμενη από περίπου 400 τεθωρακισμένα άρματα διαφόρων ειδών, αλλά προσεκτικά αναμεμειγμένα ούτως ώστε να είναι συμπληρωματικά και διαιρέσιμα σε μικρές αυτοοριζόμενες μονάδες, διέκοψαν όλες τις επικοινωνίες ανάμεσα σε εμάς και στα κύρια γαλλικά στρατεύματα. Απέκοψαν τις δικές μας επικοινωνίες για τρόφιμα και πολεμοφόδια, οι οποίες εκτελούσαν το δρομολόγιο πρώτα στην Αμιένη και αργότερα μέσω της Αμπερβίλ και κατευθύνονταν κατά μήκος της ακτής προς τη Βουλώνη και το Καλαί και σχεδόν ως τη Δουνκέρκη. Πίσω από αυτή την τεθωρακισμένη και μηχανοκίνητη εφόρμηση ερχόταν ένας αριθμός γερμανικών μεραρχιών σε καμιόνια και ξανά πίσω τους βραδυπορούσε σχετικά αργά ο μουντός κτηνώδης όχλος του τακτικού γερμανικού στρατού και του γερμανικού λαού, πάντα τόσο έτοιμος να οδηγηθεί στο ποδοπάτημα σε άλλες χώρες με προνόμια και ανέσεις που δεν έχει ποτέ γνωρίσει στη δική του.


Εχω πει ότι αυτό το χτύπημα του δρεπανιού των τεθωρακισμένων σχεδόν έφθασε ως τη Δουνκέρκη – σχεδόν, αλλά όχι ακριβώς. Η Βουλώνη και το Καλαί υπήρξαν οι σκηνές απελπισμένων μαχών. Η Φρουρά υπερασπίστηκε τη Βουλώνη για ένα διάστημα και ύστερα αποσύρθηκαν με διαταγές από αυτή τη χώρα. Η Τυφεκιοφόρος Ταξιαρχία, η 60ή Τυφεκιοφόρων και οι Τυφεκιοφόροι της Βασίλισσας Βικτωρίας, με ένα τάγμα βρετανικών αρμάτων μάχης και 1.000 Γάλλους, συνολικής δυναμικότητας περίπου 4.000, υπερασπίστηκαν το Καλαί μέχρι τέλους. Στον βρετανό Ταξίαρχο δόθηκε μία ώρα περιθώριο για να παραδοθεί. Απέρριψε περιφρονητικά την προσφορά και πέρασαν τέσσερις ημέρες έντονων μαχών στους δρόμους προτού επικρατήσει η σιωπή πάνω από το Καλαί, η οποία σήμανε το τέλος μιας αξέχαστης αντίστασης. Μόνο 30 επιζώντες δίχως τραύματα περισυνελέγησαν από το Ναυτικό και δεν γνωρίζουμε την τύχη των συντρόφων τους. Η θυσία τους, παρ’ όλα αυτά, δεν υπήρξε μάταιη. Τουλάχιστον δύο μεραρχίες τεθωρακισμένων, οι οποίες διαφορετικά θα είχαν στραφεί κατά του Βρετανικού Εκστρατευτικού Σώματος, χρειάστηκε να σταλούν για να τους αντιμετωπίσουν επιτυχώς. Εχουν προσθέσει άλλη μία σελίδα στη δόξα των μεραρχιών πεζικού και ο χρόνος που κερδήθηκε έδωσε τη δυνατότητα στα γαλλικά στρατεύματα να πλημμυρίσουν τα κανάλια νερού της Γκραβελίν και να τα υπερασπιστούν.


Με αυτόν τον τρόπο κρατήθηκε ανοιχτό το λιμάνι της Δουνκέρκης. Οταν στάθηκε αδύνατον για τις Στρατιές του Βορρά να ανοίξουν ξανά τις επικοινωνίες τους στην Αμιένη με τα κύρια γαλλικά στρατεύματα, έμεινε μόνο μία επιλογή. Φαινόταν, πράγματι, μάταιη. Τα βελγικά, βρετανικά και γαλλικά στρατεύματα είχαν σχεδόν περικυκλωθεί. Η μοναδική τους γραμμή υποχώρησης ήταν προς ένα και μόνο λιμάνι και προς τις γειτονικές του ακτές. Δέχονταν πιέσεις σε κάθε πλευρά από βαριές επιθέσεις και [οι αντίπαλοι] υπερτερούσαν υπερβολικά στον αέρα.


