Το νέο έτος, 2018, σημειώνει την εκατοστή επέτειο του τέλους του «μεγάλου πολέμου», του πρώτου παγκοσμίου πολέμου. «Την ενδεκάτη ώρα, της ενδεκάτης ημέρας, του ενδεκάτου μήνα», δηλαδή στις 11 η ώρα, στις 11 Νοεμβρίου του έτους 1918 υπογράφτηκε σ’ ένα βαγόνι τρένου στο Compiegne της Γαλλίας η συνθηκολόγηση (armistice) με την οποία τερματίστηκε ο τετραετής πόλεμος που ρήμαξε κυριολεκτικά την Ευρώπη. Η Ευρώπη «υπνοβάτησε» στον πόλεμο (Ch. Clark, The Sleepwalkers, How Europe Went to War in 1914, Penguin, 2012) μετά την τραγική δολοφονία του αρχιδούκα της Αυστρίας Φρ. Φερδινάνδου και της συζύγου του Σοφίας φον Τσότεκ (την Κυριακή 28 Ιουνίου 1914) στο Σαράγεβο από τον εθνικιστή Γκαβρίλο Πρίντσιπ. Ο πόλεμος αυτός υπήρξε «η πρώτη μείζονα καταστροφή του εικοστού αιώνα στην Ευρώπη, από την οποία προέκυψαν όλες οι άλλες μετέπειτα καταστροφές». Ο πόλεμος ενέπλεξε 65 εκατομμύρια στρατιωτικό προσωπικό, προκάλεσε είκοσι (20) εκατομμύρια συνολικά νεκρούς, είκοσι ένα (21) εκατομμύρια τραυματισμένους και οδήγησε στη διάλυση τριών αυτοκρατοριών. Είχε συνέπειες για όλες σχεδόν τις χώρες της Ευρώπης, από τη Βρετανία και τη Ρωσία, μέχρι την Ελλάδα (Διχασμός, κ.λπ.).
Εκατό χρόνια μετά γνωρίζουμε βεβαίως ότι η δολοφονία στο Σαράγεβο ήταν απλώς η αφορμή. Η βαθύτερη αιτία του πολέμου, ο πραγματικός λόγος που οδήγησε σε αυτή τη μαζική ευρωπαϊκή σύγκρουση και καταστροφή βρίσκεται σ’ ένα κεντρικό, διαχρονικό σύνδρομο, ή καλύτερα σε μια παγίδευση, στην παγίδευση που οδήγησε στον Πελοποννησιακό Πόλεμο, στη σύγκρουση Αθήνας και Σπάρτης (431-404 π.Χ.) και που κατέγραψε/ανέλυσε/αξιολόγησε με μοναδική, απαράμιλλη διεισδυτικότητα ο Θουκυδίδης, ως «κτήμα εσαεί». Πρόκειται για την περίφημη «παγίδευση του Θουκυδίδη» (Thucydides’s trap), που λέει ότι όταν μια ανερχόμενη δύναμη απειλεί μια ήδη κυριαρχούσα δύναμη, τότε οδηγούμεθα (πιθανότατα) σε σύγκρουση, καθώς η κυριαρχούσα δύναμη επιχειρεί μέσα από τη σύγκρουση να αποτρέψει την άνοδο της νέας δύναμης. Στην περίπτωση του Πελοποννησιακού Πολέμου η ανερχόμενη δύναμη ήταν η Αθήνα και κατά κάποιον τρόπο η κυριαρχούσα η Σπάρτη, η οποία κατέφυγε στη σύγκρουση από τον φόβο εκτοπισμού από τη θέση της. Στην περίπτωση του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου η κυρίαρχη δύναμη ήταν βεβαίως η Βρετανία και η ανερχόμενη η Γερμανία. Και η δομική ανατροπή που απειλούσε να προκαλέσει στην κατανομή ισχύος, ισορροπίας, κ.λπ. οδήγησε τελικά στην αιματηρή, καταστροφική σύγκρουση για την Ευρώπη.