Οταν, μία εβδομάδα πριν από σήμερα, ζήτησα από τη Βουλή να ορίσει αυτό το απόγευμα ως κατάλληλη ώρα για μια δήλωση, φοβήθηκα ότι θα βρισκόμουν στη δυσάρεστη θέση να ανακοινώσω τη μεγαλύτερη στρατιωτική πανωλεθρία στη μακραίωνη ιστορία μας. Σκέφτηκα – και κάποιοι ευνοϊκοί κριτές συμφώνησαν μαζί μου – ότι ίσως 20.000 ή 30.000 άνδρες μπορούσαν να απομακρυνθούν. Αλλά σίγουρα φαινόταν ότι ολόκληρη η Πρώτη Γαλλική Στρατιά και ολόκληρο το Βρετανικό Εκστρατευτικό Σώμα βόρεια του κενού Αμιένης – Αμπερβίλ θα κατέρρεε στο ανοιχτό πεδίο ή διαφορετικά θα έπρεπε να συνθηκολογήσει λόγω έλλειψης τροφίμων και πολεμοφοδίων. Αυτά ήταν τα βαριά και άσχημα μαντάτα εξαιτίας των οποίων κάλεσα τη Βουλή και το έθνος να προετοιμαστούν μία εβδομάδα πριν. Ολόκληρη η ρίζα, ο πυρήνας και το μυαλό του βρετανικού στρατού, πάνω και γύρω από τον οποίο επρόκειτο να χτίσουμε, και πρόκειται να χτίσουμε, τα μεγάλα βρετανικά στρατεύματα στα επόμενα χρόνια του πολέμου, φαίνονταν έτοιμα να αφανιστούν στο πεδίο της μάχης ή να οδηγηθούν σε μια ατιμωτική και λιμοκτονική αιχμαλωσία.


Αυτή ήταν η προοπτική μία εβδομάδα πριν. Αλλο ένα χτύπημα, όμως, το οποίο θα μπορούσε ίσως να αποδειχθεί τελειωτικό, επρόκειτο να μας πλήξει. Ο Βασιλιάς των Βέλγων μάς είχε καλέσει να προστρέξουμε σε βοήθειά του. Αν αυτός ο Μονάρχης και η Κυβέρνησή του δεν αποκόπτονταν από τους συμμάχους, οι οποίοι έσωσαν τη χώρα τους από τον αφανισμό στον τελευταίο πόλεμο, και αν δεν είχαν αναζητήσει καταφύγιο σε κάτι που αποδείχθηκε μια θανάσιμη ουδετερότητα, τα γαλλικά και τα βρετανικά στρατεύματα ενδεχομένως θα μπορούσαν ίσως στο ξεκίνημα να είχαν σώσει όχι μόνο το Βέλγιο αλλά ίσως ακόμη και την Πολωνία. Μολαταύτα την τελευταία στιγμή, όταν το Βέλγιο είχε ήδη δεχθεί εισβολή, ο Βασιλιάς Λεοπόλδος έκανε έκκληση σε εμάς να σπεύσουμε σε βοήθειά του και ακόμη και την τελευταία στιγμή [εμείς] πήγαμε. Αυτός και ο γενναίος, ικανός στρατός του, δυναμικότητας σχεδόν μισού εκατομμυρίου, φρουρούσαν τη δεξιά μας πλευρά και με αυτόν τον τρόπο διατήρησαν ανοιχτή τη μοναδική γραμμή οπισθοχώρησής μας προς τη θάλασσα. Ξαφνικά, χωρίς προηγούμενη διαβούλευση, με τη λιγότερη δυνατή προειδοποίηση, χωρίς τις συμβουλές των Υπουργών του και κατόπιν δικής του προσωπικής ενέργειας, έστειλε πληρεξούσιο στη Γερμανική Διοίκηση, παρέδωσε τον στρατό του και εξέθεσε ολόκληρη την πλευρά μας και τα μέσα οπισθοχώρησής μας.


Ζήτησα από τη Βουλή μία εβδομάδα πριν να αναστείλει την απόφασή της, επειδή τα γεγονότα δεν ήταν ξεκάθαρα, αλλά δεν νιώθω ότι υπάρχει τώρα πια οποιοσδήποτε λόγος να μη διαμορφώσουμε τις δικές μας απόψεις σχετικά με αυτό το αξιοθρήνητο συμβάν. Η παράδοση του βελγικού στρατού εξανάγκασε τους Βρετανούς να καλύψουν άρον άρον την πλευρά τους ως τη θάλασσα, σε μήκος μεγαλύτερο των 30 μιλίων. Διαφορετικά, όλοι θα είχαν αποκοπεί και όλοι θα είχαν μοιραστεί την ίδια τύχη στην οποία είχε καταδικάσει ο Βασιλιάς Λεοπόλδος τον εξοχότερο στρατό που είχε σχηματίσει ποτέ η χώρα του. Πράττοντας λοιπόν αυτό και εκθέτοντας αυτή την πλευρά, όπως θα διαπιστώσει οποιοσδήποτε ακολουθούσε τις επιχειρήσεις πάνω στον χάρτη, χάθηκε η επαφή ανάμεσα στους Βρετανούς και στα δύο εκ των τριών σωμάτων που αποτελούσαν την Πρώτη Γαλλική Στρατιά, τα οποία βρίσκονταν ακόμη μακρύτερα από την ακτή από ό,τι εμείς και φαινόταν αδύνατον να προσεγγίσει την ακτή οποιοσδήποτε μεγάλος αριθμός των συμμαχικών στρατευμάτων.


Ο εχθρός επιτέθηκε σε όλες τις πλευρές με μεγάλη ισχύ και σφοδρότητα και η κύρια δύναμή τους, η δύναμη της αριθμητικά μεγαλύτερης αεροπορίας τους, ρίχθηκε στη μάχη, ειδάλλως θα επικεντρώνονταν στη Δουνκέρκη και στις ακτές. Πιέζοντας το στενό διαφυγής τόσο από τα ανατολικά όσο και από τα δυτικά, ο εχθρός ξεκίνησε να κανονιοβολεί τις ακτές, στις οποίες και μόνο θα μπορούσε να προσεγγίσει ή να αναχωρήσει ο στόλος. Εσπειραν μαγνητικές νάρκες στα κανάλια και στη θάλασσα· έστειλαν επαναλαμβανόμενα κύματα εχθρικών αεροσκαφών, μερικές φορές δυναμικότητας περισσοτέρων των εκατό σε έναν σχηματισμό, για να ρίξουν τις βόμβες τους στη μοναδική προβλήτα που είχε απομείνει και στους αμμολόφους που είχαν βάλει στο μάτι τα στρατεύματα για καταφύγιο. Τα υποβρύχιά τους, ένα από τα οποία βυθίστηκε, και οι μηχανοκίνητες λάντσες τους προκαλούσαν καταστροφές στην τεράστια κυκλοφορία που ξεκινούσε τώρα. Για τέσσερις ή πέντε ημέρες επικρατούσε μια έντονη αντιπαράθεση. Ολες οι τεθωρακισμένες μεραρχίες τους – ή ό,τι είχε απομείνει από αυτές – μαζί με το μεγάλο πλήθος του πεζικού και του πυροβολικού εκσφενδονίζονταν μάταια στην όλο και πιο στενή απόφυση εντός της οποίας πολεμούσαν τα βρετανικά και τα γαλλικά στρατεύματα.


Στο μεταξύ το Βασιλικό Ναυτικό, με την πρόθυμη βοήθεια αμέτρητων ναυτικών με εμπορικά σκάφη, κατέβαλλε εντονότατη προσπάθεια να επιβιβάσει τα βρετανικά και συμμαχικά στρατεύματα· 220 ελαφριά πολεμικά πλοία, και 650 ακόμη σκάφη έλαβαν μέρος στην επιχείρηση. Επρεπε να δράσουν σε μια δύσκολη ακτή, συχνά με αντίξοες καιρικές συνθήκες, κάτω από έναν σχεδόν ακατάπαυστο καταιγισμό βομβών και από μια αυξανόμενη συγκέντρωση πυρών του πυροβολικού. Ούτε οι ίδιες οι θάλασσες δεν ήταν, όπως είπα, καθαρές από νάρκες και τορπίλες. Κάτω από τέτοιου είδους συνθήκες συνέχισαν οι άνδρες μας, με ελάχιστη ή καθόλου ανάπαυλα, για ημέρες και νύχτες αδιάκοπα, κάνοντας τη μία διαδρομή μετά την άλλη μέσα στην επικίνδυνη θάλασσα, μεταφέροντας πάντα μαζί τους άνδρες τους οποίους είχαν διασώσει. Οι αριθμοί που μετέφεραν πίσω αποτελούν το μέτρο της αφοσίωσης και του κουράγιου τους. Τα νοσοκομειακά πλοία, τα οποία μετέφεραν πολλές χιλιάδες βρετανούς και γάλλους τραυματίες, όντας τόσο ξεκάθαρα μαρκαρισμένα αποτελούσαν ειδικό στόχο για τις ναζιστικές βόμβες· αλλά οι άνδρες και οι γυναίκες που επέβαιναν σε αυτά ποτέ δεν δίστασαν μπροστά στο καθήκον τους.