Εχει το προηγούμενο του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου, θεωρούμενο μέσα από το πρίσμα της «θουκυδίδειας παγίδευσης», κάποια διδακτική χρησιμότητα για το σήμερα; Ο καθηγητής του Πανεπιστημίου του Χάρβαρτ Graham Allison (διάσημος για τη μοναδική ανάλυση που έκανε της κρίσης πυραύλων της Κούβας –1962, στο περίφημο έργο του «Η Πεμπτουσία της Απόφασης –Η Κρίση των Πυραύλων στην Κούβα») έγραψε ίσως ένα από τα σημαντικότερα βιβλία της χρονιάς που κλείνει και που προκάλεσε το ευρύτερο ενδιαφέρον μεταξύ άλλων και των προέδρων ΗΠΑ και Κίνας, Ντ. Τραμπ και Σι Τζινπίγκ (το σημαντικότερο για τους «Financial Times»). Τίτλος του βιβλίου «Destined for War, Can America and China Escape Thucydides’s Trap?» –«Προορισμένοι για Πόλεμο. Μπορούν Αμερική και Κίνα να αποφύγουν την Παγίδευση του Θουκυδίδη;» (Scribe, 2018). Η άποψη του Allison είναι ότι σήμερα βρισκόμαστε σε μια ανάλογη παγίδευση-συγκυρία με αυτή του 1914 που οδήγησε στον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο. Ειδικότερα, μια ανερχόμενη δύναμη, η Κίνα (στη θέση της Γερμανίας), φαίνεται να απειλεί την πρωτοκαθεδρία μιας κυριαρχούσας δύναμης, ΗΠΑ (στη θέση της Βρετανίας), και το εναγώνιο ερώτημα είναι εάν μπορούν να αποφύγουν την «παγίδευση του Θουκυδίδη», δηλαδή τη σύγκρουση. Ο Allison μελετά δεκαέξι ακόμη άλλες ανάλογες περιπτώσεις, από τον ανταγωνισμό Πορτογαλίας – Ισπανίας στο τέλος του 15ου αιώνα μέχρι τον ανταγωνισμό Γαλλίας, Ηνωμένου Βασιλείου και Γερμανίας στη δεκαετία του 1990 για επιρροή στην Ευρώπη, για να διαπιστώσει στο εάν κατέληξαν σε πόλεμο επιβεβαιώνοντας την «παγίδευση του Θουκυδίδη» ή όχι. Από τις δεκαέξι αυτές περιπτώσεις οι δώδεκα κατέληξαν όντως σε πόλεμο και οι τέσσερεις όχι. Δυσοίωνες διαπιστώσεις. Αλλά ο Allison δεν καταλήγει παρά ταύτα στη μοιρολατρική υπόθεση ότι ο «πόλεμος Αμερικής – Κίνας» είναι αναπόφευκτος. Πιθανός ναι, αναπόφευκτος (inevitable) όχι. Και σ’ ένα εκτεταμένο μέρος του βιβλίου του εξηγεί το γιατί.
Είναι γεγονός ότι η προεκλογική ρητορική του Ντ. Τραμπ είχε δημιουργήσει την εντύπωση ότι η σύγκρουση ήταν ίσως αναπόφευκτη όταν κατηγορούσε την Κίνα ότι «εξοντώνει οικονομικά τις Ην. Πολιτείες». Παράλληλα μια άκρως συντηρητική πλευρά του αμερικανικού κατεστημένου υποστηρίζει ότι καλύτερα να αποτρέψουμε τώρα την άνοδο της Κίνας σε ισχυρή δύναμη που θα μας απειλήσει παρά αργότερα, «όταν θα είναι αργά» (παγίδευση Θουκυδίδη). Εν τούτοις, μετά την εκλογή του ο Ντ. Τραμπ μετρίασε σημαντικά τη ρητορική και θέσεις του απέναντι στην Κίνα, αν και στη νέα στρατηγική ασφάλειας που ανακοίνωσε επανέρχεται στην επιθετική ρητορική. Ωστόσο, ο ισχυρότερος λόγος για την αποφυγή της σύγκρουσης βρίσκεται κάπου αλλού: στο γεγονός ότι έχουμε δύο ασύμμετρες μεν δυνάμεις αλλά με πυρηνικά όπλα, κάτι που ούτε ο Θουκυδίδης ούτε οι sleepwalkers/υπνοβάτες του 1914 αντιμετώπιζαν βεβαίως. Και μια πυρηνική σύγκρουση μπορεί να σημαίνει ότι μάλλον δεν θα υπάρξει τελικά καμία νικήτρια δύναμη για να επιβάλει την κυριαρχία της.
Ολα αυτά βέβαια στηρίζονται σε ορθολογικές εκτιμήσεις. Μια σύγκρουση όμως, ένας πόλεμος μπορεί να προκύψει από τις ανορθολογικές επιλογές (π.χ. Β. Κορέας –τρομοκρατία) ή από τη γενίκευση περιφερειακών συγκρούσεων (Ιράν – Σ. Αραβία, π.χ.). Το 2018 βρίσκει τον κόσμο πολύ πιο ασταθή και επικίνδυνο. Με την εξαίρεση της Ευρωπαϊκής Ενωσης η οποία παρά τα προβλήματά της παραμένει «ζώνη σταθερότητας, δημοκρατίας και ευημερίας», στην οποία ευτυχώς ανήκουμε…
Ο κ. Π. Κ. Ιωακειμιδης είναι ομότιμος καθηγητής του Πανεπιστημίου Αθηνών.

ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