Στο μεταξύ η Βασιλική Αεροπορία, η οποία ήδη επενέβαινε στη μάχη, όσο της επέτρεπε το βεληνεκές της, από τις βάσεις στην πατρίδα, χρησιμοποιούσε τώρα τμήμα της κύριας μητροπολιτικής δύναμής της πυρός και χτυπούσε τα γερμανικά βομβαρδιστικά και τον μεγάλο αριθμό μαχητικών που τα προστάτευαν. Αυτή η μάχη ήταν παρατεταμένη και άγρια. Ξαφνικά το σκηνικό ξεκαθάρισε, τα αστραπόβροντα προς στιγμήν – αλλά μόνο προς στιγμήν – εξασθένησαν. Ενα θαύμα σωτηρίας, που επετεύχθη από την ανδρεία, από την εμμονή, από την τέλεια πειθαρχία, από την αψεγάδιαστη υπηρεσία, από την επινοητικότητα, από την επιδεξιότητα, από την ακατανίκητη αφοσίωση, είναι ολοφάνερο σε όλους μας. Ο εχθρός εκσφενδονίστηκε προς τα πίσω από τα βρετανικά και γαλλικά στρατεύματα που υποχωρούσαν. Αντιμετωπίστηκε τόσο βίαια που δεν επέσπευσε σοβαρά την αναχώρησή τους. Η Βασιλική Αεροπορία απασχολούσε τον κύριο κορμό της Γερμανικής Αεροπορίας και της προξένησε απώλειες αναλογίας τουλάχιστον τέσσερα προς ένα· και το Ναυτικό, χρησιμοποιώντας σχεδόν 1.000 πλοία κάθε είδους, μετέφερε περισσότερους από 335.000 άνδρες, γάλλους και βρετανούς, έξω από τα σαγόνια του θανάτου και της ντροπής, πίσω στην πατρίδα τους και στα καθήκοντα που έστεκαν αμέσως μπροστά τους. Πρέπει να προσέξουμε πολύ, να μην αποδώσουμε σε αυτή τη διάσωση την ιδιότητα μιας νίκης. Οι πόλεμοι δεν κερδίζονται με εκκενώσεις. Υπήρξε ωστόσο μια νίκη μέσα σε αυτή τη διάσωση, η οποία θα πρέπει να επισημανθεί. Κερδήθηκε από την Αεροπορία. Πολλοί από τους στρατιώτες μας που επέστρεψαν δεν είδαν την Αεροπορία επί το έργον· είδαν μόνο τα βομβαρδιστικά τα οποία ξέφυγαν από την προστατευτική της επίθεση. Υποτιμούν τα επιτεύγματά της. Εχω ακούσει πολλή κουβέντα να γίνεται επ’ αυτού· για τον λόγο αυτόν κάνω αυτή την παρένθεση για να πω αυτό. Θα σας μιλήσω για το εξής:


Αυτή υπήρξε μια μεγάλη δοκιμασία ισχύος ανάμεσα στη Βρετανική και στη Γερμανική Αεροπορία. Μπορείτε να διανοηθείτε έναν σημαντικότερο στόχο στον αέρα για τους Γερμανούς από το να καταστήσουν αδύνατη την εκκένωση από αυτές τις ακτές και από το να βυθίσουν όλα αυτά τα πλοία που εξετίθεντο σχεδόν κατά χιλιάδες; Θα μπορούσε να έχει υπάρξει μια επιδίωξη μεγαλύτερης στρατιωτικής σημασίας και βαρύτητας για ολόκληρο τον αντικειμενικό σκοπό του πολέμου από αυτήν; Προσπάθησαν σκληρά και αποκρούστηκαν· η αποστολή τους στάθηκε ανεπιτυχής. Απομακρύναμε τον στρατό μας· και εκείνοι πλήρωσαν τετραπλά για τις οποιεσδήποτε απώλειες έχουν προκαλέσει. Πολύ μεγάλοι σχηματισμοί γερμανικών αεροσκαφών – και γνωρίζουμε ότι πρόκειται για πολύ γενναία φυλή – έχουν σε πολλές περιπτώσεις επιστρέψει από την επίθεση της Βασιλικής Αεροπορίας που αποτελούνταν από το ένα τέταρτο του αριθμού τους και έχουν διασκορπιστεί σε διαφορετικές κατευθύνσεις. Δώδεκα αεροσκάφη έχουν καταδιωχθεί από δύο. Ενα αεροσκάφος οδηγήθηκε στο νερό και ναυάγησε από την απλή εφόρμηση ενός βρετανικού αεροσκάφους, το οποίο δεν είχε πια άλλα πυρομαχικά. Ολοι μας οι τύποι [αεροσκαφών] – τα Χαρικέιν, τα Σπιτφάιαρ και τα καινούργια Ντιφάιαντ – και όλοι μας οι πιλότοι έχουν αποδειχθεί ανώτεροι όσων έχουν επί του παρόντος να αντιμετωπίσουν.


Οταν εξετάζουμε πόσο μεγαλύτερο θα ήταν το πλεονέκτημά μας στην υπεράσπιση του αέρα πάνω από αυτό το Νησί [σ.τ.μ.: εννοεί τη Βρετανία] ενάντια σε μια υπερπόντια επίθεση, οφείλω να πω ότι βρίσκω σε αυτά τα δεδομένα μια στερεή βάση πάνω στην οποία μπορούν να σταθούν πρακτικές και καθησυχαστικές σκέψεις. Θα αποτίσω φόρο τιμής σε αυτούς τους νεαρούς αεροπόρους. Ο σπουδαίος γαλλικός στρατός εκείνη τη στιγμή μετατοπιζόταν προς τα πίσω κατά μεγάλο μέρος από την εφόρμηση μερικών χιλιάδων τεθωρακισμένων οχημάτων. Δεν ισχύει επίσης ότι ο αγώνας για τον πολιτισμό τον ίδιο θα προστατευόταν από την επιδεξιότητα και την αφοσίωση μερικών χιλιάδων αεροπόρων; Δεν έχει υπάρξει ξανά, υποθέτω, στην οικουμένη ολόκληρη, σε ολόκληρη την ιστορία του πολέμου, τέτοια ευκαιρία για τα νιάτα. Οι Ιππότες της Στρογγυλής Τραπέζης, οι Σταυροφόροι, όλοι ανήκουν στο παρελθόν – το οποίο δεν είναι μόνο μακρινό αλλά και πεζό· αυτοί οι νεαροί άνδρες, προχωρώντας κάθε αυγή για να περιφρουρήσουν την πατρίδα και όλα όσα αντιπροσωπεύουμε, κρατώντας στα χέρια τους αυτά τα εργαλεία της κολοσσιαίας και συνταρακτικής δύναμης, για τους οποίους μπορεί να ειπωθεί ότι «Κάθε αυγή προσέφερε μια ευγενή ευκαιρία / Και κάθε ευκαιρία αναδείκνυε έναν ευγενή ιππότη» [σ.τ.μ.: στίχοι του Λόρδου Τένισον], αξίζουν την ευγνωμοσύνη μας, όπως και όλοι οι γενναίοι άνδρες που, με τόσοο πολλούς τρόπους και σε τόσο πολλές περιστάσεις, είναι έτοιμοι και παραμένουν έτοιμοι να δώσουν τη ζωή τους και τα πάντα για την πατρίδα τους.


Επιστρέφω στον στρατό. Στη μακρά σειρά των φοβερών μαχών, πότε σε αυτό το μέτωπο, πότε σε εκείνο, πολεμώντας σε τρία μέτωπα ταυτόχρονα, στις μάχες όπου δύο ή τρεις μεραρχίες πολέμησαν εναντίον ίσου ή λίγο μεγαλύτερου αριθμού εχθρών και πολέμησαν λυσσασμένα σε μερικά από τα παλιά πεδία που πολλοί από εμάς γνώριζαν τόσο καλά [σ.τ.μ.: αναφέρεται στον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο] – σε αυτές τις μάχες οι απώλειες των ανδρών μας έχουν υπερβεί τους 30.000 σκοτωμένους, τραυματίες ή αγνοουμένους. Δράττομαι της ευκαιρίας για να εκφράσω τη συμπόνια της Βουλής προς όλους όσοι υποφέρουν από τη θλίψη ή ανησυχούν ακόμη. Ο πρόεδρος του Εμπορικού Συμβουλίου [σ.τ.μ.: ο Σερ Αντριου Ντάνκαν] δεν βρίσκεται σήμερα εδώ. Ο γιος του σκοτώθηκε και πολλοί στη Βουλή έχουν νιώσει τα χτυπήματα της πίκρας στην οξύτερή τους μορφή. Θα πω όμως το εξής για όσους αγνοούνται: Εχουμε δει μεγάλο αριθμό τραυματιών να επιστρέφουν με ασφάλεια σε ετούτη τη χώρα, θα έλεγα όμως για όσους αγνοούνται ότι μπορεί να υπάρχουν πολλοί που έχουν αναφερθεί ως αγνοούμενοι και που θα γυρίσουν σπίτι με ασφάλεια, στην πατρίδα τους, με κάποιον τρόπο. Μέσα στη σύγχυση αυτού του αγώνα είναι αναπόφευκτο το ότι κάποιοι έχουν αφεθεί σε θέσεις όπου η τιμή δεν απαιτεί από εκείνους περισσότερη αντίσταση.


Απέναντι σε αυτή την απώλεια περισσότερων από 30.000 ανδρών, μπορούμε να υπολογίσουμε μια πολύ μεγαλύτερη απώλεια την οποία σίγουρα έχει υποστεί ο εχθρός. Αλλά οι απώλειές μας σε υλικό είναι τεράστιες. Εχουμε ίσως χάσει το ένα τρίτο των ανδρών που είχαμε χάσει τις πρώτες ημέρες της μάχης της 21ης Μαΐου 1918 [σ.τ.μ.: αναφέρεται στον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο], αλλά έχουμε χάσει σχεδόν ισάριθμα [βαρέα] όπλα – σχεδόν 1.000 – και όλα μας τα μεταφορικά μέσα, όλα τα τεθωρακισμένα οχήματα που βρίσκονταν μαζί με τον στρατό στον Βορρά [της Γαλλίας]. Αυτή η απώλεια θα επιβάλει επιπλέον καθυστέρηση στην επέκταση της στρατιωτικής μας δύναμης. Αυτή η επέκταση δεν προχωρούσε όπως ελπίζαμε. Τα καλύτερα από όσα είχαμε να δώσουμε πήγαν στη Βρετανική Εκστρατευτική Δύναμη και μολονότι δεν διέθεταν τον αριθμό των τανκς και τον εξοπλισμό που ήταν επιθυμητά, αποτελούσαν ένα άριστα εξοπλισμένο στράτευμα. Είχαν τους πρώτους καρπούς όλων όσα η βιομηχανία μας είχε να προσφέρει και αυτά έχουν χαθεί. Και τώρα υπάρχει αυτή η καινούργια καθυστέρηση. Πόσο μακρά θα είναι, πόσο διάστημα θα περάσει εξαρτάται από την προσπάθεια που θα καταβάλουμε σε ετούτο το Νησί. Μια προσπάθεια που παρόμοιά της δεν έχει εμφανιστεί στην Ιστορία μας καταβάλλεται αυτή τη στιγμή. Η δουλειά προχωρεί παντού, μέρα και νύχτα, Κυριακές και καθημερινές. Το κεφάλαιο και οι εργάτες έχουν αφήσει κατά μέρος τα συμφέροντά τους, τα δικαιώματα και τις συνήθειές τους και τα έχουν ρίξει στην κοινή πάλη. Ηδη η παροχή πολεμοφοδίων έχει ορμήσει μπροστά. Δεν υπάρχει λόγος να μην ξεπεράσουμε σε μερικούς μήνες την ξαφνική και σοβαρή απώλεια που υποστήκαμε, δίχως να καθυστερήσουμε την ανάπτυξη του γενικότερου προγράμματός μας.


Μολαταύτα η ευγνωμοσύνη μας για την απόδραση του στρατού μας και τόσων ανδρών, οι αγαπημένοι των οποίων έχουν περάσει μιαν αγωνιώδη εβδομάδα, δεν πρέπει να μας τυφλώσει απέναντι στο γεγονός ότι αυτό που συνέβη στη Γαλλία και στο Βέλγιο ήταν μια κολοσσιαία στρατιωτική καταστροφή. Ο γαλλικός στρατός έχει αποδυναμωθεί, ο βελγικός στρατός έχει χαθεί, ένα μεγάλο μέρος των οχυρώσεων στις οποίες τόση πίστη είχε εναποτεθεί δεν υπάρχει πια, πολλές πολύτιμες περιοχές με ανθρακωρυχεία και εργοστάσια έχουν περάσει στην κατοχή του εχθρού, όλα τα λιμάνια της Μάγχης είναι στα χέρια του, με όλες τις τραγικές συνέπειες που επακολουθούν, και πρέπει να περιμένουμε και άλλο χτύπημα σχεδόν αμέσως, είτε εναντίον μας είτε εναντίον της Γαλλίας. Μαθαίνουμε ότι ο κ. Χίτλερ έχει ένα σχέδιο για να εισβάλει στα Βρετανικά Νησιά. Αυτή η σκέψη έχει ξαναγίνει στο παρελθόν. Οταν ο Ναπολέων περίμενε στη Βουλώνη για έναν χρόνο με τα αποβατικά του πλοία και τη μεγάλη του στρατιά, κάποιος του είπε: «Υπάρχουν πικρές τσουκνίδες στην Αγγλία». Υπάρχουν σίγουρα πολύ περισσότερες αφότου επέστρεψε η Βρετανική Εκστρατευτική Δύναμη.


Ολο το πρόβλημα της άμυνας της πατρίδας, βέβαια, επηρεάζεται ισχυρά από το γεγονός ότι για την ώρα διαθέτουμε σε αυτό το Νησί ασύγκριτα ισχυρότερες στρατιωτικές δυνάμεις από ό,τι σε οποιαδήποτε άλλη στιγμή, σε αυτόν τον πόλεμο ή στον προηγούμενο. Αλλά αυτό δεν θα συνεχιστεί. Δεν θα μας ικανοποιήσει ένας αμυντικός πόλεμος. Εχουμε καθήκον προς τον σύμμαχό μας. Θα ανασυντάξουμε και θα ενισχύσουμε και πάλι τη Βρετανική Εκστρατευτική Δύναμη, υπό τον γενναίο διοικητή της Λόρδο Γκορτ. Ολα αυτά ετοιμάζονται· στο μεταξύ όμως πρέπει να οργανώσουμε την άμυνα αυτού του Νησιού με τόση ακρίβεια ώστε να χρειαστεί ο μικρότερος δυνατός αριθμός [ανθρώπων] για να προσφέρει αποτελεσματική ασφάλεια και ώστε η μεγαλύτερη δυναμική επίθεσης να μπορεί να συγκεντρωθεί και να πραγματοποιηθεί. Με αυτό ασχολούμαστε τώρα. […]


Το έχουμε κρίνει απαραίτητο να λάβουμε μέτρα με αυξανόμενη αυστηρότητα, όχι μόνο εναντίον ξένων εχθρών και ύποπτων προσωπικοτήτων που ανήκουν σε άλλες εθνικότητες αλλά και εναντίον βρετανών υπηκόων που ίσως γίνουν επικίνδυνοι ή ενοχλητικοί αν ο πόλεμος μεταφερθεί στο Ηνωμένο Βασίλειο. Γνωρίζω ότι υπάρχουν πάρα πολλοί άνθρωποι που έχουν επηρεαστεί από τις διαταγές που δώσαμε, οι οποίοι είναι παθιασμένοι εχθροί της ναζιστικής Γερμανίας. Λυπάμαι πολύ γι’ αυτούς αλλά δεν μπορούμε, την παρούσα στιγμή και υπό την παρούσα πίεση, να φροντίσουμε όλες τις διαφοροποιήσεις όσο θα επιθυμούσαμε. Αν γίνουν απόπειρες να προσγειωθούν [γερμανοί] αλεξιπτωτιστές και επακολουθήσει λυσσαλέα μάχη, αυτοί οι άτυχοι άνθρωποι είναι καλύτερο να βρίσκονται μακριά, για το δικό τους καλό όσο και για το δικό μας. Υπάρχει ωστόσο μια άλλη ομάδα την οποία δεν συμπονώ ούτε στο ελάχιστο. Η Βουλή μάς έδωσε την εξουσία να καταστέλλουμε με ισχύ τις πεμπτοφαλαγγίτικες ενέργειες [σ.τ.μ.: υπονόμευση, προπαγάνδα, δολιοφθορές] και θα κάνουμε χρήση αυτής της εξουσίας υπό την εποπτεία και τη διόρθωση της Βουλής, δίχως τον παραμικρό δισταγμό ώσπου να μείνουμε ικανοποιημένοι, και περισσότερο από ικανοποιημένοι, ότι αυτή η κακοήθεια στους κόλπους μας έχει σβήσει τελειωτικά.


Επιστρέφοντας και πάλι, και αυτή τη φορά πιο γενικά, στο πρόβλημα της εισβολής, θα παρατηρούσα ότι δεν έχει υπάρξει περίοδος κατά τη διάρκεια όλων αυτών των μακρών αιώνων για τους οποίους καυχόμαστε στην οποία να μπορούσαμε να δώσουμε απόλυτη εγγύηση στον λαό μας εναντίον μιας εισβολής ή, ακόμη λιγότερο, εναντίον σοβαρών επιδρομών. Τον καιρό του Ναπολέοντα, ο ίδιος άνεμος που θα μετέφερε τα αποβατικά του στη Μάγχη μπορούσε να είχε διώξει τον αμυντικό στόλο. Υπήρχε πάντα μια πιθανότητα, και είναι αυτή η πιθανότητα που έχει εξάψει και εξαπατήσει τη φαντασία πολλών ευρωπαίων τυράννων. Πολλές ιστορίες λέγονται. Είμαστε σίγουροι ότι νέες μέθοδοι θα χρησιμοποιηθούν, και όταν αντικρίζουμε την πρωτοτυπία της κακίας, την εφευρετικότητα της επιθετικότητας που επιδεικνύει ο εχθρός, ασφαλώς προετοιμαζόμαστε για οποιουδήποτε είδους νέο στρατήγημα και οποιουδήποτε είδους βάναυση και ανέντιμη κίνηση. Πιστεύω ότι καμία ιδέα δεν είναι τόσο πρωτοφανής ώστε να μην εξεταστεί και να μην παρατηρηθεί με ερευνητικό – αλλά ταυτόχρονα, ελπίζω, σταθερό – μάτι. Δεν πρέπει ποτέ να ξεχνάμε τις ισχυρές διαβεβαιώσεις της ναυτικής δύναμης και αυτές της εναέριας δύναμης αν μπορεί να αναπτυχθεί τοπικά.


Είμαι απόλυτα πεπεισμένος ότι, αν όλοι πράξουν το καθήκον τους, αν τίποτε δεν παραμεληθεί και αν γίνουν οι σωστές ρυθμίσεις, όπως γίνονται, θα αποδειχθούμε και πάλι ικανοί να υπερασπιστούμε τη νησιωτική πατρίδα μας, να εκδιώξουμε τη θύελλα του πολέμου και να επιβιώσουμε μπροστά στην απειλή της τυραννίας, για χρόνια αν είναι απαραίτητο, μόνοι μας αν είναι απαραίτητο. Σε κάθε περίπτωση αυτό θα προσπαθήσουμε να πράξουμε. Αυτή είναι η απόφαση της κυβέρνησης της Αυτού Μεγαλειότητος – όλων τους, μέχρις ενός. Αυτή είναι η θέληση της Βουλής και του έθνους. Η Βρετανική Αυτοκρατορία και η Γαλλική Δημοκρατία, αλληλένδετες στον αγώνα και στην ανάγκη τους, θα υπερασπιστούν μέχρι θανάτου το πάτριο έδαφός τους, συντρέχοντας ο ένας τον άλλον σαν καλοί σύντροφοι, ως το τέλος της δύναμής τους. Μολονότι μεγάλες εκτάσεις της Ευρώπης και πολλά παλαιά και φημισμένα κράτη έχουν πέσει ή μπορεί να πέσουν στη λαβή της Γκεστάπο και όλου του μισητού μηχανισμού της ναζιστικής κυριαρχίας, δεν θα υποχωρήσουμε και δεν θα αποτύχουμε. Θα προχωρήσουμε ως το τέλος, θα πολεμήσουμε στη Γαλλία, θα πολεμήσουμε στις θάλασσες και στους ωκεανούς, θα πολεμήσουμε με όλο και περισσότερη αυτοπεποίθηση, με όλο και περισσότερη δύναμη στον αέρα, θα υπερασπιστούμε το Νησί μας, όποιο και αν είναι το κόστος, θα πολεμήσουμε στις παραλίες, θα πολεμήσουμε στους διαδρόμους προσγείωσης, θα πολεμήσουμε στα χωράφια και στους δρόμους, θα πολεμήσουμε στους λόφους· δεν θα παραδοθούμε ποτέ! Ακόμη και αν, πράγμα που δεν το πιστεύω ούτε για μια στιγμή, το Νησί ετούτο κατακτηθεί και λιμοκτονήσει, τότε η υπερπόντια αυτοκρατορία μας, πάνοπλη υπό την προστασία του βρετανικού στόλου, θα συνεχίσει τον αγώνα, ώσπου, όταν ο Θεός φέρει την ώρα, ο Νέος Κόσμος, με όλη τη δύναμη και την ισχύ του, να σπεύσει για τη σωτηρία και την απελευθέρωση του Παλαιού. »